Είναι παραμονή της πρεμιέρας και στους διαδρόμους της Εθνικής Λυρικής Σκηνής 21 παιδιά ετοιμάζονται να ανέβουν στη σκηνή της Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος. Είναι μέλη της Παιδικής Χορωδίας της ΕΛΣ, ηλικίας περίπου 10 έως 13 ετών, και σε λίγες ώρες θα βρεθούν δίπλα στη Δήμητρα Γαλάνη, τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Γιάννη Παλαμίδα, στο «Ακόμα κι αν φύγεις…», το αφιέρωμα στη Μαριανίνα Κριεζή σε σύλληψη και καλλιτεχνική επιμέλεια της Δήμητρας Γαλάνη.
Για τέσσερις βραδιές, στις 1, 3, 4 και 7 Οκτωβρίου, το ξεχωριστό σύμπαν της Μαριανίνας Κριεζή επιστρέφει στη σκηνή μέσα από νέες ερμηνείες και μια νέα ηχητική προσέγγιση. Από τη «Ρόζα Ροζαλία», το «Κοπερτί» και την «Πλατεία Αμερικής» έως την «Πτήση 201», το «Γυαλί-ντουνιάς», τη «Σερενάτα» και «Τα ήσυχα βράδια», τραγούδια διαφορετικών εποχών και διαθέσεων ξανασυναντιούνται στη σκηνή. Τις ενορχηστρώσεις υπογράφουν ο Σεραφείμ Γιαννακόπουλος και ο Αντώνης Σουσάμογλου, με ένα εξαμελές μουσικό σύνολο και κουαρτέτο εγχόρδων, ενώ τη σκηνοθετική επιμέλεια έχει η Κατερίνα Πετσατώδη. Το art direction υπογράφει η Λίλα Σωτηρίου, τα animation που συνοδεύουν τις ιστορίες των τραγουδιών η Ειρήνη Βιανέλλη και τους φωτισμούς η Ελευθερία Ντεκώ.
Στο κέντρο όλων, φυσικά, οι λέξεις της Μαριανίνας Κριεζή. Το χιούμορ και η ειρωνεία, η τρυφερότητα και το παιχνίδι με τη γλώσσα, η ικανότητά της να ανακαλύπτει την ποίηση μέσα στην καθημερινότητα. Στίχοι που πέρασαν από γενιά σε γενιά και τραγούδια που για πολλούς από εμάς είναι δεμένα με συγκεκριμένες εποχές, πρόσωπα και προσωπικές αναμνήσεις. Τα παιδιά θα τραγουδήσουν δύο τραγούδια: το «Ακόμα κι αν φύγεις» και το «Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι». Δύο τραγούδια γραμμένα πολύ πριν γεννηθούν τα ίδια, που για εμάς όμως, που μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί τους, κουβαλούν μουσική, στίχους, συναισθήματα και αναμνήσεις που έχουν αφήσει το δικό τους έντονο αποτύπωμα.
Αυτό ακριβώς θέλαμε να ανακαλύψουμε όταν βρεθήκαμε στην τελευταία γενική πρόβα: τι συμβαίνει όταν η μουσική και οι στίχοι της Μαριανίνας Κριεζή συναντούν παιδιά που δεν κουβαλούν τις αναμνήσεις της γενιάς που μεγάλωσε μαζί τους; Τι ακούνε εκείνα μέσα σε αυτά τα τραγούδια; Πόσο «παλιό» μπορεί να είναι ένα τραγούδι όταν ένα παιδί το τραγουδά για πρώτη φορά; Και, τελικά, τι σημαίνει να είσαι παιδί και να τραγουδάς σε μια χορωδία σήμερα;
Πριν συναντήσουμε τα παιδιά, μιλάμε με την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, μαέστρο της Παιδικής Χορωδίας της ΕΛΣ. Η Χορωδία αριθμεί σήμερα περίπου 120 παιδιά, από 7 έως 17 ετών, οργανωμένα σε διαφορετικές ομάδες ανάλογα με την ηλικία και την εμπειρία τους. Για τη συγκεκριμένη παραγωγή επιλέχθηκαν 21 παιδιά από το κυρίως σώμα της Χορωδίας. Όχι, όπως σπεύδει να ξεκαθαρίσει η ίδια, επειδή είναι «τα καλύτερα 21», αλλά επειδή το ηχόχρωμα της συγκεκριμένης ομάδας ταίριαζε στη μουσική αυτής της παράστασης.

«Όταν τραγουδάς, ανοίγεις έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο»
Για την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, η Παιδική Χορωδία είναι πολλά περισσότερα από ένας χώρος παραγωγής μελλοντικών λυρικών τραγουδιστών. Κάποια παιδιά μπορεί πράγματι να ακολουθήσουν επαγγελματικά τη μουσική· πολλά άλλα όχι. Αυτό που τα φέρνει εδώ είναι κάτι πιο στοιχειώδες: «Τα παιδιά έρχονται γιατί θέλουν να τραγουδήσουν», μου λέει. Και αυτή την ανάγκη προσπαθεί να διακρίνει ακόμη και στις ακροάσεις, πίσω από τη συστολή ή το άγχος ενός παιδιού. «Όταν τραγουδάς, ανοίγεις έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο».
Η ίδια έχει περάσει πολλά χρόνια στη μουσική εκπαίδευση. Πριν αναλάβει την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ, εργάστηκε για δεκατρία χρόνια ως μουσικοπαιδαγωγός, διευθύνοντας παράλληλα φωνητικά σύνολα στο Δημοτικό Ωδείο Πατρών. «Νιώθω μουσικοπαιδαγωγός», λέει. Μιλά για τη μουσική περισσότερο ως μια διαδικασία που μπορεί να διαμορφώσει ένα παιδί: για το τι του δίνουμε να ακούσει, για τον τρόπο με τον οποίο το βοηθάμε να ανακαλύψει διαφορετικούς μουσικούς κόσμους, αλλά και για τη διαφορά ανάμεσα σε κάτι απλώς «παιδικό» και σε κάτι πραγματικά ποιοτικό. «Υπάρχει ποιοτικό παιδικό τραγούδι με τρεις νότες και διδακτικό παιδικό τραγούδι με τρεις νότες. Αυτά έχουν μεταξύ τους τεράστια διαφορά», λέει.

Μια Λιλιπούπολη που συνεχίζει να ταξιδεύει
Η «Λιλιπούπολη» δεν είναι το έργο που καλούνται να τραγουδήσουν τα παιδιά στη συγκεκριμένη παράσταση. Είναι όμως ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για να καταλάβουμε πώς ένα μέρος του κόσμου της Μαριανίνας Κριεζή έχει καταφέρει να ταξιδέψει μέχρι τη δική τους γενιά. Όταν τα ρωτάω αν γνώριζαν ήδη τη «Λιλιπούπολη» πριν την παράσταση αυτή, αν είχαν ακούσει τραγούδια της, τα χέρια σηκώνονται και αρχίζουν να ξεπηδούν ιστορίες αλλά και αγαπημένα τραγούδια. Το «Χρυσαλιφούρφουρο» και ο «Χορός των Μπιζελιών» είναι ανάμεσα σε εκείνα που αναφέρουν αμέσως.
Ο Άγγελος θυμάται ηχογραφήσεις που του έβαζαν οι γονείς του από πολύ μικρό. Η Βασιλική μάς λέει ότι τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» ήταν από τα πρώτα που έμαθε να τραγουδά απέξω. Η Μαριάννα τα άκουγε από παιδί και αργότερα συμμετείχε σε σχολική παράσταση βασισμένη στη «Λιλιπούπολη». Η Ρίνα μπορεί να μην τα ακούει συχνά σήμερα, αλλά είναι βέβαιη πως, αν της βάλουμε κάποιο από αυτά, «θα θυμάμαι κάθε στίχο».

Μία πολύ ενδιαφέρουσα απάντηση στο ερώτημα της διαγενεακής μνήμης: τα παιδιά δεν έχουν τη νοσταλγία των ενηλίκων για αυτά τα τραγούδια. Έχουν όμως τις δικές τους αναμνήσεις. Ένα αυτοκίνητο, ένα τραγούδι που έβαζαν οι γονείς, μια σχολική παράσταση, μια μελωδία που έμεινε κάπου αποθηκευμένη.
Η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου δεν φαίνεται φυσικά να εκπλήσσεται με όσα λένε με τόσο ενθουσιασμό τα παιδιά. Μιλάει για γονείς αλλά και για εκπαιδευτικούς που εξακολουθούν να επιλέγουν με φροντίδα τι θα ακούσουν τα παιδιά. «Υπάρχουν πολλοί, εγώ τους λέω ήρωες, εκπαιδευτικοί στα σχολεία που δίνουν πολύ όμορφο υλικό και δουλεύουν πολύ όμορφα πράγματα με τα παιδιά».

Από τον «μύθο» στον άνθρωπο
Η συμμετοχή τους στο «Ακόμα κι αν φύγεις…» έφερε τα παιδιά και σε μια ακόμη ξεχωριστή συνάντηση: τη συνεργασία με τη Δήμητρα Γαλάνη. Στις πρόβες βρέθηκαν δίπλα της, τραγούδησαν μαζί της και είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά μια καλλιτέχνιδα που για αρκετά από αυτά υπήρχε μέχρι τότε κυρίως μέσα από τραγούδια, ηχογραφήσεις και τις αφηγήσεις των γονιών τους.
Για τα παιδιά, δεν υπήρξε καμία απόσταση. Ή, ακόμη κι αν υπήρξε για λίγο στην αρχή, μάλλον εξαφανίστηκε γρήγορα. Η Δήμητρα Γαλάνη μίλησε μαζί τους, άκουσε τις ιστορίες τους και τα ρώτησε τι μουσική αγαπούν τα ίδια. Κάποια στιγμή τους πρότεινε ακόμη και την ιδέα μιας συναυλίας με τα δικά τους αγαπημένα τραγούδια. Λίγο πριν μπω στην αίθουσα, μάλιστα, τους είχε γλυκάνει με σοκολατάκια.
«Μαθαίνουν ότι ένας άνθρωπος που μπορεί στο μυαλό τους να είναι μύθος, τελικά είναι ένας απλός άνθρωπος που έχει κατακτήσει με πολύ κόπο και δουλειά κάτι», λέει η Πιτσιάκου. Είναι σημαντικές αυτές οι συναντήσεις και, κατά έναν τρόπο, αποτελούν ένα ακόμη είδος μουσικής εκπαίδευσης: όχι μόνο να γνωρίζεις το έργο ενός σημαντικού καλλιτέχνη, αλλά να βλέπεις από κοντά πώς στέκεται απέναντι στους άλλους· την ταπεινότητα, τη φροντίδα και την προσοχή με την οποία αντιμετωπίζει τους συνεργάτες του.

Μαθαίνοντας να ακούς τον άλλον
Ρωτάω την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου πώς ισορροπεί δύο πράγματα που μοιάζουν αντίθετα: την πειθαρχία που απαιτεί μια μεγάλη παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και τον αυθορμητισμό ενός παιδιού. Η απάντησή της είναι μία: η ομάδα. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ακούνε το ένα το άλλο, να σέβονται τον διπλανό τους, να συνεργάζονται. Μια πρόβα μπορεί να έχει 30, 50, 60 παιδιά· στον «Κατακλυσμό του Νώε» χρειάστηκε να συντονιστούν περίπου 100. Χωρίς αυτή την αίσθηση του «μαζί», τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Η ίδια θυμάται πως, όταν τα 21 παιδιά της παράστασης τραγούδησαν μπροστά στους υπόλοιπους, εκείνα αναγνώρισαν αμέσως γιατί είχε επιλεγεί η συγκεκριμένη ομάδα. Για εκείνη αυτό είναι ουσιαστικό: η επιλογή κάποιου δεν πρέπει να γεννά την αίσθηση ότι είναι «καλύτερος», αλλά την κατανόηση ότι κάθε φορά το σύνολο χρειάζεται κάτι διαφορετικό.
«Ο ομαδικός ήχος για μένα δεν είναι οι καλές φωνές», λέει. «Η τεχνική του τραγουδιού είναι ότι η ψυχή μου και ο χαρακτήρας μου θέλει να τραγουδήσει με τον άλλον». Όταν αργότερα συναντώ τα παιδιά, χωρίς καν να τα ρωτήσω για τη μαέστρο τους, νιώθουν από μόνα τους την ανάγκη να μιλήσουν γι’ αυτήν. Οι σκέψεις τους έρχονται σαν χείμαρρος. «Μερικές φορές θα έλεγα ότι είναι και ψυχολόγος», μας λέει ένα από τα παιδιά για την κυρία Κωνσταντίνα. «Μας μιλάει τόσο όμορφα για την ομάδα μας και για τη συμπεριφορά, γιατί δεν είμαστε μόνο παιδιά, είμαστε και μια ομάδα».
Στη συγκεκριμένη παράσταση υπάρχει μάλιστα ακόμη μία πρόκληση. Η Πιτσιάκου δεν βρίσκεται απέναντί τους για να τα διευθύνει με τον τρόπο που έχουν συνηθίσει. Η επιθυμία της ήταν τα παιδιά να μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα πάνω στη σκηνή, να ακολουθούν τη μουσική και το σύνολο χωρίς να αναζητούν διαρκώς το βλέμμα της. Μια μικρή δοκιμασία ανεξαρτησίας, αλλά και εμπιστοσύνης σε όλα όσα έχουν ήδη μάθει.
Πολιτισμός δεν είναι μόνο να τραγουδάς σωστά
Για την Πιτσιάκου, η έννοια της ομάδας δεν τελειώνει στη μουσική. Μιλά στα παιδιά για τους ανθρώπους που εργάζονται γύρω τους: για την πιανίστα, τη βοηθό μαέστρου και την επιμελήτρια, αλλά και για τις μοδίστρες που έχουν δουλέψει το κοστούμι τους ή τον άνθρωπο που θα καθαρίσει την αίθουσα όταν εκείνα φύγουν: «Δεν διαχωρίζω τον πολιτισμό, το πόσο ωραία θα τραγουδήσουν μια φράση, από το πώς θα πετάξουν το σκουπίδι στο καλάθι των αχρήστων, από το πώς θα μιλήσουν, από το πώς πρέπει να λένε πάντα ευχαριστώ. Αυτό το ρούχο που φοράνε έχει από πίσω πολλά χέρια που έχουν δουλέψει».
Ιδιαίτερη αναφορά θα κάνει στις μοδίστρες: «Αυτές που βάζουν τις βελονιές και κανένας δεν τις χειροκροτάει». Αυτό, θα τονίσει στην κουβέντα μας, είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που προσφέρει στα παιδιά η παρουσία τους μέσα σε ένα μεγάλο θέατρο. Πίσω από όλα όσα βλέπει το κοινό υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι που πρέπει να δουλέψουν μαζί.


Η ζωή πίσω από την αυλαία
Τα παιδιά, βέβαια, έχουν και μια πολύ διαφορετική εκδοχή για το τι σημαίνει ζωή στη Λυρική. Μιλούν για τα κοστούμια, τα μέτρα, τις ατελείωτες αναμονές, τις πρόβες, αλλά κυρίως για όσα συμβαίνουν όταν δεν τα βλέπει το κοινό.
«Εμένα αυτό που μου αρέσει κυρίως από όλο αυτό που γίνεται εδώ στην Παιδική Χορωδία είναι το backstage», λέει η Μυρτώ. «Μου αρέσει η στιγμή που βγαίνεις στη σκηνή, αλλά μου αρέσει και το πίσω γιατί έχει πολλή πλάκα».
Εκεί παίζουν, διαβάζουν, συναντούν παιδιά από άλλα τμήματα και άλλες ηλικίες. Οι παραγωγές γίνονται αφορμή για νέες παρέες. Τα μεγαλύτερα παιδιά αναλαμβάνουν συχνά τα μικρότερα και κάθε φορά δημιουργείται, όπως θα παρατηρήσει η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, μια διαφορετική μικρή κοινότητα. Στη συγκεκριμένη παράσταση υπάρχει και κάτι που τα έχει ενθουσιάσει ιδιαίτερα. «Δεν περπατάμε για να μπούμε στη σκηνή», μας αποκαλύπτει η Ίριδα. «Είμαστε πάνω σε μια πλατφόρμα που έχει ροδάκια και κυλάμε».
Για τη Μαργαρίτα, πάλι, η προσμονή είναι διαφορετική. Είναι η τρίτη της χρονιά στην Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ και αυτή θα είναι η πρώτη φορά που θα βρεθεί στη σκηνή μπροστά σε περίπου 1.400 ανθρώπους. «Ανυπομονώ πάρα πολύ να έρθει η παράσταση ώστε να τα πάμε καλά και να δω όλους τους θεατές που θα μας παρακολουθούν».

«Σαν να είναι το σπίτι μου»
Όση ώρα τα άκουγα να μιλούν, να ξεδιπλώνουν τις σκέψεις τους, να συμπληρώνουν το ένα το άλλο αλλά και να διαφωνούν μεταξύ τους, σκεφτόμουν διαρκώς την ωριμότητα και την καλλιέργειά τους. Με εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο μπορούσαν να οργανώνουν τη σκέψη τους, να ακούνε τον άλλον και να παίρνουν τον λόγο για να συνεχίσουν από εκεί όπου εκείνος είχε σταματήσει. Μάλλον αυτή η άνεση να έχει σχέση και με το περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου το λέει κάποια στιγμή με έναν τρόπο πολύ άμεσο: «Είμαστε bullying-free χορωδία». Τα παιδιά το επιβεβαιώνουν. Η Ελένη παρατηρεί ότι εδώ δεν έχει δει κάποιο παιδί «να μην φέρεται καλά ή να κοροϊδεύει», ενώ σε όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας είναι εμφανές πόσο σημαντική είναι για εκείνα η αίσθηση της ομάδας.
Φυσικό είναι η κουβέντα να περάσει στο σχολείο και στους συνομηλίκους τους. Πώς αντιμετωπίζουν οι φίλοι τους το γεγονός ότι τραγουδούν στην Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ; Προσπαθούν να τους φέρουν στις παραστάσεις; Να τους πείσουν να δοκιμάσουν κι εκείνοι; Και πόσο εύκολο είναι να μοιραστούν μαζί τους έναν κόσμο που για τα ίδια έχει γίνει πια σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς τους; Οι απαντήσεις άρχισαν να έρχονται η μία μετά την άλλη. Κάποια έχουν προσπαθήσει να πείσουν φίλους με ωραία φωνή να δοκιμάσουν στη Χορωδία, άλλα τους προσκαλούν να έρθουν να τα δουν σε μια παράσταση. Δεν πετυχαίνει πάντα. Υπάρχουν φίλοι που δεν ενδιαφέρονται, άλλοι που ακούν εντελώς διαφορετική μουσική, παιδιά που προτιμούν το hip-hop, την pop ή τη rap. Και τα ίδια, άλλωστε, κάθε άλλο παρά ακούνε μόνο κλασική μουσική: στη συζήτησή μας ακούστηκαν από rock και metal μέχρι pop και rap.
Τα ρωτάω λοιπόν πιο άμεσα: αν είχατε απέναντί σας έναν φίλο σας, τι θα του λέγατε για να τον κάνετε να δοκιμάσει τη Χορωδία;
Κανένα δεν μου μιλάει για το πόσο «σπουδαίο» είναι να τραγουδάς στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Μου μιλούν για όλα όσα μαθαίνουν, για τις διαφορετικές γλώσσες με τις οποίες έρχονται σε επαφή, για τις παραστάσεις, για την ευκαιρία να βλέπουν από κοντά πώς δουλεύουν μουσικοί και καλλιτέχνες. Κυρίως, όμως, μιλούν για τους ανθρώπους.
Η Ραφαέλα θα το πρότεινε σε ένα άλλο παιδί γιατί «γνωρίζεις καινούργια παιδιά, μαθαίνεις διαφορετικές γλώσσες, βλέπεις πώς δουλεύουν οι ηθοποιοί» και ζεις, όπως λέει, μια εμπειρία που δύσκολα μπορείς να βρεις αλλού.
Η Ειρήνη δίνει ίσως την πιο προσωπική απάντηση: «Εγώ προσωπικά περνάω υπέροχα εδώ πέρα και πραγματικά νιώθω μια ζεστασιά, σαν να είναι πραγματική μου οικογένεια. Νιώθω λες και είναι το σπίτι μου και ανυπομονώ κάθε φορά που έρχομαι, είτε είναι παράσταση είτε πρόβα. Έχω κάνει και πολλούς φίλους που είναι πραγματικοί μου φίλοι». Και προσθέτει: «Είναι το καλύτερο πράγμα που μου έχει γίνει στη ζωή μου».

Η κουβέντα για τους φίλους τους πηγαίνει και στα διαφορετικά μουσικά ακούσματα. Εκεί παρεμβαίνει η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, θυμίζοντάς τους κάτι πολύ σημαντικό στα όσα προσπαθεί να τους διδάξει: το ζητούμενο δεν είναι ένα παιδί που τραγουδά όπερα να θεωρεί τη δική του μουσική καλύτερη από εκείνη που ακούει ο συμμαθητής του. Να μην λες, με άλλα λόγια, «εγώ τραγουδάω όπερα κι εσύ τι ακούς;», αλλά να ρωτάς: «Τι σου αρέσει σε αυτό που ακούς;». Να ακούσεις κάτι δικό του και μετά να του προτείνεις να ακούσει κάτι δικό σου. «Να αρχίσουμε να συνομιλούμε», όπως λέει η ίδια.
Ο Βαγγέλης, που σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης σηκώνει διαρκώς το χέρι του για να πάρει τον λόγο, λέει κάποια στιγμή κάτι που με συγκινεί: «Αν κάποιος ψάξει τι γίνεται γύρω του, όχι μόνο στη μουσική γενικά, μπορεί να βρει κάτι, κάποιον άλλο του εαυτό». Σε λίγες ώρες, ο Βαγγέλης και τα υπόλοιπα παιδιά θα ανέβουν στη σκηνή για να τραγουδήσουν: «Μες το δικό σου παραμύθι ξαναβρές το / το ξεχασμένο μονοπάτι σου». Δεν ξέρω αν εκείνη την ώρα ο Βαγγέλης είχε στο μυαλό του τα λόγια της Μαριανίνας Κριεζή. Μου αρέσει όμως η σκέψη ότι, χωρίς να το επιδιώκει, είχε φτάσει τόσο κοντά σε αυτά. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει όταν ένα τραγούδι καταφέρνει να περάσει από τη μία γενιά στην επόμενη. Δεν χρειάζεται τα παιδιά να κουβαλούν τις δικές μας αναμνήσεις από αυτό. Αρκεί να μπορούν να βρουν μέσα του κάτι από το δικό τους «ξεχασμένο μονοπάτι» ή, όπως το είπε ο Βαγγέλης, κάποιον άλλο τους εαυτό.
