Κάθε φορά που περνούσαμε έξω από το επαρχιακό κοιμητήριο της πάνω πόλης, τη θυμάμαι να κάνει τον σταυρό της, σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι, χαμηλώνοντας το βλέμμα. Και πάντα ακολουθούσε η υπενθύμιση ενός χαμένου αδελφού. Ενός παιδιού που δεν κατάφερε να δει τον κόσμο, που δεν γνώρισα ποτέ και που εκείνη πρόλαβε να κρατήσει μέσα της για μόλις πέντε μήνες. Το σώμα της το απέβαλε. Σκληρά, βίαια. Δεν ξέρω πώς ένιωσε τότε η μητέρα μου. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς είναι να αποχωρίζεσαι κάτι που μεγάλωνε μέσα σου, κάτι που, αν και τόσο μικρό, τόσο άγνωστο ακόμη, είχες ήδη αγαπήσει. Αυτή η εικόνα ερχόταν και έφευγε διαρκώς από το μυαλό μου, όσο βρισκόμουν μέσα στην ιδιότυπη θεατρική συνθήκη που έχει δημιουργήσει η Ειρήνη Φαναριώτη με την παράσταση MITeRA.
Μια ιδιότυπη τελετουργία για το γυναικείο σώμα, τη μητρότητα, την επιθυμία και την απώλεια. Για όλα όσα κουβαλά μια γυναίκα μέσα της, όσα κληρονομεί, όσα επιθυμεί και όσα αναγκάζεται να αποχωριστεί. Η Ειρήνη Φαναριώτη επιλέγει να μιλήσει γι’ αυτά με έναν τρόπο ανορθόδοξο, τολμηρό, ενίοτε βίαιο και την ίδια στιγμή βαθιά τρυφερό. MITeRA. Μάνα, μητέρα, μήτρα. Γη, καταγωγή, γενεσιουργός δύναμη. Λέξεις και έννοιες που συνομιλούν μεταξύ τους, που κουβαλούν μέσα τους την αρχή της ζωής, αλλά και το ενδεχόμενο της απώλειας.

Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκονται δύο προθέσεις που διαρκώς συναντιούνται. Από τη μία, η ανάγκη της να μοιραστεί μια βαθιά προσωπική εμπειρία, τον πόνο και τη θλίψη της απώλειας, το πένθος για όσα υπήρξαν αλλά και για όσα δεν πρόλαβαν να υπάρξουν. Από την άλλη, η επιθυμία της να αμφισβητήσει μια βαθιά ριζωμένη κοινωνική αντίληψη που θέλει τη μητρότητα να αποτελεί τον αυτονόητο προορισμό μιας γυναίκας, το μέτρο της επιτυχίας και της ολοκλήρωσής της. Δύο προθέσεις που όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά φωτίζουν η μία την άλλη. Γιατί άλλο είναι να επιθυμείς να γίνεις μητέρα και άλλο να θεωρείται πως οφείλεις να γίνεις.
Και μαζί με όλα αυτά, το διαγενεακό τραύμα. Εκείνο το αόρατο φορτίο που περνά από τη μάνα στην κόρη, μεταφέροντας φόβους, ενοχές, προσδοκίες και σιωπές. Γιατί η σχέση μιας γυναίκας με τη μητρότητα δεν αρχίζει απαραίτητα τη στιγμή που η ίδια αποκτά ένα παιδί. Έχει ήδη διαμορφωθεί μέσα από τη δική της ιστορία, τη σχέση με τη μητέρα της, όσα κληρονόμησε από εκείνη, ακόμη και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ωστόσο, δεν αρκείται στο να μας αφηγηθεί την ιστορία της. Θέλει να μας καταστήσει ουσιαστικούς κοινωνούς μιας εμπειρίας που συνήθως βιώνεται πίσω από κλειστές πόρτες, μέσα στη σιωπή, μακριά από τα βλέμματα των άλλων. Γι’ αυτό και μας αναθέτει έναν ρόλο, αυστηρό και ξεκάθαρο. Είμαστε οι νοσηλευτές και οι νοσηλεύτριες. Παρόντες στη γέννηση, μα και στην απώλεια. Μάρτυρες της ελπίδας, της αναμονής, της αγωνίας, της διάψευσης.
Για αυτό και η τελετουργία αυτή, ξεκινά αντίστροφα. Από τη γέννηση. Τη δική της. Από τον ερχομό στον κόσμο ενός κοριτσιού, σε μια κοινωνία όπου ακόμη και η ανακοίνωση του φύλου ενός νεογέννητου μπορεί να ηχεί σαν είδηση μιας μικρής απώλειας. Κορίτσι; Γιατί κορίτσι; Πριν ακόμη προλάβει να πάρει την πρώτη του ανάσα, το κορίτσι αυτό βρίσκεται αντιμέτωπο με τις προσδοκίες των άλλων. Με όσα θα έπρεπε να είναι, με όσα θα κληθεί να γίνει. Και κάπως έτσι, η ιστορία μιας γυναίκας που αγωνίζεται να γίνει μητέρα αρχίζει από τη στιγμή που η ίδια γεννήθηκε κόρη.

Όσα ακολουθούν δεν συμβαίνουν γραμμικά. Άλλωστε, η ιστορία που θέλει να μας διηγηθεί δεν χωρά σε μία στιγμή, σε ένα λεπτό, σε ένα και μόνο γεγονός. Ο χρόνος διαστέλλεται, οι αναμνήσεις μπλέκονται με το παρόν και το σώμα γίνεται ο τόπος όπου εγγράφονται όλες αυτές οι εμπειρίες.
Την ακολουθούμε στο ιατρείο, τη βλέπουμε να παλεύει με τις αμήχανες στιγμές της έμμηνης ρύσης, με την έκθεση και την αμηχανία μιας γυναικολογικής εξέτασης. Με τις σύριγγες, τις ορμόνες, τις επαναλαμβανόμενες ιατρικές διαδικασίες, στην προσπάθειά της να μείνει έγκυος. Αλλά και -ω, Θεοί!- στην υπέροχη στιγμή της εγκυμοσύνης της, στη χαρά και στην προσμονή μιας ζωής που μεγαλώνει μέσα της. Μια σκηνή σχεδόν κινηματογραφική, σπάνιας ομορφιάς και ευαισθησίας, που αποκαλύπτει πόσο συνειδητά η Φαναριώτη επιλέγει να απευθυνθεί στο θυμικό του θεατή. Δεν φοβάται τη συγκίνηση ούτε επιχειρεί να την κρύψει πίσω από μια σκηνική αποστασιοποίηση. Αντίθετα, την αναζητά, την καλλιεργεί και της δίνει χώρο να αναπτυχθεί, γνωρίζοντας πως κάποιες στιγμές η συναισθηματική δύναμη μιας εικόνας μπορεί να πει πολύ περισσότερα από τις λέξεις.

Μέσα από μια διαρκή εναλλαγή καταστάσεων, οργανωμένων δραματουργικά σε μικρές ενότητες που συνθέτουν ένα ενιαίο αφήγημα, η Ειρήνη Φαναριώτη ξεδιπλώνει την εμπειρία μιας γυναίκας που διασχίζει την επίπονη και εξαντλητική διαδικασία της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η επιθυμία για ένα παιδί μετατρέπεται σταδιακά σε έναν αγώνα με τον χρόνο, με τις αντοχές του σώματος, με τις επαναλαμβανόμενες ιατρικές παρεμβάσεις, αλλά και με τις ίδιες τις έννοιες της επιτυχίας και της αποτυχίας. Γιατί πότε ακριβώς θεωρείται ότι μια γυναίκα έχει πετύχει; Και ποιος είναι εκείνος που ορίζει την αποτυχία της;


Οι αναμνήσεις, τα προσωπικά βιώματα, ακόμη και οι αισθήσεις της γίνονται τα υλικά με τα οποία η Φαναριώτη συνθέτει τη δική της θεατρική γλώσσα. Ακόμη και το άρωμα του φρέσκου βασιλικού, που ίσως κάποτε να λειτούργησε ως μια μικρή παρηγοριά μέσα στον πόνο, αποκτά εδώ τη δική του θέση στη σκηνική αφήγηση.
Μέσα σε έναν μικρό, σχεδόν ασφυκτικό χώρο, με ελάχιστα σκηνικά στοιχεία, καταφέρνει να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο από θραύσματα μνήμης, ήχους, μυρωδιές και σιωπές. Είναι αξιοθαύμαστη η μαεστρία με την οποία επιστρατεύει το σημαντικότερο εκφραστικό της εργαλείο: τον ίδιο της τον εαυτό. Το σώμα της, που μεταμορφώνεται, συσπάται, αντιστέκεται, εξαντλείται. Και το πρόσωπό της, με μια εντυπωσιακή εκφραστική ευχέρεια, ικανό να μεταφέρει μέσα σε λίγες στιγμές την αμηχανία, τον φόβο, την προσμονή, την έκσταση και τη συντριβή. Μέσα από μια σωματικότητα άλλοτε εκρηκτική και άλλοτε σιωπηλή, εύθραυστη, μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε μια συλλογική θεατρική εμπειρία.

Η σκηνική τόλμη της Φαναριώτη, ωστόσο, δεν αναιρεί ορισμένες δραματουργικές αδυναμίες της παράστασης. Ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της να βρίσκεται στο γεγονός ότι η προσωπική εμπειρία της απώλειας καταλαμβάνει τόσο μεγάλο μέρος της αφήγησης, ώστε άλλες, εξίσου ενδιαφέρουσες πτυχές της γυναικείας εμπειρίας μένουν λιγότερο φωτισμένες.
Προσωπικά, θα ήθελα να δω τη Φαναριώτη να στέκεται περισσότερο σε εκείνες τις μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες στιγμές της καθημερινότητας, όπου συχνά κρύβονται οι πιο αποκαλυπτικές όψεις της γυναικείας εμπειρίας. Στην αδιαφορία ενός γιατρού απέναντι στον συναισθηματικό πόνο μιας γυναίκας. Ή σε κάτι φαινομενικά ασήμαντο, όπως η αμηχανία να μην υπάρχει ούτε ένα σημείο για να αφήσεις το εσώρουχό σου κατά τη διάρκεια μιας γυναικολογικής εξέτασης. Μικρές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν πόσο συχνά το γυναικείο σώμα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ιατρικής διαχείρισης, ενώ η γυναίκα που το κατοικεί, με τους φόβους, την ευαλωτότητα και την ανάγκη της για αξιοπρέπεια, μοιάζει να περνά σε δεύτερο πλάνο.
Βγάζω το σκουφάκι και την πράσινη ιατρική μου ρόμπα και στρέφω το βλέμμα για μια τελευταία φορά στη μεγάλη, κόκκινη -στη σκηνή- μήτρα. Στα μάτια μου εξακολουθεί να πάλλεται. Να δίνει ζωή. Να γεννά σκέψεις. Να τροφοδοτεί ερωτήματα.
