Από τις 4 Νοεμβρίου ίσαμε τις 4 Δεκεμβρίου του 1975 είχε λάβει χώρα μια ιστορικής σημασίας διοργάνωση στο Λονδίνο, το Greek Month in London (Ελληνικός μήνας στο Λονδίνο) και στόχος του μήνα αυτού ήταν να παρουσιαστεί στο αγγλικό κοινό, μια εικόνα του πολιτιστικού δυναμικού της Ελλάδας. Ο μήνας εκείνος του 1975 περιλάμβανε παραδείγματα από διάφορες εκφάνσεις της πνευματικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας στη σύγχρονη Ελλάδα: εικαστικές εκθέσεις, Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου με προβολές ταινιών του Νίκου Κούνδουρου, του Μιχάλη Κακογιάννη, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, βραδιές χορού, μουσικής και ποίησης, εκθέσεις αφιερωμένες στον Γιώργο Σεφέρη, στα αντιστασιακά έντυπα της επταετίας, στους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς.
Στο εικαστικό της πρόγραμμα περιλάμβανε δύο εκθέσεις, την επιμέλεια των οποίων είχαν αναλάβει ο Χρήστος Ιωακειμίδης και ο Norman Rosenthal. Την Four Painters of 20th Century Greece που είχε πραγματοποιηθεί στην γκαλερί Wildenstein και παρουσίαζε έργα του Θεόφιλου, του Φώτη Κόντογλου, του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του Γιάννη Τσαρούχη. Τεσσάρων δηλαδή καλλιτεχνών από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνοκεντρικού μοντερνισμού. Η δεύτερη είναι αυτή, στην οποία σήμερα με την έκθεση «Ελληνικός μήνας στο Λονδίνο: 50 χρόνια μετά» εστιάζει το ΕΜΣΤ και είχε τίτλο Eight Artists, EightAttitudes, Eight Greeks. Είχε πραγματοποιηθεί στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης (ICA) και παρουσίαζε έργα οκτώ σύγχρονων καλλιτεχνών με τους περισσότερους να ανήκουν στους Έλληνες της Διασποράς. Έργα των Στήβεν Αντωνάκου, Βλάση Κανιάρη, Χρύσας, Γιάννη Κουνέλλη, Παύλου, Λουκά Σαμαρά, Takis και Κώστα Τσόκλη είχαν δει οι Λονδρέζοι τότε το 1975 που εμείς στο σήμερα θα δούμε από τις συλλογές του ΕΜΣΤ και από άλλες ελληνικές συλλογές έργα των ίδιων οκτώ καλλιτεχνών, έργα τα οποία κινούνται στο ίδιο ύφος με εκείνα τα έργα που παρουσιάστηκαν στο Λονδίνο το 1975. Συναντήθηκα με την επιμελήτρια της έκθεσης Πολύνα Κοσμαδάκη να μου πει περισσότερα για αυτά τα 50 χρόνια μετά.

Είμαστε εδώ Πολύνα για ένα ταξίδι στον χρόνο 50 χρόνια μετά. Έψαξες στα αρχεία και είδες ότι είχε γίνει αυτή η έκθεση κι σκέφτηκες ας το κάνουμε 50 χρόνια επετειακά;
Το είχα ψάξει παλιότερα για κάποια ακαδημαϊκή εργασία σε κάποια συνέδρια ιστορίας της τέχνης και σε ένα περιοδικό της ICA που είχα γράψει κάποια άρθρα, γιατί με ενδιέφερε πάντα η ιστορία των εκθέσεων. Γνώριζα και τον Χρήστο τον Ιωακειμίδη που ήταν επιμελητής των εκθέσεων, είχα κάνει τη σχετική έρευνα, είχα μιλήσει μαζί του, του είχα πάρει και μια συνέντευξη το 2013. Μου έχει δώσει και πολύ γενναιόδωρα το αντίστοιχο αρχειακό υλικό. Έγραψα αυτές τις δύο μελέτες και στη συνέχεια κάπως το ξέχασα, προχώρησα σε άλλα πράγματα και σε άλλες εκθέσεις, μέχρις ότου η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Κατερίνα Γρέγου, στο πλαίσιο της επετείου της μεταπολίτευσης και γενικότερα του ενδιαφέροντος που έχουμε τώρα για αυτή την περίοδο του 1974 – 75, με προσκάλεσε, γνωρίζοντας αυτά τα κείμενα, να ξαναδώ αυτή την έκθεση και πια να κοιτάξουμε αυτό το υλικό εκθεσιακά. Επειδή κατά βάση είμαι επιμελήτρια και την έρευνα την κοιτάω και επιμελητικά, με ενδιέφερε πάρα πολύ η πρόκληση τού να κάνω μία αρχειακού τύπου έκθεση και να συνεργαστώ με το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που είναι και ο κατεξοχήν χώρος που θα έπρεπε να γίνει μία τέτοια έκθεση. Οι καλλιτέχνες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν εδώ είναι το σπίτι τους, εδώ βρίσκονται τα αρχεία τους, τα έργα τους. Τότε δεν υπήρχε μουσείο σύγχρονης τέχνης που έγινε αυτή η έκθεση, οπότε κάπως φυσιολογικά ενσωματώθηκε στο πρόγραμμα του ΕΜΣΤ και γιορτάζεται φέτος τα 50 χρόνια από τότε που εγκαινιάστηκε το περιοδικό.
Εμείς οι επισκέπτες του σήμερα θα δούμε την τέχνη της εποχής του ’75 και αυτό που θεωρούσε τότε ο Έλληνας μοντέρνα τέχνη;
Όχι, αυτή η έκθεση συγκαταλέγεται στο είδος έκθεσης που τη λέμε αρχειακή έκθεση. Δηλαδή, είναι μία έκθεση που εκθέτει με οπτικοακουστικό-κειμενικό τρόπο κατά βάση τεκμήρια και προσπαθεί να ανοίξει έναν φάκελο ντοκουμέντων και να βάλει τον θεατή σε μία εποχή, σε ένα γεγονός. Έχουμε ένα γεγονός, κάνουμε unpack αυτό το γεγονός σαν οπτικοί δημοσιογράφοι τέχνης. Προσπαθούμε να το κάνουμε όμως με τρόπο που να αποτελεί και μια εμπειρία. Υπάρχει το αρχείο που αποτελείται από λίστες έργων, από γράμματα που αντάλλαξαν οι επιμελητές της εποχής. Από χειρόγραφα των καλλιτεχνών, από πρωτότυπες φωτογραφίες και το πώς ήταν η εγκατάσταση στους χώρους που έγινε η έκθεση.


Θα ρίξουμε μια ματιά δηλαδή στο πώς ήταν αυτή η έκθεση τότε;
Ναι, και πρωτότυπων φωτογραφιών. Φωτογραφίες από τα εγκαίνια, από το στήσιμο, από τη συνέντευξη Τύπου, δελτία τύπου. Πάνω από 100 αποκόμματα από τον Τύπο που δείχνουν και τη συζήτηση που έγινε εκείνη την εποχή. Οπότε βλέπουμε το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά την έκθεση τι διαδραματίστηκε. Προσκλήσεις από τις δεξιώσεις που έγιναν όταν άνοιξε η έκθεση στο Λονδίνο. Η Λαίδη Ράσελ παρέθεσε δεξίωση προς τιμήν των επιμελητών, ο υπουργός Πολιτισμού Κωνσταντίνος Τρυπάνης που ήταν απεσταλμένος του Καραμανλή στο Λονδίνο, παρέθεσε δεξίωση για τους επιμελητές. Τον Αλέξανδρο Ιόλα τον βλέπουμε με τη γούνα του που πήγε στο στήσιμο, γιατί ήταν δανειστής κάποιων έργων και βλέπουμε όλους τους συντελεστές αγκαλιά. Η Ελένη Βλάχου έδωσε μια ομιλία και έχουμε το χειρόγραφο της ομιλίας, για παράδειγμα, που ήταν η εκδότρια της Καθημερινής εκείνη την εποχή και έπαιξε και έναν ρόλο. Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, ο οποίος μας έδωσε επίσης ένα πολύ μεγάλο μέρος του προσωπικού του αρχείου και ήταν πολύ σημαντικός παράγοντας της διοργάνωσης. Νεαρός τότε επιμελητής και βοηθός επιμέλειας του Ιωακειμίδη και του Ρόζενταλ, που ήταν επιμελητές τότε, βλέπουμε τον Ζαχαρόπουλο πολύ νεαρό σε φωτογραφίες να είναι πανταχού παρών και να συμμετέχει, αλλά και γράμματα από το προσωπικό του αρχείο. Βλέπουμε πολλά τέτοια πράγματα που μας βάζουν στα «ντεσού».


Είναι ταξίδι στον χρόνο.
Ακριβώς είναι ταξίδι. Οπότε έχουμε το αρχείο στη μέση και γύρω γύρω έχουμε κάποια ενδεικτικά έργα από τη συλλογή του ΕΜΣΤ και κάποια δάνεια, ένα ή δύο από τον κάθε καλλιτέχνη. Όχι τα έργα της έκθεσης, αλλά τα περισσότερα είναι της ίδιας περιόδου με αυτά που εκτέθηκαν στην έκθεση. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι στην έκθεση τα περισσότερα έργα ήταν εγκαταστάσεις και προσαρμοσμένα στον χώρο, πολύ μεγάλα έργα. Κάποια από αυτά τα έχει το ΕΜΣΤ ήταν ας πούμε το Κουτσό του Κανιάρη, αλλά είναι τεράστιο και η αίθουσα αυτή είναι μικρή, είναι το Δωμάτιο με τους καθρέφτες του Σαμαρά και αυτό το έχει το ΕΜΣΤ, αλλά δεν κάναμε μια έκθεση τέτοιων διαστάσεων. Έχουμε έργα όλων των καλλιτεχνών πάρα πολύ ωραία έργα που πολλές φορές δεν τα έχει ξαναδεί από αυτή τη σκοπιά το κοινό, ωστόσο είναι έργα ενδεικτικά. Είναι έργα ως ένδειξη της τέχνης που εκπροσωπούνται σε αυτή την έκθεση, όπου οι επιμελητές ήθελαν να βγάλουν προς τα έξω ως ταυτότητα της ελληνικής πρωτοπορίας της δεκαετίας του ’70.
Είχαμε τότε πρωτοπορία ή έγινε στο πλαίσιο του ελάτε να στηρίξουμε την Ελλάδα που βγαίνει από τη χούντα ή είναι σε χούντα.
Είχαμε βέβαια, απλά η πρωτοπορία αυτή κινούταν και διαμορφώθηκε λόγω της χούντας κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό. Και αυτός ήταν και ένας από τους λόγους για τον οποίο επικρίθηκαν αυτές οι επιλογές. Γιατί τέθηκε ένα ερωτηματικό κατά πόσο θα μπορούσαν να ονομαστούν Έλληνες καλλιτέχνες, αφού διαμόρφωσαν αυτό το είδος της πρωτοπορίας ως καλλιτέχνες της διασποράς ας πούμε. Γιατί επιλέχθηκαν καλλιτέχνες της διασποράς και αν αυτοί οι καλλιτέχνες είναι Έλληνες και αν αυτός ο μήνας είναι ελληνικός, αφού αυτοί οι καλλιτέχνες ζουν έξω; Σήμερα αυτά τα ερωτήματα σε ένα διεθνιστικό, αν θες, παγκόσμιο περιβάλλον όπως αυτό που ζούμε σήμερα μας φαίνονται αστεία ως ερωτήματα. Ωστόσο, τότε ήταν πάρα πάρα πολύ σοβαρά και δόκιμα, σε σημείο που έφτασαν έως την ελληνική Βουλή. Αν και ο μήνας δεν ήταν μια εθνική εκπροσώπηση, δεν ήταν η Μπιενάλε της Βενετίας να πάει από το υπουργείο, ήταν μια ιδιωτική πρωτοβουλία. Ωστόσο, τέθηκε ερώτηση στη Βουλή με ποιο κριτήριο επιλέχθηκαν αυτοί οι καλλιτέχνες;

Προκάλεσε ταραχή εκείνος ο μήνας στο Λονδίνο.
Ναι, και όλο αυτό φαίνεται μέσα από τα δημοσιεύματα στον Τύπο. Έχουμε κι ένα άρθρο του Θόδωρου, ο οποίος εκδηλώνει με σωστά ενδεχομένως επιχειρήματα τη διαμαρτυρία του και άλλων καλλιτεχνών. Υπάρχει ένα ψήφισμα των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών, ένα ψήφισμα των Ελλήνων καλλιτεχνών του Λονδίνου που εκδηλώνουν τη διαμαρτυρία τους, γιατί υπήρχαν κι άλλοι καλλιτέχνες που ίσως να έπρεπε να είχαν επιλεχθεί για τον Ελληνικό Μήνα. Ωστόσο, εκεί έχουμε διάφορα ερωτήματα, τα οποία ξαναλέω στο σήμερα μπορεί να έχουν απαντηθεί. Ότι ο επιμελητής, ας πούμε, κάνει τις δικές του επιλογές και τις χρεώνεται. Τότε όμως δεν ήταν προφανές, ότι ο επιμελητής είναι ελεύθερος να κάνει επιλογές των καλλιτεχνών που του αρέσουν και αυτό αρκεί. Και όταν ο Ιωακειμίδης σε συνέντευξη Τύπου στην ερώτηση γιατί τους έβαλες, είπε «γιατί αυτούς ήθελα» ξεσηκώθηκε το σύμπαν.
Κι όλο αυτό το παρασκήνιο το βλέπουμε στην έκθεση πέρα από τα έργα τέχνης.
Υπάρχουν τα ψηφίσματα, υπάρχει και η συζήτηση στον Τύπο και τα headlines «Δούρειος ίππος ο ελληνικός μήνας», χαμένη ευκαιρία… Ήταν φανταστική ευκαιρία για την προβολή της χώρας, αλλά απέτυχε.
Άρα θα γίνουμε μάρτυρες όλης αυτής της διαμάχης, το έχεις εντάξει μέσα στην έκθεση.
Αυτή η διαμάχη έγινε δημοσίως, με τα χρόνια χάθηκε, ξεχάστηκε και αυτή τη χρησιμότητα έχουν αυτές οι εκθέσεις να το ξαναφέρουν στο προσκήνιο. Μας ενδιαφέρει το ταξίδι στον χρόνο, αλλά νομίζω και το μουσείο και την Κατερίνα Γρέγου και εμένα δεν μας ενδιαφέρει τόσο να πάμε πίσω και να θυμηθούμε, όσο να δούμε τι χρησιμότητα μπορεί να έχουν αυτά τα πράγματα για το σήμερα, για το παρόν, για να τοποθετήσουμε και τους καλλιτέχνες και τις πολιτικές συζητήσεις και τα έργα σε σχέση με αυτό που σήμερα μπορούμε να ονομάσουμε πολιτική τέχνη. Στον τρόπο που σήμερα αναθεωρούμε τη μεταπολίτευση, στον τρόπο που σήμερα φτιάχνουμε μια γενεαλογία των πρωτοποριών στην Ελλάδα. Ξαναβλέπουμε κάποιους καλλιτέχνες που ίσως δεν είχαν τη θέση που τους αξίζει. Κάποιους επιμελητές όπως ο Ιωακειμίδης, του οποίου δεν έχουμε αποτιμήσει ακόμα τη σημασία και ο Ντένης Ζαχαρόπουλος αντιστοίχως και ο Ιόλας, που ναι, το λέμε, αλλά δεν ξέρουμε σε πόσα πράγματα ενδεχομένως ήταν ανακατεμένος. Πολλοί συνάδελφοι έχουν ξεκινήσει να γράφουν την ιστορία της ελληνικής τέχνης και των Ελλήνων καλλιτεχνών. Εγώ πάντα πιστεύω ότι και η ιστορία των εκθέσεων και των θεσμών είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό για να μπορέσει να αποτιμήσει κανείς. Ας πούμε, αυτή η έκθεση επηρέασε πάρα πολύ και τις συζητήσεις για το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και τον τρόπο που τοποθετήθηκαν στη συνέχεια οι γκαλερί και το πώς πήγαν οι πωλήσεις αυτών των καλλιτεχνών. Τον επόμενο χρόνο ο Κανιάρης έκανε μια μεγάλη ατομική έκθεση στο ICA, δεν είναι τυχαίο. Πιο μετά ο Ιωακειμίδης έκανε πολύ μεγάλες εκθέσεις μαζί με τον Ρόζενταλ στη Γερμανία. Θέλω να πω, οι καριέρες επηρεάζονται. Η αγορά, η εκθεσιακή πολιτική από τις εκθέσεις και επιμέλειες είναι πολύ πολιτικές χειρονομίες και η ιστορία της επιμέλειας και η ιστορία των εκθέσεων για μένα που είμαι κατεξοχήν επιμελήτρια, είναι πολύ σημαντικές και χαίρομαι πάρα πολύ που το ΕΜΣΤ με προσκάλεσε να ξεκινήσουμε να γράφουμε αυτή την ιστορία.


Ο επιμελητής τού τότε ανέλαβε αυτή την ευθύνη, την πολιτική, που τον φτάσανε στη Βουλή. Εσύ τι ευθύνη αναλαμβάνεις σήμερα, τώρα;
Εγώ νομίζω έχω αυτή την ευθύνη που μαζί και με άλλους συναδέλφους επιμελητές είναι να δούμε καταρχάς κι εμείς από πού προερχόμαστε. Όχι να γράψουμε μόνο την ιστορία των καλλιτεχνών, αλλά να φτιάξουμε και μια γενεαλογία του δικού μας σιναφιού, του δικού μας επαγγέλματος, όχι μόνο μέχρι το ’70 και πολύ πιο πίσω. Έχω γράψει και για εκθέσεις από το 1920, το 1925, όλου του 20ού αιώνα. Είναι πολύ διαφωτιστική η ιστορία της τέχνης μέσα από την ιστορία των εκθέσεων, το Exhibition History. Νομίζω ότι αυτή είναι μια ευθύνη που οι ιστορικοί τέχνης και επιμελητές καλό είναι να την σηκώνουμε και χαίρομαι που το κάνουν και τα μουσεία, πραγματικά είμαι πολύ ευτυχής.
Έχει και μια δύναμη το επάγγελμα του επιμελητή, δηλαδή αν εσύ βάλεις ένα έργο κάποιου/ας σε μία έκθεση έχει αρχίσει να μπαίνει στην αγορά.
Ναι, επειδή είναι δύναμη, επειδή είναι πολιτική χειρονομία, επειδή η επιμέλεια είναι δημιουργική διαδικασία και επειδή είναι όλα αυτά πρέπει πάντα, όπως είναι και ο ερευνητής και η ερευνητική διαδικασία, να εμπεριέχει τον αναστοχασμό. Δηλαδή και ο επιμελητής και ο ερευνητής πάντα να κάθεται να σκέφτεται πάνω στη δική του ιστορικότητα, στη δική του θέση στην ιστορία, στη δική του ευθύνη, στη δική του γενεαλογία τι υπήρχε πριν, τι υπάρχει μετά. Νομίζω τέτοιου τύπου εκθέσεις δείχνουν ότι έχουμε συναίσθηση και ότι εξασκούμε αυτή την πρακτική του αναστοχασμού. Ίσως αν κάτι μπορούμε να προσάψουμε στους επιμελητές εκείνων των χρόνων είναι ότι δεν είχαν αυτή την έγνοια του να αναρωτηθούν πάνω στην ιδιότητά τους, ίσως δεν είχαν και την πολυτέλεια, δεν το ξέρω. Δεν ήταν τέτοιες εποχές. Ήταν εποχές που κοιτούσαμε την πρόοδο, την αβανγκάρντ, το να πάμε μπροστά. Εμείς νομίζω, ότι επειδή είναι και εδώ και αρκετά χρόνια και στη θεωρία και στην πρακτική και της επιμέλειας εν πολλοίς, κοιτάμε και προς τα μέσα, κοιτάμε και διερωτόμαστε τι είναι αυτό που κάνουμε, τι είναι τα εργαλεία μας. Προβληματιζόμαστε πάνω σε αυτά, πάνω στην επίδραση που έχουν στον χώρο μας, πάνω στους θεσμούς για τους οποίους δουλεύουμε. Θέλω να πιστεύω ότι αυτή η έκθεση κατά βάθος θα κινητοποιήσει μια τέτοια κουβέντα.

Στον επισκέπτη που θα έρθει, που θα κινηθεί ανάμεσα σ’ αυτά τα έργα και τις πληροφορίες για να ζήσει ακόμα καλύτερα την εμπειρία τι του συστήνεις έτσι σαν ένα μικρό οδηγό χρήσης ας πούμε. Πέραν φυσικά του να διαβάσει τις πληροφορίες που υπάρχουν στον χώρο της έκθεσης.
Αυτό είναι το πρώτο που θα έλεγα, θα ήταν να διαβάσει, γιατί προσπάθησα πάρα πολύ. Πραγματικά έκανα τεράστια προσπάθεια, αυτή η έκθεση, αν και αρχειακή, να μπορεί να ειδωθεί χωρίς να πρέπει κανείς να διαβάσει. Μπορείς να μείνεις εκεί δέκα ώρες διαβάζοντας, αλλά να μπορεί να ειδωθεί και από αυτόν που δεν θέλει να διαβάσει ,που θέλει να διαβάσει μηδέν. Οπότε μπορώ να συστήσω να διαβάσει σε αυτόν που θέλει να εντρυφήσει περισσότερο, αλλά είναι μια έκθεση το διαβεβαιώνω που μπορεί να την δει ανετότατα και κάποιος χωρίς να διαβάσει. Αυτό πραγματικά ήταν για μένα ένα στοίχημα και για όλη την ομάδα της έκθεσης και τον Γιάννη τον Αρβανίτη που τη σχεδίασε και πολύ τον ευχαριστώ γι’ αυτό, γιατί πραγματικά ήταν ένα στοίχημα, μια αρχειακή έκθεση στην οποία να πρέπει να διαβάσεις το λιγότερο δυνατό. Ωστόσο οι αρχειακές εκθέσεις θέλουν και ένα engagement θα έλεγα. Ίσως να μην τη δει σαν παρελθόν, να προσπαθεί να τη δει σαν παρόν. Αυτό θα σύστηνα.

Έχουμε αυτό το κακό, τα θέλουμε όλα γρήγορα, έτοιμα και εύπεπτα.
Δεν πειράζει, ας το δει γρήγορα, ας το δει όπως βλέπει το Instagram. Εμένα δεν με πειράζει. Θα είμαι από αυτούς τους ανατρεπτικούς. Ας το δει όπως κάνει scroll στο κινητό του, αλλά ας το δει ως παρόν. Ας μην το δει νοσταλγικά, ας το δει σαν κάτι που θα μπορούσε να συνέβαινε και τώρα και ως έργα που υπάρχουν στο σήμερα. Τα έργα αυτά υπάρχουν ακόμα …και πώς μπορεί να τα δει κανείς αυτά σήμερα, και αν συνέβαινε αυτό σήμερα, τι θα μπορούσε να είναι..; Δηλαδή εγώ, επειδή ξεκίνησες έτσι, το λιγότερο που θα ήθελα να είναι αυτή έκθεση είναι ταξίδι στον χρόνο. Το περισσότερο που θα ήθελα θα ήταν να βγει κανείς έχοντας πολλές ερωτήσεις για το σήμερα.
Μου το ισοπέδωσε η Πολύνα Κοσμαδάκη στο τέλος αυτό το καλλιτεχνικό ταξίδι στον χρόνο που οραματιζόμουν αλλά είχε απόλυτο δίκιο. Το παρελθόν με τα έργα τέχνης του διδάσκει, δεν είναι κάτι το μουσειακό, το εκτεθειμένο, εκεί είναι ένας ζωντανός οργανισμός κάπως τα έργα τέχνης που μας προσφέρουν την ευκαιρία να αναρωτηθούμε για το παρόν και το μέλλον μας. Με αυτή τη ματιά κι εγώ λοιπόν επισκέπτομαι την έκθεση «Ελληνικός μήνας στο Λονδίνο: 50 χρόνια μετά» στον 3ο όροφο του Project Room 1 στο ΕΜΣΤ και θα κρατήσει έως τις 8 Φεβρουαρίου 2026.

