Πόσο απέχουμε από έναν κόσμο όπου η μοναξιά γίνεται δεδομένο, η ανάγκη για συντροφιά μετατρέπεται σε υπηρεσία και το συναίσθημα αποκτά τιμή; Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη εισχωρεί όλο και βαθύτερα στην καθημερινότητά μας, αναλαμβάνοντας όχι μόνο πρακτικές εργασίες αλλά και ρόλους που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αποκλειστικά ανθρώπινους, τα όρια ανάμεσα στην πραγματική επικοινωνία και την προσομοίωσή της γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα.

Αυτόν τον κόσμο εξερευνά η Γιώτα Αργυροπούλου στη νέα της παράσταση «ΒΑΒΕΛ», υπογράφοντας το κείμενο και τη σκηνοθεσία μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται σε ένα παράξενο τηλεφωνικό κέντρο εξυπηρέτησης πελατών. Εκεί, δύο εργαζόμενοι και ένα «έξυπνο» μηχάνημα τεχνητής νοημοσύνης αναλαμβάνουν να διαχειριστούν ανθρώπινες κρίσεις, παράπονα, φόβους και ανάγκες. Η φροντίδα υπακούει σε πρωτόκολλα, η ενσυναίσθηση γίνεται επαγγελματική δεξιότητα και η ανθρώπινη επαφή μετατρέπεται σε προϊόν.

Μετά την «IRЯINA», η ομάδα blindspot επιστρέφει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά με ένα έργο που συνομιλεί με μερικά από τα πιο επείγοντα ερωτήματα της εποχής μας. Αξιοποιώντας τη διαδραστική τεχνολογία ως οργανικό μέρος της σκηνικής δράσης, η «ΒΑΒΕΛ» δεν αναρωτιέται μόνο τι μπορούν να κάνουν οι μηχανές για εμάς, αλλά και τι συμβαίνει σε εμάς καθώς μαθαίνουμε να ζούμε μαζί τους.

Με τη Γιώτα Αργυροπούλου συζητάμε για την τεχνητή νοημοσύνη, την εμπορευματοποίηση του συναισθήματος, τη μοναξιά και την ανάγκη να μας ακούσει πραγματικά κάποιος.

Στη «ΒΑΒΕΛ» φαντάζεστε έναν κόσμο όπου η μοναξιά γίνεται δεδομένο, η ανάγκη για συντροφιά μετατρέπεται σε υπηρεσία και το συναίσθημα σε προϊόν. Πόσο μακριά πιστεύετε ότι βρισκόμαστε πραγματικά από έναν τέτοιο κόσμο;

Νομίζω ότι ήδη βιώνουμε πτυχές ενός τέτοιου κόσμου. Το συναίσθημά μας αποτελεί μια πηγή που αξιοποιείται εμπορικά από προϊόντα και υπηρεσίες που υπόσχονται να μας κάνουν να νιώσουμε καλύτερα, συχνά επενδύοντας στις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις ανασφάλειές μας. Η μοναξιά είναι ένα από τα συναισθήματα που φοβόμαστε περισσότερο. Και αυτός ο φόβος αποτελεί ήδη αντικείμενο αξιοποίησης από εταιρείες και υπηρεσίες στον πραγματικό κόσμο. Στη ΒΑΒΕΛ, η μοναξιά γίνεται πρώτη ύλη για την προσέλκυση πελατών που αναζητούν στήριξη, επικοινωνία και συντροφιά. Εκεί ξεκινά ο μυθοπλαστικός μας κόσμος. Ένας κόσμος που, μέσα από τη θεατρική μεταφορά και τον συμβολισμό του, αναγνωρίζουμε ως ανησυχητικά κοντινό στον δικό μας.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στη δημιουργία αυτής της ιστορίας;

Όταν άρχισα να φαντάζομαι τη «ΒΑΒΕΛ», πριν από περίπου πέντε χρόνια, με απασχολούσε η ολοένα μεγαλύτερη εμπλοκή της τεχνολογίας σε περιοχές της ζωής βαθιά προσωπικές: την επικοινωνία, τη συναισθηματική υποστήριξη, την ανάγκη να μας ακούσει κάποιος. Άρχισα να αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό αυτές οι ανάγκες μπορούν να οργανωθούν, να αυτοματοποιηθούν και να μετατραπούν σε υπηρεσίες. Τι χάνεται ή τι μεταβάλλεται σε αυτή τη διαδικασία; Και πώς αλλάζει η ίδια η ανθρώπινη φύση; Με ενδιαφέρει να εξερευνήσω την αντίφαση που βιώνουμε σήμερα. Διαθέτουμε όλο και περισσότερα μέσα επικοινωνίας, κι όμως μοιάζει να δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να συνεννοηθούμε. Είναι ζήτημα εξοικείωσης με τα νέα μέσα και προσαρμογής στις δυνατότητές τους; Ή μήπως η δυσκολία αυτή αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο, σχετικά με τον τρόπο που επικοινωνούμε και συνδεόμαστε μεταξύ μας; Η «ΒΑΒΕΛ» γεννήθηκε μέσα από αυτές τις ανησυχίες, αλλά και από την επιθυμία να φανταστώ τι συμβαίνει όταν η ανάγκη μας για τον άλλον εντάσσεται σε ένα σύστημα που υπόσχεται διαρκή ικανοποίηση και παρουσία, ενώ λειτουργεί με όρους αποτελεσματικότητας και κέρδους.

Νικολίτσα Ντρίζη

Ο τίτλος «ΒΑΒΕΛ» παραπέμπει στον βιβλικό μύθο, στη σύγχυση των γλωσσών και στην αδυναμία συνεννόησης. Στη δική σας Βαβέλ, όμως, διαθέτουμε περισσότερα μέσα επικοινωνίας από ποτέ. Μήπως τελικά η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας είναι ότι επικοινωνούμε αδιάκοπα, αλλά δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον;

Όλες αυτές οι δυνατότητες επικοινωνίας συχνά παράγουν περισσότερο θόρυβο και σύγχυση παρά ουσιαστική σύνδεση. Ίσως αυτός να είναι ο δικός μας σύγχρονος Πύργος της Βαβέλ. Η τεχνολογική εξέλιξη μάς προσφέρει ολοένα περισσότερους τρόπους να επικοινωνούμε, όλο και πιο σύνθετους και εξελιγμένους. Και παρά τις δυνατότητες σύνδεσης, η πραγματική επικοινωνία μοιάζει να γίνεται όλο και πιο ανέφικτη. Στην προσπάθειά μας να ακολουθήσουμε τους ρυθμούς, τις απαιτήσεις και τις διαφορετικές πραγματικότητες επικοινωνίας που διαρκώς πολλαπλασιάζονται, χανόμαστε, αλλάζουμε, αποσυνδεόμαστε. Ίσως τελικά το μέσο να γίνεται πιο ισχυρό από το περιεχόμενο.

Η νέα υπάλληλος της «ΒΑΒΕΛ» καλείται να διαχειρίζεται ανθρώπινες κρίσεις χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά. Μήπως τελικά, στην προσπάθειά μας να κάνουμε τις μηχανές περισσότερο ανθρώπινες, εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους να λειτουργούν όλο και περισσότερο σαν μηχανές;

Αυτό είναι ίσως το μεγάλο παράδοξο της εποχής μας. Καλούμαστε να γίνουμε όλο και πιο αποδοτικοί, γρήγοροι και παραγωγικοί, να λειτουργούμε με τους ρυθμούς των μηχανών. Την ίδια στιγμή, προσπαθούμε να εμφυσήσουμε στις μηχανές όλο και περισσότερα στοιχεία της ανθρώπινης εμπειρίας: συναίσθημα, ενσυναίσθηση, αίσθηση παρουσίας. Η συνεργασία ανθρώπου και μηχανής θα μπορούσε να ανοίξει δημιουργικές δυνατότητες, αν δεν καθοριζόταν τόσο έντονα από την πίεση, τη διαρκή επιτάχυνση και το κέρδος. Οι ρυθμοί που επιβάλλει η τεχνολογική ανάπτυξη γίνονται οι ρυθμοί με τους οποίους καλούμαστε να ζούμε και να εργαζόμαστε. Προσπαθούμε διαρκώς να τους προλάβουμε, να γίνουμε πιο γρήγοροι, πιο αποτελεσματικοί, πιο παραγωγικοί. Η μηχανοποίηση του ανθρώπου για οικονομικούς λόγους είναι κάτι που αξίζει να σταθούμε και να αναλογιστούμε. Να αναρωτηθούμε τι χάνουμε στην προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε σε αυτές τις απαιτήσεις, να αναζητήσουμε τρόπους αντίστασης και να ξαναφανταστούμε εναλλακτικές.

Δημήτρης Ξανθόπουλος

Στη «ΒΑΒΕΛ» συνεργάζεστε με την ομάδα Uncharted Limbo Collective, που έχει σχεδιάσει τον κεντρικό διαδραστικό μηχανισμό της παράστασης. Πώς συνομιλεί αυτός ο μηχανισμός με τους ηθοποιούς και τη δραματουργία; Και πόσο χώρο αφήνετε στο απρόβλεπτο μέσα σε μια παράσταση όπου η τεχνολογία έχει τόσο καθοριστικό ρόλο;

Όταν εντάσσεις την τεχνολογία σε μια παράσταση, το απρόβλεπτο είναι εξαρχής μέρος της εξίσωσης. Υπάρχουν οι αστάθμητοι παράγοντες της ίδιας της τεχνολογίας, αλλά και εκείνοι που συνοδεύουν κάθε θεατρική παράσταση. Το θέατρο δεν μπορεί να ελεγχθεί απόλυτα. Ο φόβος ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά είναι μέρος της διαδικασίας, όπως και η ανάγκη να συμφιλιωθείς με αυτήν την αλήθεια. Κάποια λάθη μάς οδηγούν σε απρόσμενες, δημιουργικές στιγμές· άλλα δυσκολεύουν την παράσταση. Και τα δύο είναι μέρος της εμπειρίας. Τον διαδραστικό μηχανισμό της «ΒΑΒΕΛ» σχεδίασαν η Ελεάνα Πολυχρονάκη και ο Γιώργος Αδαμόπουλος από την ομάδα Uncharted Limbo Collective, με αφετηρία το έργο, τη δραματουργία και τις συζητήσεις μας. Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα τεχνολογικό στοιχείο που προστέθηκε εκ των υστέρων, αλλά για έναν μηχανισμό που βρίσκεται στον πυρήνα της παράστασης και συνομιλεί διαρκώς με τους ηθοποιούς και τη δράση. Αυτή η συνεργασία είναι ιδιαίτερα δημιουργική, αλλά και απαιτητική, γιατί χρειάζεται να συνυπάρξουν διαφορετικές γλώσσες και τρόποι σκέψης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο πώς η τεχνολογία μπορεί να γίνει μέρος της θεατρικής αφήγησης, χωρίς να την υποκαθιστά, και στο πώς η ζωντανή παρουσία μπορεί να την επηρεάζει, να την ενεργοποιεί ή να την ανατρέπει.

Η blindspot δημιουργεί εδώ και χρόνια παραστάσεις που συνδυάζουν διαφορετικές καλλιτεχνικές γλώσσες, από το θέατρο και τον κινηματογράφο μέχρι τις νέες τεχνολογίες. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας γοητεύει στη ζωντανή θεατρική συνάντηση; Υπάρχει κάτι στην παρουσία ενός ηθοποιού απέναντι σε έναν θεατή που καμία τεχνολογική εξέλιξη δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει;

Κάθε φορά που βρίσκομαι σε μια παράσταση, εξακολουθεί να με συγκινεί η παρουσία ενός ηθοποιού ή ενός χορευτή. Το πώς ένα σώμα, μια φωνή, μια ιδέα μπορούν να αποκτήσουν ζωή μπροστά μας, παραμένει για μένα μια από τις πιο ποιητικές δυνατότητες της ζωντανής τέχνης. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη. Το θέατρο δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στη σκηνή, αλλά και το γεγονός ότι άνθρωποι συγκεντρώνονται στον ίδιο χώρο για να μοιραστούν μια εμπειρία. Είναι μια συνάντηση σωμάτων, βλεμμάτων και χρόνων, ένα κοινωνικό συμβάν που κουβαλά την ιστορία μιας κοινότητας που δημιουργεί, έστω προσωρινά, μια άλλη μορφή συνύπαρξης. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για να διευρύνουμε τις δυνατότητες της θεατρικής γλώσσας. Αυτό που εξακολουθεί, όμως, να με γοητεύει είναι η ζωντανή, εύθραυστη συνθήκη της συνάντησης. Το γεγονός ότι κάτι συμβαίνει εδώ και τώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων ακριβώς τι θα συμβεί.

Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν κάθε μας κίνηση αφήνει ένα ψηφιακό ίχνος. Πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμη ένας ιδιωτικός χώρος της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν μπορεί να καταγραφεί ή να προβλεφθεί;

Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει, αλλά κυρίως ότι έχουμε ανάγκη να τον προστατεύσουμε. Ένας χώρος όπου οι σκέψεις και οι επιθυμίες μας δεν χρειάζεται να γίνονται ορατές, να εξηγηθούν ή να αξιολογηθούν. Όπου μπορούμε να μην γνωρίζουμε ακόμη τι θέλουμε, να αλλάζουμε γνώμη, να δοκιμάζουμε, να αντιφάσκουμε, χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε λογαριασμό. Αυτός ο χώρος δεν είναι μόνο η ιδιωτικότητα με την τεχνική έννοια, αλλά και η εσωτερική ελευθερία να παραμένουμε ανοιχτοί σε όσα δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει για τον εαυτό μας. Να μην γινόμαστε απολύτως προβλέψιμοι, ούτε καν στα δικά μας μάτια. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται ένα σημαντικό κομμάτι της ελευθερίας μας, αλλά και της δυνατότητάς μας να συνδεόμαστε ουσιαστικά με τους άλλους.

Χρήστος Κραγιόπουλος

Αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορούσε κάποτε να μας προσφέρει απεριόριστη προσοχή, και διαρκή διαθεσιμότητα, τι θα σήμαινε αυτό για τις πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις, που είναι συχνά δύσκολες, ατελείς και γεμάτες παρεξηγήσεις; Μήπως η ατέλεια είναι τελικά ένα από τα πιο πολύτιμα στοιχεία της ανθρώπινης επικοινωνίας;

Νομίζω πως η ατέλεια και αυτό που συχνά ονομάζουμε αδυναμία είναι από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης, παρόλο που δυσκολευόμαστε να τα αποδεχτούμε. Αναζητούμε τη γρήγορη ικανοποίηση, θέλουμε να αποφεύγουμε την αμηχανία, την απόρριψη, την παρεξήγηση, τις στιγμές που δεν ξέρουμε τι να πούμε ή πώς να σταθούμε απέναντι στον άλλον. Όμως αυτές ακριβώς οι στιγμές είναι μέρος μιας πραγματικής σχέσης. Η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει να υπόσχεται μια επικοινωνία απαλλαγμένη από τις δυσκολίες της ανθρώπινης επαφής: είναι διαθέσιμη, ανταποκρίνεται, δεν κουράζεται με τον ίδιο τρόπο, δεν έχει τις δικές της ανάγκες που πρέπει να συνυπολογίσεις. Αλλά η ανθρώπινη σχέση δεν είναι μόνο η ικανοποίηση μιας ανάγκης. Είναι και η συνάντηση με κάτι που δεν ελέγχεις, με κάποιον που έχει διαφορετικές επιθυμίες, όρια και αντιστάσεις. Επιπλέον, η τεχνολογία δεν είναι απαλλαγμένη από το λάθος. Η εντύπωση ότι μπορεί να μας προσφέρει μια τέλεια, ουδέτερη και αλάνθαστη ανταπόκριση είναι και αυτή μέρος μιας κατασκευασμένης εικόνας. Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο να μην είναι να εξαλείψουμε τις αδυναμίες μας, αλλά να μάθουμε να ζούμε μαζί τους. Να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε πάντα δυνατοί, σαφείς ή διαθέσιμοι, ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα. Αυτή η αποδοχή δεν μας κάνει λιγότερο ικανούς. Ίσως μας κάνει πιο ειλικρινείς και διαθέσιμους σε μια ουσιαστική συνάντηση -με τους άλλους και τον εαυτό μας.

Θα ήθελα να κλείσουμε επιστρέφοντας σε μια πολύ απλή ανθρώπινη ανάγκη: να μας ακούσει κάποιος. Τι σημαίνει για εσάς να ακούς πραγματικά έναν άλλον άνθρωπο; Και πιστεύετε ότι εξακολουθούμε να διαθέτουμε τον χρόνο και την προσοχή που απαιτεί αυτή η πράξη;

Όλα γύρω μας μοιάζουν να μας λένε ότι δεν υπάρχει χρόνος για να ακούσουμε, να δώσουμε προσοχή, να σταθούμε πραγματικά σε όσα λέει ο άλλος. Νομίζω, όμως, ότι χρειάζεται να σταματήσουμε για λίγο και να αναρωτηθούμε ποιος ορίζει αυτόν τον χρόνο και γιατί πρέπει διαρκώς να υπακούμε στους ρυθμούς που μας επιβάλλονται. Το να ακούς έναν άνθρωπο σημαίνει να του δίνεις χώρο. Να μην είσαι ήδη απασχολημένος με την απάντησή σου, να μην προσπαθείς αμέσως να διορθώσεις αυτό που σου λέει ή να το χωρέσεις σε κάτι που ήδη γνωρίζεις. Να είσαι παρών, ακόμη κι όταν δεν ξέρεις τι να πεις. Αν καταφέρουμε να πάρουμε ξανά τον χρόνο στα χέρια μας, να κοιτάξουμε τους ανθρώπους μας και να τους συναντήσουμε χωρίς διαρκή βιασύνη, ίσως η επικοινωνία να πάψει να είναι άλλη μία υποχρέωση και να γίνει ξανά μια πραγματική δυνατότητα. Ο χρόνος που δίνουμε στον άλλον είναι χρόνος που δίνουμε και στον εαυτό μας. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μπορούν να γεννηθούν η εμπιστοσύνη, η οικειότητα και το απρόβλεπτο. Το να ακούς είναι μια απλή πράξη, που προϋποθέτει όμως μια σημαντική απόφαση. Να είσαι διαθέσιμος. Και ίσως αυτό να είναι μια καλή αρχή.

Info παράστασης:

ΒΑΒΕΛ | Δημοτικό Θέατρο Πειραιά