Οι λάτρεις των ταινιών του και οι εν γένει σινεφίλ γνωρίζουν ήδη πως ο Γάλλος σκηνοθέτης Leos Carax βρέθηκε να περιδιαβαίνει στην Αθήνα τις τελευταίες μέρες με αφορμή το αφιέρωμα που φιλοξένησε στο έργο του το 8ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου που πραγματοποιείται μέχρι και τις 26 Νοεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Σε μια από αυτές τις βόλτες, βρέθηκε στη φιλόξενη αυλή του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας να δίνει μια από τις τόσο αντιπαθείς σε αυτόν -όπως εξομολογήθηκε- συνεντεύξεις σε μια ομάδα Ελλήνων δημοσιογράφων, μέλος της οποίας υπήρξα κι εγώ. Καπνίζοντας αρειμανίως, ως συνήθως, και με εμφανή προβληματισμό προτού να δώσει απάντηση στην παραμικρή μας ερώτηση, ο Leos Carax έδειξε παρ’ όλα αυτά να απολαμβάνει την κουβέντα, η οποία είχε ως βασικό πυρήνα της -τι άλλο;- το σινεμά.
Η συζήτηση ξεκινά δειλά και από τις δυο πλευρές, πολύ σύντομα όμως παίρνει μπρος με τη δήλωση του Carax ότι ζει μέσα στο σινεμά, αλλά δε νιώθει ο ίδιος κινηματογραφιστής. «Είμαι πολύ ευγνώμων που βρήκα ένα ωραίος μέρος να ζήσω. Όταν ήμουν μικρός ήθελα αυτό να είναι η μουσική, αλλά δεν ήμουν ταλαντούχος. Έπειτα, στην ηλικία των 16-17 ανακάλυψα πως πίσω από το σινεμά βρισκόταν κάτι, το οποίο θα ήθελα να γνωρίσω». Μας εξηγεί ότι βλέπει το σινεμά σαν νησί: «Στο σινεμά νιώθω μόνος αλλά και περιστοιχισμένος από ένα υπέροχο νεκροταφείο δημιουργών. Είναι ένα νησί από όπου μπορεί κανείς να δει τον κόσμο, τα πάντα, το φόβο του, τον έρωτά του, την απώλειά του από μια διαφορετική οπτική γωνία». Ωστόσο, ο κινηματογράφος δεν είναι το παν για τον Carax. «Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου περνάει χωρίς να κάνω ταινίες. Όταν μιλάμε για μια ταινία, ο χρόνος που χρειάζεσαι είναι από δύο μήνες έως δύο χρόνια, ακόμη και για μια ταινία που σκέφτεσαι να κάνεις αλλά τελικά δεν τα καταφέρνεις. Προσωπικά, προσπάθησα να κάνω πολλές ταινίες, τις οποίες τελικά δεν έκανα. Στην υπόλοιπη ζωή μου ταξιδεύω, διαβάζω βιβλία, γνωρίζω ανθρώπους, ερωτεύομαι, αρρωσταίνω, ξαναδιαβάζω».
Τον ρωτάω πότε είναι εκείνη η κρίσιμη στιγμή που ξέρει πως κάτι θα είναι το επόμενο εγχείρημά του: «Νομίζω πως ξέρω πότε έχω ένα πρότζεκτ όταν τα πάντα στη ζωή μου συγκλίνουν προς αυτό. Στη δική μου περίπτωση, που δεν είμαι συγγραφέας, δε μιλάμε για μια ιστορία, αλλά για ορισμένα συναισθήματα και εικόνες τα οποία τα ενώνω και τα πάντα συγκεντρώνονται γύρω από αυτά. Ξέρω ότι είμαι έτοιμος να αρχίσω ένα πρότζεκτ όταν πλέον μπορώ να χωρέσω όλα αυτά εκεί. Κάπως έτσι ξεκινάω». Σχετικά με τις επιλογές του εν γένει μας λέει: «Ένας Γερμανός συγγραφέας είχε κάποτε πει πως η ομορφιά είναι η απόδειξη πως κάτι έχει αγαπηθεί. Όταν αγαπάς κάτι λοιπόν το βλέπεις, κι όταν το βλέπεις, μπορείς να το δείξεις».
Σχετικά με τον τρόπο που δουλεύει με τους ηθοποιούς του και τις σταθερές του συνεργασίες -με πιο εντυπωσιακή αυτή με τον αενάως μεταμορφώσιμο Denis Lavant– μας λέει: «Δεν μπορώ να κινηματογραφήσω πολλούς ανθρώπους. Όσον αφορά τις ταινίες που δεν έκανα τελικά, το πιο σημαντικό πρόβλημα συχνά, πέρα από τη χρηματοδότηση, ήταν το ότι δεν μπορούσα να βρω τους κατάλληλους ηθοποιούς, τους κατάλληλους ανθρώπους γενικότερα∙ αυτούς τους δυο-τρεις ανθρώπους που θα πιστέψουν στο πρότζεκτ. Μερικές φορές, όταν για παράδειγμα ήμουν 20, στάθηκα πολύ τυχερός βρίσκοντας μια ομάδα με την οποία κάναμε μαζί τρεις ταινίες. Ύστερα όμως έπρεπε να αναζητήσω ξανά ανθρώπους, τους οποίους δε βρίσκεις εύκολα. Και δεν είναι τόσο το ζήτημα η ασφάλεια, αλλά το να μοιράζεσαι το ρίσκο μαζί με μια ομάδα. Από την άλλη, ποτέ μου δεν κατάλαβα τη λογική του casting. Είναι κάτι τόσο βίαιο, τόσο ρατσιστικό».
Ο Carax εξομολογείται πως σταμάτησε να βλέπει ταινίες, από τότε που ολοκλήρωσε τη δεύτερη ταινία του κι έπειτα. Τουλάχιστον ολόκληρες ταινίες, από την αρχή έως το τέλος. Νιώθει ευγνώμων σε πάμπολλους σκηνοθέτες και, μεταξύ άλλων, μας αποκαλύπτει το φόβο που είχε από μικρός για τη στιγμή που ένα από τα μεγαλύτερά του είδωλα, ο Godard, πεθάνει.

Έχει άραγε να δώσει κάποια συμβουλή ο ίδιος προς νέους επίδοξους κινηματογραφιστές; «Αν έχει κάποιος ανάγκη να κάνει ταινίες, θα τις κάνει. Αν η ανάγκη αυτή δεν είναι αληθινή, δεν θα τις κάνει ή θα επιχειρήσει να τις κάνει αλλά θα βρεθεί μπλεγμένος. Έχω έξι νεαρά ανίψια που συχνά σκέφτονται το σινεμά, την υποκριτική, τις παραστατικές τέχνες γενικά ως επιλογή και βλέπω τον φόβο τους για το μέλλον. Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να μιλήσει για το φόβο, να προσπαθήσει να τους ενθαρρύνει. Αυτό που πρέπει να κάνουν οι νέοι είναι να επιδιώξουν να αποκτήσουν εμπειρίες, να πειραματιστούν, όσο κι αν αυτό είναι τρομακτικό. Επιλέγουν τον εικονικό κόσμο, ο οποίος είναι φαινομενικά ασφαλέστερος αλλά έτσι χάνουν τη γοητεία του πειραματισμού».
Συνεχίζοντας τη συζήτηση πέρα από τον κινηματογράφο, και μιλώντας πλέον για την παρούσα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, μας λέει: «Η κρίση που βιώνουμε μοιάζει πολύ με μια προσωπική κρίση∙ το ζητούμενο είναι αν θα βγεις από αυτή πιο δυνατός ή πιο αδύναμος. Κι αυτό που ελπίζω να νιώσει ο θεατής βλέποντας την ταινία μου είναι πως υπάρχει πραγματικά ένα μέρος όπου μπορεί να νιώσει πιο δυνατός. Αυτή είναι λοιπόν η πολιτική διάσταση του έργου μου: έχω πάντοτε την πεποίθηση πως μια ταινία μου μπορεί να επαναφέρει τους ανθρώπους στη ζωή».
Ξαναγυρνάμε στη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική, με αφορμή το γεγονός ότι η επόμενη ταινία του πρόκειται να είναι ένα μιούζικαλ, όπως μας αποκαλύπτει. «Η μουσική έχει υπάρξει πολύ σημαντική σε ολόκληρη τη ζωή μου. Ήθελα ανέκαθεν μια ζωή μέσα στη μουσική. Κι εξακολουθώ να πιστεύω πως είναι ο καλύτερος τρόπος ζωής, είτε είσαι συνθέτης είτε μουσικός. Βρίσκω υπέροχο το να μπορεί να ταξιδεύει κανείς απ’ άκρη σ’ άκρη για να παίξει, για παράδειγμα, πιάνο στον κόσμο. Δεν έχω ταλέντο όμως στη μουσική, όπως σας είπα, οπότε βρήκα έναν άλλο δρόμο».
Τον ρωτάμε αν είναι αισιόδοξος γενικότερα. «Όταν έχεις ένα παιδί, δεν σου επιτρέπεται να είσαι απαισιόδοξος. Ωστόσο, ποτέ δεν κατάφερα να διακρίνω τη διαφορά μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Το λυπηρό είναι ότι κατά κάποιο τρόπο αποδεικνύεται πως όσο περισσότερο υποφέρεις, τόσο καλύτερος γίνεσαι, σε προσωπικό επίπεδο. Σε κοινωνικό επίπεδο, όσο πιο πολύ κάνεις τους ανθρώπους να υποφέρουν τόσο χειρότεροι εκείνοι θα γίνονται. Είναι επικίνδυνο πράγμα να κάνεις τους ανθρώπους να υποφέρουν».
—
Info: To 8o Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου συνεχίζεται έως τις 26 Νοεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος
