Γυαλιστερές, κατακόκκινες κερασόπιτες, γλειφιτζούρια, πάστες στολισμένες με κάθε λογής ζαχαρωτά και εκείνη η διάφανη γυάλινη μπάλα γεμάτη στρογγυλές καραμέλες, έτοιμη να τριγυρίσει σε παιδικά όνειρα. Πίτες λεμονιού με αφράτη μαρέγκα, πάγκοι ντελικατέσεν, χρωματιστά γλυκά στοιχισμένα με ακρίβεια – εικόνες που έχουν ταυτιστεί με ένα μεγάλο κομμάτι της αμερικανικής καθημερινότητας των δεκαετιών του ’50 και του ’60.
Στον καμβά του Γουέιν Τιμπό, όλα αυτά τα γνώριμα αντικείμενα μεταμορφώνονται: από καθημερινές απολαύσεις γίνονται σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής – της μεταπολεμικής Αμερικής της αφθονίας, της επιθυμίας και της λαχτάρας για ομορφιά. Με χρώματα ολοζώντανα, εκρηκτικά και εκείνες τις γλυπτικές πινελιές, ο Γουέιν Τιμπό στήνει μια σχεδόν ζωντανή, φωτογραφική ζωγραφική βιτρίνα της ευτυχίας, όπου πίσω από τη λάμψη της ζάχαρης κρύβεται μια λεπτή, υπαρξιακή μελαγχολία.
Η πρώτη μεγάλη έκθεση του έργου του στη Βρετανία, που παρουσιάζεται στη Courtauld Gallery, συγκεντρώνει 21 έργα από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές των ΗΠΑ, μεταξύ αυτών και έργα από το Ίδρυμα Γουέιν Τιμπό, που ίδρυσε η οικογένειά του. Στον πυρήνα της βρίσκεται τα έργα της δεκαετίας του ’60 – η εποχή που τον καθιέρωσε και καθόρισε τη ζωγραφική του ταυτότητα: λαχταριστές απεικονίσεις από κερασόπιτες, γλυκά, παγωτά, hot dogs, candy counters και pinball machines. Με αυτά, ο Τιμπό επαναπροσδιόρισε το είδος της νεκρής φύσης, προσδίδοντάς του νέα σημασία μέσα στην εποχή της ευημερίας και της υπερκατανάλωσης.


Εμπνεόταν από μεγάλους ζωγράφους του παρελθόντος, όπως ο Ζαν-Σιμεόν Σαρντέν, ο Πολ Σεζάν και ο Εντουάρ Μανέ. Θαύμαζε το πώς οι πίνακές τους μιλούσαν για την εποχή τους και αναζητούσε έναν εξίσου προσωπικό και σύγχρονο εικαστικό λόγο. «Κάθε εποχή παράγει τη δική της νεκρή φύση», δήλωνε το 1962. Ένα από τα έργα-ορόσημα που τον ενέπνευσαν ήταν το “A Bar at the Folies-Bergère” του Μανέ (Συλλογή Courtauld Gallery) – μια εμβληματική απεικόνιση της κουλτούρας κατανάλωσης του 19ου αιώνα στο Παρίσι, με βιτρίνες γεμάτες μπύρα, σαμπάνια και λικέρ μέντας. Οι πίτες λεμονιού, τα γλειφιτζούρια και τα γλυκά του Τιμπό έχουν γίνει εικόνες ενός πολιτισμού που γεύεται τη χαρά και την υπερβολή του, ενώ ταυτόχρονα υπαινίσσεται τη μοναξιά που κρύβεται κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια.
Είναι αλήθεια πως ο Γουέιν Τιμπό δεν υπήρξε ποτέ pop artist. Ούτε και όπως ο ίδιος επιμένει, «ρεαλιστής»: «Δεν έχω μεγάλη σχέση με τον ρεαλισμό· υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στον ρεαλισμό και την αναπαράσταση», δήλωνε χαρακτηριστικά. Παρά τη σαγηνευτική, σχεδόν φαγώσιμη γοητεία των νεκρών του φύσεων, η προσέγγισή του ήταν πολύ πιο φορμαλιστική, απ’ ό,τι υποδηλώνει ο όρος «ρεαλισμός». Τα μπισκότα, τα παγωτά και οι πίτες του γεννήθηκαν από ασκήσεις τρισδιάστατης γεωμετρίας. «Δούλευα σε χώρους εστίασης, έπλενα πιάτα. Αυτό ήταν το περιβάλλον μου. Θυμάμαι τις πίτες απλωμένες μπροστά μου, τα επεξεργασμένα φαγητά πάνω στα οποία δούλευα – κι έτσι άρχισα να ζωγραφίζω τρίγωνα και να τα μετατρέπω σε πίτες. Σκέφτηκα: “Θεέ μου, είμαι χαμένος! Κανείς δεν θα με πάρει ποτέ στα σοβαρά!”. Κι όμως, δεν μπορούσα να το εγκαταλείψω· ήταν τόσο αληθινό για μένα». Άρχισε να τα ζωγραφίζει στα μέσα της δεκαετίας του 1950, μετά την επιστροφή του από μια περίοδο παραμονής στη Νέα Υόρκη.

Ο Γουέιν Τιμπό γεννήθηκε στη Μέσα της Αριζόνα το 1920. Την επόμενη χρονιά, η οικογένειά του –Μορμόνοι, με μία από τις προγιαγιάδες του να έχει διασχίσει πεζή τις Μεγάλες Πεδιάδες – μετακόμισε στο Λος Άντζελες. Ως έφηβος σχεδίαζε αφίσες για τοπικά θέατρα, ενώ εργάστηκε για λίγο ως μαθητευόμενος στα στούντιο της Disney. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εργάστηκε ως σκιτσογράφος στο Τμήμα Ειδικών Υπηρεσιών και υπηρέτησε στη First Motion Picture Unit, υπό τη διοίκηση του Ρόναλντ Ρίγκαν. Πριν αφοσιωθεί στη ζωγραφική, εργάστηκε ως εικονογράφος, καρτουνίστας και art director – ακόμη και για την Walt Disney.
Το 1956 ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, όπου γνώρισε καλλιτέχνες της αβάν-γκαρντ όπως ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ, ο οποίος τον ενθάρρυνε να αναζητήσει τη δική του φωνή. Επιστρέφοντας στο Σακραμέντο, άρχισε να ζωγραφίζει αντικείμενα της καθημερινής ζωής – από μνήμης – απολύτως προσηλωμένος, σχεδόν εμμονικά. Το 1961 παρουσίασε αυτή τη νέα σειρά σε μια μικρή γκαλερί του Άλαν Στόουν, μια έκθεση που έγινε ανάρπαστη και τον εκτόξευσε στο προσκήνιο. Ένα χρόνο αργότερα, συμμετείχε σε δύο ιστορικές εκθέσεις που καθόρισαν την Pop Art, πλάι στους Άντυ Γουόρχολ και Ρόι Λίχτενσταϊν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν αυτοπροσδιορίστηκε ποτέ ως “pop artist”: «Το έργο μου δεν αφορά τη μαζική παραγωγή, αλλά τη ζωγραφική καθαυτή», έλεγε.
Όταν ο Τιμπό γνώρισε φήμη τη δεκαετία του 1960, δίδασκε ήδη στο Τμήμα Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, στο Davis, κοντά στο σπίτι του στο Σακραμέντο. Αντί να εγκαταλείψει τη διδασκαλία, παρέμεινε πιστός σε αυτήν για δεκαετίες, διδάσκοντας γενιές φοιτητών ζωγραφικής και σχεδίου. Έμεινε συνδεδεμένος με το πανεπιστήμιο έως τον θάνατό του, το 2021, σε ηλικία 101 ετών. Ο ίδιος πίστευε ότι η τέχνη του ανανεωνόταν διαρκώς μέσα από τη διαδικασία του να διδάσκει τους άλλους να βλέπουν, να σχεδιάζουν και να ζωγραφίζουν.
Η έκθεση παρουσιάζει σπάνια δανεισμένα έργα του Γουέιν Τιμπό από σημαντικά μουσεία και ιδιωτικές συλλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το εμβληματικό έργο Cakes, το οποίο δανείζεται για πρώτη φορά εκτός ΗΠΑ από την Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσινγκτον, καθώς και το Four Pinball Machines, ένα από τα σημαντικότερα έργα του που ανήκει σε ιδιωτική συλλογή.
Επιπλέον, περιλαμβάνονται δάνεια από το Whitney Museum of American Art της Νέας Υόρκης, το Smithsonian American Art Museum στην Ουάσινγκτον και τα Fine Arts Museums of San Francisco, μεταξύ άλλων. Με επιμελητές τους Karen Serres και Barnaby Wright, και με έναν πλούσιο κατάλογο που συνοδεύει το αφιέρωμα, η Courtauld προσφέρει στο ευρωπαϊκό κοινό μια σπάνια ευκαιρία να γνωρίσει τον καλλιτέχνη που ζωγράφισε τη γλύκα και τη μελαγχολία της καθημερινότητας.


