Ο Henri Cartier-Bresson και η Martine Franck ήταν σύντροφοι ζωής για περισσότερα από 30 χρόνια. Αν και το φωτογραφικό τους στιλ διέφερε, μοιράζονταν μια κοινή φιλοσοφία για τη φωτογραφία. Εκείνη επικεντρωμένη στο συναίσθημα, με ένστικτο και ένα οικείο βλέμμα που εμπνέει εμπιστοσύνη και σεβασμό στους ανθρώπους, φωτογραφίζει ηλικιωμένους, φτωχούς, κοινωνικά αποκλεισμένους εξερευνώντας ποικίλους κόσμους από το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα, τους βουδιστικούς ναούς στο Θιβέτ, ως τον βιομηχανικό Βορρά της Αγγλίας.
Δεν επιζητά δεξιοτεχνία, επιδιώκει μια βαθιά σχέση με τα θέματά της. «Ένας τρόπος για να είσαι με τους άλλους» είναι για εκείνη η φωτογραφία. «Αυτό που έχει σημασία είναι το πέταγμα προς τους άλλους». Και η Martine Franck από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι το τέλος της ζωής της πέταξε, λάτρεψε, αποτύπωσε και κοίταξε με ειλικρίνεια τον κόσμο βαθιά μέσα στα μάτια, δημιουργώντας με υπομονή ένα απαιτητικό, συγκινητικό και εξαίσιο φωτογραφικό έργο.
Το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή παρουσιάζει ένα διπλό φωτογραφικό αφιέρωμα που παρουσιάζεται παράλληλα και στα δυο του μουσεία, στην Αθήνα και στην Άνδρο έως τις 27 Οκτωβρίου 2024.
Στην Άνδρο παρουσιάζεται η αναδρομική έκθεση της Martine Franck με 150 φωτογραφίες της με τίτλο «Κοιτάζοντας τους άλλους». Στο αφιέρωμα εκτίθενται αναλυτικά όλες οι θεματικές που απασχόλησαν τη Franck κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής της πορείας, δηλαδή τα διαφορετικά στάδια του κύκλου ζωής του ανθρώπου (παιδική ηλικία, μύηση, ωριμότητα), ο κόσμος της εργασίας, πολιτικά και κοινωνικά θέματα (διαδηλώσεις, πορτρέτα, κριτική του υπερκαταναλωτισμού) αλλά και οι φεμινιστικοί αγώνες. Μια έκθεση που φιλοδοξεί να κάνει γνωστή την τεράστια συνεισφορά της Martine Franck στη φωτογραφία.
Η κλίση, τα πρώτα ταξίδια, οι πρώτες εικόνες
Όλα ξεκίνησαν με ένα ταξίδι που στάθηκε τελικά ένα ταξίδι ζωής, μια ανακάλυψη της κλίσης που ούτε η ίδια δεν γνώριζε. Στα 24 χρόνια της, λίγο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τέχνης, πρώτα στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και κατόπιν στη Σχολή του Λούβρου στο Παρίσι, αποφασίζει να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ασία, παρέα με τη στενή της φίλη, Αριάν Μνουσκίν. Βρισκόμαστε στο 1963, εποχές διόλου ιδανικές για να κάνουν δύο νέες γυναίκες ένα τέτοιο ταξίδι. Αν και ντροπαλή και εσωστρεφής η Martine Franck διαθέτει δυναμισμό, πείσμα και τόλμη να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της.
«Μια μέρα ξεκίνησα ένα ταξίδι, για να σκεφτώ τι θα έκανα στη ζωή μου. Ο ξάδελφός μου που λάτρευε τη φωτογραφία, μου δάνεισε μια Leica. Δεν ήξερα πώς να τη χρησιμοποιώ, έμαθα εμπειρικά. Εκείνη η επαφή με την Ανατολή μού γέννησε την επιθυμία να ασχοληθώ με τη φωτογραφία», θα γράψει στο ημερολόγιό της καταγράφοντας τις εντυπώσεις αυτού του ταξιδιού. Μέσα σε έξι μήνες διέσχισαν ολόκληρη την Ασία. Ταξιδεύει στην Κίνα, στην Ιαπωνία, το Χονγκ Κονγκ, την Καμπότζη, την Ταϊλάνδη, το Νεπάλ, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, καταλήγοντας στην Ελλάδα και την Ιταλία.
Ένα από τα πρώτα θέματα που θα την απασχολήσουν στα πρώτα της βήματα αλλά και θα την ακολουθήσουν σε όλη της τη σταδιοδρομία είναι τα τοπία. Κυρίως επικεντρωμένα στη θάλασσα και στα δέντρα, οι εικόνες αυτές, ήρεμες, γαλήνιες αποτυπώνουν όλα όσα νιώθει όταν βρίσκεται στη φύση, παρότι είναι ένα κορίτσι που έχει μεγαλώσει στην πολύβουη πόλη του Λονδίνου. Ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων επιζητά την ησυχία απαθανατίζοντάς τα δέντρα συχνά σαν ανθρώπινες φιγούρες.
«Πάντα φωτογράφιζα τοπία, από ευχαρίστηση, από ανάγκη. Αυτό το είδος φωτογράφισης είναι το αντίθετο του στιγμιότυπου. Πρέπει να βρεις πρώτα τον χρόνο να το παρατηρήσεις, να τροφοδοτηθείς. Είναι μια μορφή οπτικού διαλογισμού εμπρός σε άγνωστους χώρους, που συχνά τους έχει σημαδέψει το ανθρώπινο χέρι», η ίδια έχει δηλώσει. Να βρίσκεται στη φύση, ανάμεσα στα δέντρα και τα νερά, είναι για εκείνη ένα είδος πνευματικής άσκησης.

Η αγαπημένη της φίλη Αριάν Μνουσκίν θα ιδρύσει το Θέατρο του Ήλιου και η Martine Franck συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος. Μέσα και έξω από τη σκηνή, στα παρασκήνια η Franck στέκεται και φωτογραφίζει όλα όσα συμβαίνουν. Είναι λάτρης της τέχνης και το θέατρο, όπως και το Μουσείο αργότερα θα ενταχθεί στη φωτογραφική της περιπέτεια δυναμικά. Φωτογραφίζει όλα τα στάδια παραγωγής των παραστάσεων∙ οι φωτογραφίες της δημοσιεύονται σε περιοδικά, σε θεατρικά προγράμματα και γίνονται αφίσες.
«Δεν είναι φωτογράφος του πεζοδρομίου» θα πει για εκείνη ο μετέπειτα σύντροφος της Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν. Η Martine Franck χρειάζεται χρόνο, παρατηρεί, αφουγκράζεται. Eργάζεται στη σκηνή κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για τις παραστάσεις και η αυξημένη ελευθερία και εγγύτητα στα θέματα αντανακλάται στον δυναμισμό των φωτογραφιών που προέκυψαν: δυναμικές και συχνά παιχνιδιάρικες συνθέσεις, ζωντανά χρώματα. «Μια φωτογραφία δεν είναι οπωσδήποτε ένα ψέμα, αλλά δεν είναι ούτε η αλήθεια. Μάλλον είναι μια υποκειμενική, εφήμερη εντύπωση. Αυτό που αγαπώ στη φωτογραφία είναι ακριβώς η στιγμή που δεν μπορείς να προβλέψεις, πρέπει να είσαι συνέχεια σε εγρήγορση, έτοιμος να χαιρετήσεις το εφήμερο», αναφέρει. Ο ίδιος ο δρόμος είναι για εκείνη ένα θέατρο, μια σύνθεση σκηνοθετημένη που στέκεται μπροστά σου σαν έργο τέχνης.
Η φωτογραφία για εκείνη είναι μέσο βιοπορισμού. Φωτογραφίζει και δημοσιεύει τα έργα της σε περιοδικά μεγάλα, συχνά μετά από ανάθεση. Αν και κατάγεται από εύπορη οικογένεια, η οικονομική ανεξαρτησία της είναι απαραίτητη. Πριν συνεργαστεί με το πρακτορείο Magnum, κάτι που θα γίνει μετά το 1983, εργάζεται στο πρακτορείο Vu.


Η πολιτική σκηνή, οι διαδηλώσεις και το γυναικείο κίνημα
Την ενδιαφέρει να αναδείξει ζητήματα κοινωνικής αδικίας, θέματα εργασίας και τα κινήματα για διεκδίκηση καλύτερων όρων βρίσκονται στην καρδιά της δουλειάς της. Θέλει να καταδικάσει την αδικία και επιδιώκει να αναδείξει τον ενεργό πολίτη που δεν μένει σιωπηλός αλλά ξεσηκώνεται. Δεν θεωρεί τον εαυτό της στρατευμένο αλλά μάρτυρα καταστάσεων. Νιώθει το ηθικό χρέος να αναδείξει τα γεγονότα. «Δεν θέλω απλώς να τεκμηριώνω, θέλω να ξέρω γιατί κάποιο πράγμα με ενοχλεί ή με έλκει και πώς μια κατάσταση μπορεί να επηρεάζει το πρόσωπο που αφορά», έχει αναφέρει.
Το 1979 φωτογραφίζει έξι σημαντικά πορτρέτα σύγχρονων γυναικών που θα αποτελέσουν την ιδρυτική ομάδα της Διεθνούς Επιτροπής για τα Δικαιώματα των Γυναικών, ανάμεσά τους η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η Σιμόν Βέιλ, η Ζιζέλ Χαλιμί, ενώ το 1991, στο απόγειο της δημιουργικότητάς της, το υπουργείο για τα Δικαιώματα των Γυναικών τής αναθέτει να φωτογραφίσει γυναίκες που ασκούν επαγγέλματα τα οποία θεωρούνται αντρικά. «Όταν κάποιος πετυχαίνει σε κάτι, το βρίσκω θαυμάσιο. Πάντοτε με έλκυαν οι άνθρωποι που έχουν πάθος για αυτό που κάνουν. Και πάντοτε με ενδιέφερε το γυναικείο ζήτημα», αναφέρει.
Το 1996 θα γίνει μάρτυρας με τη φωτογραφική της μηχανή ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα κοινωνικής αδικίας στη Γαλλία όταν αποτυπώνει με τη φωτογραφική μηχανή της γυναίκες πρόσφυγες από την Υποσαχάρια Αφρική με τα παιδιά τους, οι οποίες έχουν κάνει κατάληψη στην εκκλησία Σεν- Μπερνάρ στο 18ο διαμέρισμα του Παρισιού ύστερα από τη θετική απάντηση του ιερέα της εκκλησίας, λίγο πριν εισβάλει η αστυνομία για να τις διώξει. Οι εικόνες της είναι αυτές που θα αναδείξουν αυτό το γεγονός, στρέφοντας τα βλέμματα στο ζήτημα της μετανάστευσης. Τα πορτρέτα των μανάδων με τα παιδιά τους μέσα στην εκκλησία θα γίνουν μερικά από τα πλέον γνωστά έργα της.
Η παιδική ανεμελιά και η συγκινητική τρίτη ηλικία
Σημαντικό κεφάλαιο στο καλλιτεχνικό της έργο έχουν τα παιδικά και η τρίτη ηλικία. Η ανεμελιά των παιδιών τη γοητεύει και τα απαθανατίζει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Το 1965 της έχει ανατεθεί ένα φωτορεπορτάζ σε μια βιβλιοθήκη για παιδιά στο Κλαμάρ της Γαλλίας, μια φωτογραφία που θα γίνει μία από τις πλέον εμβληματικές εικόνες της, ενώ στην Ινδία θα φωτογραφίσει Θιβετιανούς μοναχούς και ένα παιδί «τούλκου» (μετενσάρκωση ενός βουδιστή πνευματικού ηγέτη).


Τα γηρατειά θα την απασχολήσουν επίσης πολύ στο έργο της. Αφιερώνει πολύ χρόνο σε γηροκομεία με την πεποίθηση πως ο τρόπος διαβίωσης των ανθρώπων εκεί, αποτελεί ένδειξη για τον πολιτισμό μιας χώρας. Δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στις αρχές όταν διαπιστώνει σκληρές συνθήκες διαβίωσης και θα εκδώσει δύο φωτογραφικά λευκώματα. «Δεν μπορείτε να φωτογραφίζετε τα πάντα. Υπάρχουν στιγμές που ο πόνος και η ανθρώπινη φθορά σε πιάνουν και σε σταματούν. Άλλες καταστάσεις που είναι κοινωνιολογικά ενδιαφέρουσες, δεν σημαίνουν τίποτα οπτικά. Η φωτογραφία κυρίως δείχνει, περισσότερο από ό,τι καταδεικνύει, τα πράγματα. Δεν εξηγεί το “γιατί” των πραγμάτων», γράφει στο βιβλίο της “Le temps de vieillir” («Ο χρόνος να γεράσεις») το 1980.
Επί τριάντα χρόνια και σε εκατοντάδες δυνατές εικόνες, η Martine Franck χρησιμοποίησε τη φωτογραφική της μηχανή για να διερευνήσει τις κοινωνικές συνθήκες της γήρανσης και την καθημερινή ζωή ηλικιωμένων ανθρώπων σε πολλά κοινωνικά στρώματα. Τους φωτογράφισε στο οικιακό τους περιβάλλον, σε ιδρύματα, σε κοινωνικές συναθροίσεις, αλλά και μόνους τους, παρέχοντας προκλητικές εικόνες που προβάλλουν την πολύπλευρη φύση της περιθωριοποίησης.

Μία από τις φωτογραφίες της που προκαλούν συγκίνηση είναι εκείνη μίας ηλικιωμένης σε γηροκομείο στην περιοχή Ιβρύ-συρ-Σεν, στη Γαλλία, τραβηγμένη το 1975.
Ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν και η Martine Franck ήταν αγαπημένοι φίλοι του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καρτιέ-Μπρεσόν εγκαινίασε τη νέα πτέρυγα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στην Άνδρο το 1987 με μία έκθεση 150 φωτογραφιών του, που είχε εκείνος επιλέξει. Ταξίδεψε μάλιστα ο ίδιος στη Χώρα της Άνδρου για να επιβλέψει το στήσιμο της έκθεσης.
Επίσης, η Φρανκ δημιούργησε ένα από τα ωραιότερα πορτρέτα της Ελίζας Γουλανδρή, φωτογραφημένο στο Γκστάαντ τον Δεκέμβριο του 1999, μόλις έξι μήνες πριν τον θάνατο της Ελίζας Γουλανδρή τον Ιούλιο του 2000. Μια φιλία που επισφραγίζεται με τις δύο εκθέσεις που συνοδεύονται από αναλυτικό κατάλογο με κείμενα των τριών επιμελητών, του Διευθυντή του Ιδρύματος Henri Cartier-Bresson Clément Chéroux, της Υπεύθυνης Συλλογών του Ιδρύματος Henri Cartier-Bresson Aude Raimbault και της Υπεύθυνης Συλλογής του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή Μαρίας Κουτσομάλλη-Moreau.




