Το αναζητούσα αρκετή ώρα στην Αίθουσα 162 του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης. Κοιτούσα τις προθήκες, μια ματιά πάλι στο χάρτη, πλησίαζα τα αντικείμενα, ξαναγύριζα πίσω, βέβαιη ότι κάτι μου είχε ξεφύγει ή πως τελικά είμαι σε λάθος αίθουσα. Περίμενα, ίσως, να συναντήσω κάτι που με κάποιον τρόπο θα πρόδιδε τη σημασία του.
Τελικά το βρήκα. Ένα μικρό, φθαρμένο κομμάτι παπύρου μέσα σε μια μεγάλη βιτρίνα. Μόλις 19 εκατοστά. Ένα αντικείμενο που, αν το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης δεν είχε στρέψει πρόσφατα την προσοχή του σε αυτό, πιθανότατα θα προσπερνούσα χωρίς δεύτερη ματιά. Εγώ και αρκετοί ακόμα γύρω μου.
Γιατί δεν ήμουν η μόνη που το αναζητούσε. Μπροστά στη μικρή προθήκη σταματούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα αρκετός κόσμος. Έσκυβε για να διαβάσει. Κοιτούσε προσεκτικά τα αχνά ελληνικά γράμματα πάνω στην εύθραυστη επιφάνειά του.
Αυτό το μικρό κομμάτι παπύρου περιέχει λίγες γραμμές από την 20ή ραψωδία της Οδύσσειας. Ηλικίας περίπου 2.300 ετών, χρονολογείται στο 285–250 π.Χ., στην πρώιμη Πτολεμαϊκή περίοδο, και το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης το χαρακτηρίζει ως το πρώτο πρώιμο πτολεμαϊκό απόσπασμα της Οδύσσειας που έχει ανακαλυφθεί. Γνωστό στους παπυρολόγους ως P.Hibeh 23, περιέχει στίχους από τη ραψωδία υ (20), περίπου 41–68, ανάμεσά τους τρεις που δεν υπάρχουν στο καθιερωμένο κείμενο που έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Αποτελεί έτσι υλική μαρτυρία ότι τον 3ο αιώνα π.Χ. κυκλοφορούσαν διαφορετικές παραλλαγές του ομηρικού κειμένου. Μπροστά μας λοιπόν είχαμε ένα ίχνος μιας Οδύσσειας.
Τον 3ο αιώνα π.Χ. δεν υπήρχε παντού μία απολύτως ταυτόσημη Οδύσσεια. Κυκλοφορούσαν χειρόγραφα με διαφοροποιήσεις: πρόσθετους στίχους, παραλείψεις, διαφορετικές λέξεις ή άλλες μικρότερες παραλλαγές. Δεν πρόκειται απαραίτητα για «λάθη» των αντιγραφέων. Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για ένα έργο με μακρά ιστορία ριζωμένο στην προφορική ποιητική παράδοση που για αιώνες μεταδιδόταν, απαγγελλόταν και αντιγραφόταν.



Ο πάπυρος ως «χαρτί» της αρχαιότητας και η χρονική στιγμή
Για τους αρχαίους Έλληνες και γενικότερα στον μεσογειακό κόσμο, ο πάπυρος ήταν ένα από τα βασικά υλικά γραφής. Κατασκευαζόταν από το φυτό Cyperus papyrus, που φύτρωνε σε αφθονία στην Αίγυπτο. Από το εσωτερικό του μίσχου έκοβαν λεπτές λωρίδες, τις τοποθετούσαν σε δύο κάθετες μεταξύ τους στρώσεις, τις πίεζαν και τις άφηναν να στεγνώσουν, δημιουργώντας φύλλα που μπορούσαν να ενωθούν μεταξύ τους και να σχηματίσουν έναν κύλινδρο.
Πάνω σε αυτή την επιφάνεια έγραφαν κυρίως με καλάμι, διαμορφωμένο στην άκρη σαν πένα, και με μελάνι. Το μαύρο μελάνι παρασκευαζόταν συνήθως από αιθάλη – το lampblack όπως αναφέρει το Μουσείο- αναμεμειγμένη με νερό και συνδετική ουσία. Έτσι καταγράφονταν από καθημερινά και διοικητικά έγγραφα, συμβόλαια και επιστολές μέχρι λογοτεχνικά έργα. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου ευρήματος έχουμε να κάνουμε με ένα τμήμα από ένα βιβλίο της Οδύσσειας, πολύ πριν το βιβλίο αποκτήσει τη σημερινή μορφή του.
Η χρονική περίοδος του παπύρου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Βρισκόμαστε στις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας της περίφημης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, που ιδρύθηκε υπό τους Πτολεμαίους στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. και εξελίχθηκε στο σημαντικότερο κέντρο συλλογής και μελέτης κειμένων του ελληνιστικού κόσμου.

Οι Πτολεμαίοι επιδίωκαν να συγκεντρώσουν στην Αλεξάνδρεια όσο το δυνατόν περισσότερα έργα της ελληνικής γραμματείας. Και ο Όμηρος φυσικά βρισκόταν στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας. Όπως αναφέρει το ίδιο το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, η Βιβλιοθήκη διέθετε διαφορετικά αντίγραφα των ομηρικών επών προερχόμενα από διαφορετικές πόλεις, ανάμεσά τους τη Χίο, το Άργος και τη Σινώπη.
Ας φανταστούμε λοιπόν τους Αλεξανδρινούς λογίους να έχουν μπροστά τους πολλές Οδύσσειες. Η μία περιέχει έναν στίχο που δεν υπάρχει στην άλλη. Σε κάποιο χειρόγραφο μια λέξη είναι διαφορετική. Αλλού ένας στίχος απουσιάζει ή βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο.
Ένα από τα μεγάλα φιλολογικά εγχειρήματα της Αλεξάνδρειας ήταν ακριβώς αυτό: να συγκριθούν οι διαφορετικές παραδόσεις και να καθοριστεί όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο ομηρικό κείμενο. Λόγιοι όπως ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος και αργότερα ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ ανέπτυξαν μεθόδους σύγκρισης και κριτικής των χειρογράφων που βρίσκονται ουσιαστικά στις απαρχές αυτού που σήμερα ονομάζουμε κριτική των κειμένων.
Προσπάθησα κι εγώ να τα διαβάσω. Πλησίασα όσο μπορούσα στη βιτρίνα, αναζητώντας στα αχνά σημάδια γράμματα και λέξεις που θα μπορούσα να αναγνωρίσω. Δεν τα κατάφερα. Αλλά ήταν συγκινητική η σκέψη να βρίσκεται κανείς χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα και να κοιτάζει πάνω σε ένα κομμάτι παπύρου 2.300 ετών ίχνη μιας γλώσσας που εξακολουθεί να μιλά και μιας ιστορίας με την οποία μεγάλωσε. Και ταυτόχρονα να συνειδητοποιεί ότι αυτή η ιστορία έχει πάψει εδώ και αιώνες να ανήκει μόνο στον τόπο όπου γεννήθηκε. Ταξίδεψε, μεταφράστηκε, εικονογραφήθηκε και ενέπνευσε άλλους λαούς και πολιτισμούς, αποκτώντας μια ζωή πολύ μεγαλύτερη από την αφετηρία της.
Η Οδύσσεια μέσα στις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης
Ο μικρός πάπυρος δεν είναι, βέβαια, το μοναδικό σημείο συνάντησης με την Οδύσσεια στις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης. Με αφορμή το επικό ποίημα του Ομήρου, και κυρίως την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντας του κόσμου για αυτό μετά την κινηματογραφική The Odyssey του Κρίστοφερ Νόλαν το μουσείο έχει πρόσφατα στρέψει την προσοχή και σε άλλα αντικείμενα της συλλογής του που αποκαλύπτουν κάτι ακόμη: πόσο βαθιά ρίζωσε η ιστορία του Οδυσσέα στη συλλογική φαντασία και πόσο διαφορετικά ερμηνεύτηκε μέσα στους αιώνες.
Στην Αίθουσα 171, μια μικρή αττική ερυθρόμορφη οινοχόη, που χρονολογείται περίπου στο 430–420 π.Χ., παρουσιάζει τον Οδυσσέα να τεντώνει το τόξο του. Τα μακριά, ατημέλητα μαλλιά του μαρτυρούν τις κακουχίες του ταξιδιού, ενώ η εικόνα συμπυκνώνει ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του ομηρικού ήρωα: την ευφυΐα, την υπομονή και την στρατηγική σκέψη που τον βοήθησαν να επιβιώσει.
Λίγες αίθουσες μακρύτερα, στην Αίθουσα 159, ένας ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας του 5ου αιώνα π.Χ. ζωντανεύει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα επεισόδια της Οδύσσειας: τη συνάντηση με την Κίρκη. Ο Οδυσσέας καταδιώκει τη μάγισσα, ενώ πίσω του οι σύντροφοί του βρίσκονται στη διαδικασία της μεταμόρφωσής τους σε ζώα. Το μαγικό ραβδί της Κίρκης και το αγγείο με τα φίλτρα της συμπληρώνουν την εικόνα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια μεγάλη ρωμαϊκή τοιχογραφία του τέλους του 1ου αιώνα π.Χ. από την αυτοκρατορική έπαυλη στο Boscotrecase, σήμερα στην Αίθουσα 166. Εδώ πρωταγωνιστεί ο Πολύφημος, αλλά όχι ο τρομακτικός Κύκλωπας που φυλακίζει τον Οδυσσέα και καταβροχθίζει τους συντρόφους του. Καθισμένος ανάμεσα στα πρόβατά του μέσα σε ένα γαλήνιο γαλαζοπράσινο τοπίο, κοιτάζει τη θαλάσσια νύμφη Γαλάτεια, την οποία αγαπά χωρίς ανταπόκριση. Ο «κακός» μιας ιστορίας γίνεται ο ερωτευμένος, σχεδόν μελαγχολικός ήρωας μιας άλλης. Ένα ωραίο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι μυθολογικοί χαρακτήρες άλλαζαν συνεχώς πρόσωπο ανάλογα με εκείνον που αφηγούνταν την ιστορία τους.
Και στην Αίθουσα 157, μια πήλινη ανάγλυφη πλάκα, περίπου του 460–450 π.Χ., μας μεταφέρει σχεδόν στο τέλος του νόστου. Η Πηνελόπη περιμένει ακόμη τον Οδυσσέα, ο οποίος έχει επιστρέψει στην Ιθάκη μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Γύρω της βρίσκονται μορφές από τον κόσμο του: ο Λαέρτης, ο Τηλέμαχος και ο Εύμαιος.

Αυτά τα αντικείμενα απέχουν μεταξύ τους αιώνες, δημιουργήθηκαν σε διαφορετικούς τόπους και για διαφορετικούς σκοπούς. Τα αγγεία, τα γλυπτά και οι τοιχογραφίες μάς δείχνουν πώς οι άνθρωποι φαντάστηκαν την Οδύσσεια. Και ο πάπυρος μάς αποκαλύπτει πώς η ίδια η Οδύσσεια ταξίδεψε μέσα στον χρόνο.
Ένα ταξίδι που μοιάζει με εκείνο του ήρωά της. Η ιστορία άλλαξε τόπους, πέρασε από στόματα σε στόματα και από χέρια σε χέρια, αντιγράφηκε, απέκτησε παραλλαγές, διορθώθηκε και ξαναδιαβάστηκε, μέχρι να φτάσει σε εμάς σχεδόν τρεις χιλιετίες αργότερα. Και το ταξίδι της συνεχίζεται. Αυτή τη φορά στη μεγάλη οθόνη, μέσα από τη νέα κινηματογραφική ανάγνωση του Christopher Nolan, μία ακόμη εκδοχή μιας ιστορίας που κάθε εποχή αφηγείται με τη δική της γλώσσα και τα δικά της μέσα.
