Τη συνάντησα ένα βράδυ λίγο πριν ανέβει στη σκηνή, με αφορμή τη νέα της δισκογραφική δουλειά, «Ο Τελευταίος Αναλογικός Άνθρωπος». Η Μαρία Παπαγεωργίου έφτασε γεμάτη ενέργεια, χιούμορ και μια σχεδόν παιδική περιέργεια· σαν να παρατηρεί ακόμη τον κόσμο με την επιθυμία να τον ανακαλύψει, να τον ρουφήξει, να παίξει μαζί του. Λίγο πριν από τη συνέντευξή μας, της πρότεινα να κάνουμε τη φωτογράφιση σε μια παιδική χαρά. Νομίζω πως τελικά δεν θα μπορούσαμε να έχουμε βρει ιδανικότερο σκηνικό. Ανέβηκε στην τσουλήθρα, σκαρφάλωσε, άλλαζε στάσεις με την πλαστικότητα του σώματος μιας performer, αυτοσαρκαζόταν, γελούσε. Καμία αμηχανία, καμία σοβαροφάνεια.

Αυτή η εικόνα έχει ενδιαφέρον αν σκεφτεί κανείς τη Μαρία Παπαγεωργίου μέσα από τα τραγούδια και την ποίησή της. Γιατί εκεί συναντάμε συχνά μια άλλη πυκνότητα: ενδοσκόπηση, ευαλωτότητα, κοινωνική ανησυχία. Η ίδια, όμως, θα μου πει λίγο αργότερα κάτι που ίσως εξηγεί αυτή την αντίφαση: «Αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά τα τραγούδια. Όχι τον εαυτό μου».

Ο «Τελευταίος Αναλογικός Άνθρωπος» έρχεται τέσσερα χρόνια μετά τον «Τελευταίο Αναλογικό Έρωτα» και μετακινεί το βλέμμα από τον τρόπο που αγαπάμε στον τρόπο που υπάρχουμε. Σε μια εποχή ταχύτητας, τεχνητής νοημοσύνης, διαρκούς έκθεσης και αδιάκοπης κατανάλωσης, η Μαρία Παπαγεωργίου αναζητά τον χρόνο, την ευαλωτότητα, τη χειροποίητη δημιουργία, τη μαγεία, την πραγματική ανθρώπινη σύνδεση. Διόλου τυχαίο, ίσως, ότι αυτό το καλοκαίρι βρέθηκε έξω από τα συμβατικά όρια της σκηνής, συμμετέχοντας στην Αρχαία Κόρινθο στο site-specific project «Αναμνήσεις», μαζί με τη Λυδία Κονιόρδου και την Αποστολία Παπαδαμάκη. «Κατάλαβα από νωρίς ότι η τέχνη πρέπει να φύγει από τα κλειστά μαύρα κουτιά και τα κλειστά θέατρα και να πάει στη φύση», μου λέει. Ως αναζήτηση μιας άλλης αρμονίας, «μέσα από τους φυσικούς ήχους, μέσα από το άνοιγμα της προοπτικής του βλέμματός μας».

Κάπως έτσι, από μια παιδική χαρά ένα βράδυ του Ιουλίου, ξεκίνησε μια συζήτηση για το τι σημαίνει να παραμένεις «αναλογικός» άνθρωπος σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα:

Είχες τον «Τελευταίο Αναλογικό Έρωτα» και τώρα έχουμε τον «Τελευταίο Αναλογικό Άνθρωπο». Τι μεσολάβησε;

Μεσολάβησε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ όσο περίμενα. Υπήρξαν κάποιες αλλαγές στη ζωή μου και ο «Αναλογικός Έρωτας» ήρθε πρώτος, γιατί τότε είχα μεγαλύτερη ανάγκη να εκφράσω και να κλείσω –αλλά και να ανοίξω– κύκλους μέσα από το ερωτικό κομμάτι. Ήταν επίσης μια περίοδος κατά την οποία η κοινωνία μας περνούσε πολιτικά και κοινωνικά στη μετά-Covid εποχή και ήθελα το ερωτικό στοιχείο να είναι έντονο στη δική μου δισκογραφία. Τα τραγούδια, βέβαια, δεν ήταν δικά μου, εκτός από ένα, αλλά εγώ είχα ήδη ξεκινήσει με φόρα και ήξερα ποια τραγούδια ήθελα να αποτελέσουν τον «Αναλογικό Άνθρωπο», που έχει περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα. Στην πορεία, όμως, ήρθαν οι συναυλίες και διάφορα άλλα πρότζεκτ, τα βιβλία που εξέδωσα, τα σεμινάρια φωνητικής που άρχισα να κάνω πιο εντατικά. Και κάπου εκεί κατάλαβα πολύ έντονα ότι οι δίσκοι για μένα δεν είναι απλώς ολοκληρωμένα έργα· είναι σαν γέννες. Και ο οργανισμός μου δεν μπορούσε ακόμη να «γεννήσει» τη δεύτερη πλευρά αυτής της ιδέας. Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο μάθημα που μου έδωσε η κυκλοφορία αυτού του δίσκου: ότι βρίσκομαι πια σε μια ηλικία και σε μια κατάσταση όπου καταλαβαίνω πως κάποια πράγματα πρέπει να ρέουν με τον δικό σου ρυθμό, με το δικό τους τέμπο. Ο δίσκος έπρεπε να βγει τώρα. Γιατί τώρα ήρθαν οι σωστοί συνεργάτες, όπως ο Λευτέρης Σαμψών που ανέλαβε την παραγωγή, ήρθαν τα σωστά τραγούδια, ήρθε και η συμμετοχή της Ελένης Τσαλιγοπούλου, γιατί υπήρξε ένα τραγούδι που ταίριαξε στη φωνή της. Και υπάρχει έντονα η γυναικεία πλευρά σε αυτόν τον δίσκο. Πολλές γυναίκες υπογράφουν στίχους και μουσική, τραγουδάει η Ελένη… Κι όλα αυτά βρήκαν τελικά τη θέση τους μέσα σε έναν δίσκο που αποτελεί περισσότερο ένα κοινωνικό σχόλιο.

Δεν είχε τόσο πολύ ενδοσκόπηση αυτή τη φορά ή υπάρχει και εδώ έντονη προσωπική κατάθεση;

Ενδοσκοπικοί είναι και οι δύο δίσκοι. Απλώς αυτός έχει περισσότερο να κάνει με την ενδοσκόπηση μέσα από την κοινωνία μας, μέσα από συλλογικούς προβληματισμούς και ζητήματα που μας αφορούν όλους, όπως, για παράδειγμα, το προσφυγικό. Σε αυτό αναφέρεται το «Καλοκαιρινό», που πολλοί το μπερδεύουν με ερωτικό τραγούδι, ενώ δεν είναι. Το ίδιο και το «Περήφανο», ενώ ο «Σπόρος» μιλά για μια μάνα που βάζει το παιδί της μέσα σε ένα τσόφλι και το στέλνει στη γειτονική χώρα. Αλλά ακόμη και τραγούδια όπως το «Νερό», που λέει «σ’ αγαπάω δίχως λόγο, σ’ ευχαριστώ χωρίς σκοπό», μπορεί κάποιος να τα θεωρήσει ερωτικά – και μπορεί να είναι. Μπορεί να το λες στον άνθρωπό σου, στη μητέρα σου, σε έναν άνθρωπο που αγαπάς. Έχει να κάνει περισσότερο με την ανιδιοτέλεια της αγάπης. Το ίδιο συμβαίνει και με το «Θα ‘ρθω να σε βρω», τη διασκευή του Nick Cave. Πόσο αγαπάς χωρίς να φυλακίζεις; Πώς ενσωματώνεις ακόμη και την ανθρώπινη τρέλα; Γι’ αυτό και στο τέλος του δίσκου ακούγεται ο ποιητής Γιώργος Κοκκινίδης σε απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη «Ο Άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν», ο οποίος είναι έγκλειστος στο Ψυχιατρείο Χανίων. Είναι ουσιαστικά το outro, ο επίλογος του δίσκου: ένας άνθρωπος κλεισμένος σε ένα ψυχιατρείο, ένας ποιητής, που σου λέει «Θεέ μου, ομορφιά. Θεέ μου, ζωή». Αν τον δεις και στο ντοκιμαντέρ, είναι ένας άνθρωπος με τα χέρια ανοιχτά στο σύμπαν.

Παρακολουθώντας την πορεία σου όλα αυτά τα χρόνια, έχω την αίσθηση ότι είναι κάτι περισσότερο από μια καλλιτεχνική διαδρομή. Είναι μια πολύ προσωπική πορεία, με ανηφόρες και κατηφόρες, βασισμένη σε μια, συχνά επώδυνη, “χειροτεχνία”.

Αυτό είναι πολύ ωραίο που λες, γιατί δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές σκέφτομαι πόσο πολύ έχει εξελιχθεί η τεχνολογία. Μπορείς πια να φτιάξεις ένα τραγούδι μέσα σε τρία λεπτά – και δεν είναι υπερβολή. Να του βάλεις στρώσεις, να το κάνεις να ακούγεται έτοιμο για τα ραδιόφωνα ή τα κλαμπ μέσα σε τρία λεπτά. Το έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυτιά και δεν το πίστευα. Υπάρχει πλέον και μια αγωνία να κάνεις γρήγορα κάτι πιασάρικο, κάτι που είναι απαραίτητο για τη μουσική βιομηχανία. Θεωρώ όμως ότι αυτό που μας λείπει σε πάρα πολλά πράγματα είναι η ολοκλήρωση. Δεν ολοκληρώνουμε ούτε το φαγητό μας στο τραπέζι χωρίς να κάνουμε ταυτόχρονα κάτι άλλο. Δεν καθόμαστε να ακούσουμε έναν ολόκληρο δίσκο. Και δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές, όταν φτάνω στο τέλος ενός δίσκου και δουλεύουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες στο mastering –να κατεβάσουμε λίγο τη φωνή, να ανεβάσουμε κάτι άλλο–, όταν προσπαθούμε δηλαδή να φτάσει αυτό που φτιάξαμε με τα δικά μας χέρια, με το δικό μας αίμα, στην υψηλότερη δυνατή ποιότητα, αναρωτιέμαι: πώς θα καταναλωθεί τελικά όλο αυτό; Γιατί ξέρω ότι θα μπορούσα να γράψω με δύο κιθάρες και δύο πρόχειρα μικρόφωνα και να το βγάλω αμέσως. Αλλά αν όλα βγαίνουν πρόχειρα, στο τέλος και καταναλώνονται πρόχειρα. Σαν ταχυφαγείο. Είμαστε όμως σε μια στιγμή που η τέχνη πρέπει να διαμορφώσει τον άνθρωπο και όχι ο καταναλωτής την τέχνη. Γι’ αυτό, κάθε φορά που φτιάχνουμε κάτι ολοκληρωμένο –ένα βινύλιο, μια θεατρική παράσταση, οτιδήποτε– υπάρχει μια θυσία. Και σέβομαι πολύ τους συναδέλφους μου που εξακολουθούν να την κάνουν. Το κάνω κι εγώ γιατί ξέρω ότι πρέπει να το κάνω.

Από την Ελένη Τσαλιγοπούλου στον Νίκο Παπάζογλου και τον Nick Cave

Πώς ήταν η συνεργασία με την Ελένη Τσαλιγοπούλου;

Καταρχάς, σκέψου ότι για μένα ήταν μια εμπειρία να μπαίνω στο στούντιο και να βλέπω για πρώτη φορά πώς λειτουργεί ένας άνθρωπος αυτής της γενιάς και αυτού του βεληνεκούς. Με εντυπωσίασε η πειθαρχία της. Το πόσο καλή «μαθήτρια» ήταν μέσα στο στούντιο. Έβγαινε έξω, άκουγε, καταλάβαινε τι έπρεπε να κάνει, ξαναέμπαινε και άλλαζε μόνη της πράγματα. Εμένα μου φαίνονταν όλα καλά από την αρχή, αλλά εκείνη ήξερε πώς να τα εξελίξει, πώς να μπει ακόμη περισσότερο μέσα στο τραγούδι. Και με συγκίνησε πολύ και τη μέρα που βγήκε ο δίσκος. Καταρχάς, αγαπιόμαστε πολύ, που είναι πολύ σημαντικό. Εκείνη την ημέρα με πήρε η ίδια τηλέφωνο για να με ευχαριστήσει. Είναι ένας πάρα πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος. Από τον τρόπο που θα σου φτιάξει το παστίτσιο μέχρι τον τρόπο που θα έρθει στο στούντιο να τραγουδήσει. Είναι γενναιόδωρη και φροντιστική. Δεν ξέρω αν είναι θέμα γενιάς. Νομίζω τελικά ότι είναι θέμα ανθρώπου. Εκείνη η γενιά, άλλωστε, έζησε διαφορετικές εποχές, ίσως πιο ανταγωνιστικές. Πρόλαβε τη μεγάλη δόξα, το χρήμα, μια εντελώς διαφορετική μουσική βιομηχανία. Το συζητούσαμε τις προάλλες και με τη Νατάσσα Μποφίλιου: στη δική μας γενιά, γενικότερα μεταξύ μας, δεν αισθάνομαι ότι υπάρχουν τέτοιοι ανταγωνισμοί, γιατί ξέρουμε ότι ο διπλανός μας παλεύει με ό,τι έχει. Ξέρω ότι και η τραγουδίστρια δίπλα μου παλεύει μέσα στον ίδιο χώρο. Μπορεί να ζηλέψω κάτι παροδικά και να πω «τι ωραία, μακάρι να μου τύχει κι εμένα», αλλά όχι κακοπροαίρετα. Χαίρομαι να βλέπω τους ανθρώπους του χώρου μου να πηγαίνουν καλά. Και από την προηγούμενη γενιά, πάντως, εγώ είχα την τύχη να συναντήσω πολύ γενναιόδωρους ανθρώπους: την Τάνια Τσανακλίδου, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τη Μελίνα Κανά, τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά.

Υπήρξε κάποιος καλλιτέχνης από την ελληνική σκηνή που σε καθόρισε; Κάποιος που άκουγες από μικρή και κουβαλάς ακόμη μαζί σου;

Θα σου πω την αλήθεια, δεν είχα ποτέ κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο. Αν όμως υπάρχει ένας άνθρωπος, αυτός είναι ο Νίκος Παπάζογλου. Πρόσφατα γνώρισα τη γυναίκα του και μπήκαμε στο πατρικό του σπίτι. Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Δεν τον γνώρισα ποτέ από κοντά, αλλά για μένα ήταν τα πάντα. Έμαθα μουσική μαζί με τον αδερφό μου, εγώ με το τουμπερλέκι κι εκείνος στο πιάνο. Πρόσφατα, μάλιστα, βρήκα κάποιες παλιές ηχογραφήσεις μας. Είμαστε μικρά παιδιά, εγώ ακόμη στο δημοτικό, και παίζουμε ολόκληρο το «Χαράτσι» του Παπάζογλου. Είναι σε κασέτα και πρέπει κάποια στιγμή να την ψηφιοποιήσω. Οπότε, ναι, αν το σκεφτώ έτσι, έμαθα μουσική και μέσα από τον Παπάζογλου. Και βέβαια υπάρχει και ο Nick Cave, ειδικά τώρα που έχουμε στον δίσκο το «Θα ’ρθω να σε βρω».

Αγαπάς τον Nick Cave;

Αγαπώ πολύ το συγκεκριμένο τραγούδι. Δεν το ήξερα, μου το έμαθε ένας φίλος μου. Το άκουσα σε μια περίοδο που έφευγε από τη ζωή το σκυλί μου και κάπως συνδέθηκα μαζί του. Είπα τότε στη Δήμητρα Σιούκα, που κάνει εξαιρετικές αποδόσεις στίχων και έχει μεγάλη ικανότητα να γράφει πάνω σε μια ήδη υπάρχουσα μουσική, «θέλω να μου το γράψεις στα ελληνικά». Ήθελα πολύ να το βάλω στον δίσκο και ήξερα μέσα μου ότι το τραγουδούσα για το σκυλάκι μου, τη Ραχήλ. Και το κάναμε. Πήραμε φυσικά και την άδεια του.

Τον έχεις δει ζωντανά;

Ναι, πριν από αρκετά χρόνια. Είναι αυτό που λέμε «το άγγιγμα του Μίδα». Ακόμη και με τα χέρια του μπορεί να κάνει rock επάνω στη σκηνή. Και αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Νομίζω ότι πρέπει να διατηρούμε μια ήπια ιερότητα πάνω στη σκηνή. Να υπάρχει μια υγιής απόσταση από το ακροατήριο, ώστε να μπορείς να το κατευθύνεις, να το μετακινήσεις μέσα από τη μουσική και όχι μέσα από τον εγωισμό ή την εγωπάθειά σου. Γιατί αυτό κάνουμε επί της ουσίας: ξεναγούμε. Έχουμε κάτι που γνωρίζουμε καλύτερα, τη μουσική, και προσπαθούμε να βοηθήσουμε τον άλλον να μπει στον δρόμο της. Να καταλάβει, να πάρει την επίγευση αυτών των δώρων. Αυτό πρέπει να κάνουμε.

Μου αρέσει πολύ αυτή η ιδέα, ότι μας ξεναγείτε στη μουσική.

Υπάρχει όμως τελευταία μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα. Είναι αυτό που σου έλεγα πριν για το «ταχυφαγείο»: γρήγορα να ξεδώσουμε και να πάμε στο επόμενο. Δεν νιώθω ότι υπάρχει αυτή η αργή, ουσιαστική σχέση με κάτι. Η χώνεψη.

Ο «αναλογικός άνθρωπος» στην εποχή της ΑΙ

Πέρα όμως από αυτή την «ταχυφαγία», αισθάνομαι ότι δεν είναι τυχαία η αναφορά στο «αναλογικό» τόσο σε αυτόν όσο και στον προηγούμενο δίσκο σου. Και πλέον έχουμε μπει για τα καλά στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Πώς νιώθεις απέναντι σε όλο αυτό; Σε προβληματίζει;

Με προβληματίζει. Εμείς είμαστε μια γενιά που προλάβαμε να μάθουμε να συντάσσουμε πέντε προτάσεις μόνοι μας. Δεν θέλω όμως να είμαι απόλυτη. Κι εμένα με βοηθάει η τεχνητή νοημοσύνη, για παράδειγμα όταν πρέπει να φτιάξω γρήγορα ένα δελτίο Τύπου για τα σεμινάριά μου. Ξέρω ότι θα το φτιάξει κατά 80%, ότι δεν θα χρειαστεί να στείλω το κείμενο σε μια φίλη μου για να κάνουμε μαζί τις διορθώσεις. Αυτό σίγουρα μου λύνει τα χέρια και μου δίνει περισσότερο χρόνο για να κάνω κάτι δημιουργικό. Αυτό που με ανησυχεί είναι τα παιδιά που μπορεί να χρησιμοποιούν αυτά τα εργαλεία χωρίς να έχουν κατακτήσει πρώτα τα πολύ βασικά. Και το πρόβλημα για μένα δεν είναι η ίδια η τεχνολογία. Είναι ότι δεν βλέπω να υπάρχει η διάθεση να επενδύσουμε στη βασική εκπαίδευση, σε πολύ ουσιαστικά πράγματα που αύριο θα τα βρούμε μπροστά μας. Και στη μουσική ή στην ποίηση υπάρχει για μένα ένα ακόμη ερώτημα. Για να σε συγκινήσει ένα ποίημα, έχει σημασία να ξέρεις ότι το έγραψε ένας άνθρωπος; Να ξέρεις ποιος το έγραψε και γιατί; Ή στο μέλλον θα αναζητάς ακριβώς αυτό: εκείνον για τον οποίο θα ξέρεις ότι το έγραψε πραγματικά ο ίδιος;

Αισθάνεσαι ότι έχεις κάποια ευθύνη ως καλλιτέχνις;

Ναι. Έχουμε – ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουμε. Και δεν βλέπω να μας ενδιαφέρει και πολύ. Νομίζω ότι, πέρα από τα ίδια τα τραγούδια, έχουμε και την ευθύνη να βάζουμε εμείς τα όρια σε κάποια πράγματα. Εμένα, για παράδειγμα, μπορεί να μου πουν «φτιάξε ένα βίντεο, πες ποια είσαι, δείξε αυτό ή εκείνο». Όμως δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν την επικοινωνία και φυσικά θα βοηθήσουμε, αλλά μέχρι ένα σημείο. Βλέπω μια τάση να πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τους καλλιτέχνες σε προσωπικές στιγμές, με το μαγιό τους, να κάνουν κάτι αστείο για να πάρουν likes. Εντάξει, αν προκύψει κάτι αυθόρμητα, δεν λέω να φτάσουμε και στο άλλο άκρο. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούμε να διατηρήσουμε και λίγη μαγεία. Γιατί πρέπει να ξέρω τι κάνει στο σπίτι του ο άνθρωπος που μετά θα ανέβει στη σκηνή και θα με ξεναγήσει στη μουσική; Αυτή τη γοητεία είχε παλιά ακόμη και ο ραδιοφωνικός παραγωγός: μπορεί να μην ήξερες καν πώς ήταν. Άκουγες μόνο μια φωνή. Και ήταν ωραίο που δεν ήξερες. Υπάρχουν κάποιοι ρομαντισμοί που δεν χρειάζεται να τους τσακίζουμε συνέχεια. Και τελικά πρέπει κι εμείς να μπορούμε να πούμε «όχι». Αλίμονο αν αφήσουμε την εποχή να μας πει τι πρέπει να κάνουμε.

Η απλότητα, η αυθεντικότητα και η ανάγκη να ανήκουμε

Σε λίγο θα ανέβαινε στη σκηνή μαζί με τον Monsieur Minimal. Αναπόφευκτα η κουβέντα έφτασε στη μεταξύ τους σχέση και σε ένα από τα δικά μου αγαπημένα τραγούδια, το «Λαβ Φορ Έβερ». Παρουσιάστηκε το 2025 και φέτος βρήκε τη θέση του στο νέο, πολυσυμμετοχικό άλμπουμ του Monsieur Minimal, «Μουσικός Δείπνος». Ένα τραγούδι φωτεινό και καλοκαιρινό, που ακριβώς λόγω της απλότητάς του έκανε αρχικά τη Μαρία Παπαγεωργίου να διστάσει.

Έχετε πια μια σχέση χρόνων με τον Monsieur Minimal. Έχω διαβάσει ότι συχνά, όταν σου προτείνει ένα τραγούδι, η πρώτη σου αντίδραση είναι να αντισταθείς. Τι είναι αυτό που τελικά σε κάνει να λες «ναι»;

Όταν μου ζήτησε να κάνουμε το «Υπάρχω» και μετά το «Λαβ Φορ Έβερ», που λέει «σ’ ένα ρούχο μυρίζω καλοκαίρι», του είπα: «Ρε αδερφέ, εγώ δεν ερωτεύομαι με αυτόν τον στίχο. Μου φαίνεται πολύ απλός». Νιώθω όμως ότι τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει να εντάσσω στα γούστα μου και κάτι πιο απλό. Έχω απενοχοποιήσει κάποια πράγματα μέσα μου, αρκεί και αυτό το απλό να γίνεται με φροντίδα. Και ο Monsieur Minimal το κάνει. Είναι καταπληκτικός και γι’ αυτό συνεργαζόμαστε τόσα χρόνια. Είναι αστείο, γιατί του έχω πει: «Ούτε ερωτική πρόταση να μου είχες κάνει δεν θα χρειαζόμουν τόσους μήνες για να σου απαντήσω αν είναι ναι ή όχι. Μόνο σ’ εσένα το κάνω αυτό!».

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που τελικά σε πείθει;

Η αυθεντικότητά του. Ο Monsieur Minimal κάνει καλή pop και αυτή είναι η ζωή του. Δεν προσπαθεί να είναι κάτι άλλο.

Πού νιώθεις περισσότερο ο εαυτός σου; Πάνω στη σκηνή, στο στούντιο ή όταν δεν είσαι τίποτα από όλα αυτά και μένεις μόνη σου;

Τα τελευταία χρόνια νιώθω την ίδια ολοκλήρωση σε διαφορετικές στιγμές. Μπορεί να είναι πάνω στη σκηνή, σε μια ωραία συναυλία, μπορεί να είναι όταν κλείνει ένας κύκλος σεμιναρίων με τις ομάδες που δουλεύω. Γιατί αυτοί οι ενεργειακοί κύκλοι, όπως και οι συναυλίες, δημιουργούν μια ένωση την οποία κοινωνούμε ταυτόχρονα οι άνθρωποι μέσα από τη μουσική, χωρίς κριτική. Νιώθω ότι εκείνη την ώρα οι άνθρωποι πλησιάζουν, μέσω της μουσικής, τον ανώτερο εαυτό τους, το καλύτερο που μπορούν να είναι εκείνη τη στιγμή. Το στούντιο είναι πιο μοναχικό. Αυτό που δημιουργείται εκεί το κουβαλάς βέβαια για χρόνια, γιατί καταγράφεται, και αυτό έχει μια άλλη μαγεία. Η συναυλία όμως συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο και υπάρχει μόνο μέσα στη μοναδικότητα της στιγμής. Αυτό με συγκινεί πάρα πολύ. Νομίζω ότι γι’ αυτό οι συναυλίες εξακολουθούν να έχουν τόσο μεγάλη σημασία για τον κόσμο. Ακόμη και μέσα στην κρίση, ο κόσμος πήγαινε στις συναυλίες, γιατί κάπου πρέπει να κοινωνήσει. Οι άνθρωποι κοινωνούν στην εκκλησία, στο γήπεδο. Δεν κοινωνούμε πια τόσο στα κυριακάτικα μεσημεριανά τραπέζια, ο θεσμός της οικογένειας έχει αλλάξει, κι όμως εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Η μουσική μάς δίνει τη δυνατότητα να ανήκουμε. Και αυτό είναι κάτι που αγαπώ πολύ στις συναυλίες μου, γιατί δεν έχω ένα συγκεκριμένο ηλικιακό target group. Νιώθω ότι στήνεται ένα μεγάλο τραπέζι, όπου μπορούν να καθίσουν μαζί ο παππούς και το παιδί. Αυτός είναι ένας στόχος για μένα: να μπορούν να κοινωνούν άνθρωποι όλων των ηλικιών, όπως θα συνέβαινε σε μια μικρή κοινωνία ή γύρω από ένα οικογενειακό τραπέζι.

«Αντιμετωπίζω σοβαρά τα τραγούδια. Όχι τον εαυτό μου»

Σε έβλεπα πριν, την ώρα που βγάζαμε φωτογραφίες, και σκεφτόμουν ότι έχεις φοβερό χιούμορ. Είναι μια πλευρά σου που δεν βγαίνει τόσο μέσα από τα τραγούδια σου.

Ναι, δεν βγαίνει. Δεν πειράζει. Δεν νιώθω ότι πρέπει να το κάνω. Είμαι ένας άνθρωπος με πολλή θετική διάθεση για τη ζωή και νομίζω ότι υπάρχει κάποιες φορές μια παρερμηνεία γύρω από αυτό. Στις συναυλίες μου, για παράδειγμα, γίνομαι πολύ «καραγκιόζης», αυτοσαρκάζομαι πολύ. Δεν είμαι καθόλου σοβαροφανής. Απλώς αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά τα τραγούδια. Τα τραγούδια, όχι τον εαυτό μου.

Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να πεις σήμερα στον εαυτό σου την εποχή που ηχογραφούσες τον πρώτο σου δίσκο; Μια συμβουλή που τότε δεν μπορούσες ακόμη να δώσεις στον εαυτό σου;

Να χαιρόταν περισσότερο το παιχνίδι της δημιουργίας και να μην βιαζόταν τόσο. Σκεφτόμουν, για παράδειγμα, ότι οι «Μέρες Αδέσποτες», που είναι μια δισκάρα κατά τη γνώμη μου, ήταν ο πρώτος δίσκος που έβγαλαν οι Συνήθεις Ύποπτοι. Ο Χρήστος Θηβαίος ήταν τότε 33 χρονών. Θέλω να πω ότι στην παλιά δισκογραφία, επειδή δεν μπορούσες να κάνεις έναν δίσκο μόνος σου, έπρεπε να έχεις φτάσει σε έναν βαθμό ωριμότητας για να μπεις σε αυτή τη διαδικασία. Εμείς, που ήμασταν λίγο περισσότερο DIY, μπορέσαμε να κάνουμε δίσκους νωρίτερα. Έτσι ήταν η εποχή μας και καλά περάσαμε. Αλλά, ναι, αν γύριζα πίσω τον χρόνο, θα έλεγα στον εαυτό μου: «Μη βιάζεσαι τόσο. Κι αν θέλεις να το κάνεις, να το χαίρεσαι περισσότερο».

Αν ο τελευταίος αναλογικός άνθρωπος εξαφανιστεί, τι θα ήθελες να έχει αφήσει πίσω του;

Βαθιά συναισθήματα. Πιστεύω ότι σε κάποια χρόνια –δέκα, είκοσι, τριάντα, δεν ξέρω– αυτό που λέμε «άνθρωπος» δεν θα είναι αυτό που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Βρισκόμαστε σε μια πολύ μεγάλη αλλαγή αυτή τη στιγμή στην ανθρωπότητα. Δεν ξέρω πώς θα ερωτεύεται, πώς θα νιώθει, πώς θα σχετίζεται. Δεν ξέρω καν αν τα παιδιά θα γεννιούνται από τη μήτρα της μητέρας τους, πώς θα αναπαράγεται ο άνθρωπος. Θα ήθελα, λοιπόν, αυτό το ανθρωπόμορφο πλάσμα που θα υπάρχει τότε να μπορεί να γυρίσει πίσω και, μέσα από τη μουσική –που είναι ένας πολύ ευάλωτος τρόπος επικοινωνίας–, να συναντήσει αυτή την ευαλωτότητα. Ελπίζω κάποιος άνθρωπος μετά από χρόνια να βρει τον «Τελευταίο Αναλογικό Έρωτα», τον «Τελευταίο Αναλογικό Άνθρωπο» και να προσπαθήσει να μαντέψει πώς μπορεί να ήταν αυτός ο πρόγονός του. Πώς ερωτευόταν, πώς ένιωθε, πώς συνδεόταν. Από την άλλη, δεν με απασχολεί και τόσο πολύ η συνέχιση του ανθρώπινου είδους. Έχουμε μια τεράστια αγωνία να συνεχίσουμε ως είδος, ενώ καταστρέφουμε ολόκληρο τον κόσμο και υπάρχει τόση βιαιότητα παντού. Γιατί τόση αγωνία να συνεχίσουμε; Ε, εντάξει. Να τελειώνουμε!