Ξεχειλίζουν από ενέργεια. Μια παιδική χαρά ενηλίκων. Ένα διαρκές παιχνίδι εναλλαγής ρόλων. «Παιδιά, να ξεκινήσουμε την πρόβα και μετά παίζουμε», ακούω από την πρώτη σειρά καθισμάτων τον Δημήτρη Κουρούμπαλη. «Πάμε, καλοί μου άνθρωποι», συνεχίζει με χιουμοριστικό τόνο. Βρίσκομαι σε μία από τις πρόβες του «Ρομπέν, η καρδιά του δάσους», της νέας παραγωγής της Παιδικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, σε κείμενο και σκηνοθεσία Δημήτρη Κουρούμπαλη και συνσκηνοθεσία και χορογραφία Φρόσως Κορρού. Παρακολουθώ ένα μέρος της πρόβας, αρκετό όμως για να διακρίνω τη φροντίδα με την οποία δουλεύεται κάθε λεπτομέρεια. Η γλώσσα είναι ζωντανή, γεμάτη χιούμορ, οι ηθοποιοί κινούνται μέσα σε ένα σκηνικό περιβάλλον που τους προσκαλεί να το ανακαλύψουν, ενώ κάθε σκηνή δοκιμάζεται ξανά και ξανά, αναζητώντας τον δικό της ρυθμό.

Ο Ρομπέν των Δασών είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ήρωες της λαϊκής παράδοσης. Ένας παράνομος που αντιστέκεται στην εξουσία, υπερασπίζεται τους αδύναμους και αναζητά τη δικαιοσύνη. Στη νέα εκδοχή του Δημήτρη Κουρούμπαλη, όμως, η γνώριμη ιστορία αποκτά μια διαφορετική αφετηρία και μια σύγχρονη οικολογική διάσταση. Ο Ρομπέν είναι αρχικά ένας νεαρός δασοφύλακας στην υπηρεσία ενός Επιτρόπου που αντιμετωπίζει το δάσος ως πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης. Δρόμοι, εργοστάσια και ορυχεία απειλούν να μεταμορφώσουν τον φυσικό κόσμο. Όταν αποφασίζει να αντισταθεί στα σχέδια του Επιτρόπου, βρίσκεται αντιμέτωπος με την εξουσία που μέχρι τότε υπηρετούσε και παίρνει τον δρόμο της παρανομίας. Στο δάσος συναντά μια κοινότητα ανθρώπων που έχουν επιλέξει να ζουν διαφορετικά. Τη δυναμική Μαριάν, τον Τζον, που φροντίζει για την οργάνωση της παρέας, τον νεαρό Μπόμπο, τις Αμαζόνες του δάσους, τη Φωτεινή Ίριδα και τη Βεατρίκη, έναν περιπλανώμενο μουσικό και άλλες ιδιαίτερες προσωπικότητες.

Απέναντί τους βρίσκεται ο Επίτροπος, ένας άνθρωπος που μετρά την αξία των πραγμάτων με όρους κέρδους, έχοντας στο πλευρό του το αφελές και περίεργο για τον κόσμο Υποκείμενο. Η σύγκρουση που διαμορφώνεται δεν αφορά μόνο την προστασία του δάσους, αλλά και δύο διαφορετικούς τρόπους να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή: από τη μία την ιδιοκτησία, τον ανταγωνισμό και την εκμετάλλευση, από την άλλη τη συνεργασία, τη συνύπαρξη και τη χαρά που μπορεί να γεννηθεί από τα πιο απλά πράγματα.

Τους χαρακτήρες αυτής της ιδιαίτερης ιστορίας ζωντανεύει μια νεανική ομάδα ηθοποιών: ο Ανδρέας Βοτίκας, η Κατερίνα Κρανίδη, ο Δημήτρης Οικονομίδης, ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, η Χριστιάνα Κατσιμπράκη, η Νάντια Μπαϊμπά, η Κυριακή Σολωμίδου, ο Τίτος Πινακάς, η Νεφέλη Παντερμαλή, ο Απόστολος Πραφτσιώτης και ο Φώτης Μικρούλης.

Αυτή η αίσθηση της συλλογικής δημιουργίας κυριαρχεί και στις συζητήσεις μας μετά την πρόβα. Τόσο οι δύο δημιουργοί όσο και η νεαρή ομάδα των ηθοποιών μιλούν με ενθουσιασμό για την προετοιμασία της παράστασης, τη σχέση μας με το περιβάλλον, την οικολογική αφύπνιση και, κυρίως, για το παιδικό θέατρο. Διακρίνω μια ενδιαφέρουσα συγγένεια ανάμεσα στον τρόπο που δουλεύουν και στην ιστορία που αφηγούνται: μια ιστορία για ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, που ανακαλύπτουν τη δύναμη του να ανήκουν σε μια κοινότητα.

Ρομπέν, η καρδιά του δάσους – Στιγμιότυπο από τις πρόβες
Κατερίνα Κρανίδη – Στιγμιότυπο από τις πρόβες
Μέρος του σκηνικού – Στιγμιότυπο από τις πρόβες
Δημήτρης Οικονομίδης και Ανδρέας Βοτίκας – Στιγμιότυπο από τις πρόβες

Ένα δάσος που δεν μένει ασάλευτο, δεν είναι ποτέ ίδιο

Ένα δάσος αρχίζει να σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μου. Τροχήλατα δέντρα με αφαιρετικές γραμμές. Όχι με τα κλασικά κλαδιά και τα ψεύτικα φύλλα που επιχειρούν να αναπαραστήσουν πιστά τη φύση, αλλά με σχήματα που αφήνουν χώρο στη φαντασία να συμπληρώσει όσα δεν φαίνονται. Ένα δάσος που μπορεί να είναι διαφορετικό για τον καθένα, ανάλογα με το πώς επιλέγει να το φανταστεί. Εδώ όλα θυμίζουν παιχνίδι. Τα σχήματα σε προσκαλούν να βγεις από την πραγματικότητά σου. «Ο κόσμος σου μπορεί να είναι αλλιώς», μοιάζει να φωνάζει το σκηνικό. «Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις ένα δάσος σαν σκηνικό», μου λέει ο Δημήτρης Κουρούμπαλης. Η δημιουργική αναζήτηση είχε ξεκινήσει ήδη από τον Μάιο. Ένα ψεύτικο δέντρο θα μπορούσε να μοιάζει αμήχανο, ενώ τα αληθινά δέντρα θα οδηγούσαν σε έναν ρεαλισμό ξένο προς τη σκηνική γλώσσα που επιθυμούσαν.

Η έρευνα, σε συνεργασία με τη Θάλεια Μέλισσα, που ανέλαβε τον σκηνικό σχεδιασμό, στράφηκε μεταξύ άλλων σε κατασκευές παιδικών χαρών του εξωτερικού, ιδιαίτερα σκανδιναβικών. Χώρους που επιτρέπουν στο παιδί να κινηθεί, να εξερευνήσει, να αισθανθεί ασφαλές.

Η πρόκληση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς το δάσος δεν έπρεπε απλώς να αλλάζει όψη, αλλά να μπορεί να καταστραφεί και να ξαναγεννηθεί μέσα στην ίδια την αφήγηση. Πώς δείχνεις στα παιδιά ένα δάσος που καίγεται και στη συνέχεια ξαναφυτρώνει, χωρίς να καταφεύγεις σε μια κυριολεκτική αναπαράσταση; Το αποτέλεσμα είναι ένα δάσος που μεταμορφώνεται διαρκώς. Τα στοιχεία του μετακινούνται, ένα ποτάμι εμφανίζεται και εξαφανίζεται, το τοπίο αλλάζει. «Αλλάζουν τα φώτα, περνάει η ώρα και το ίδιο το δάσος αλλάζει. Ποτέ δεν είναι το ίδιο», εξηγεί ο Δημήτρης Κουρούμπαλης. «Δεν μπορώ να δείξω μια ψευτιά στα παιδιά», αναφέρει η Φρόσω Κορρού, προσθέτοντας ότι αυτή η σκηνογραφική επιλογή ανοίγει πολλαπλές δυνατότητες στην κίνηση των ηθοποιών. Τα διαφορετικά επίπεδα και οι κατασκευές γίνονται μέρος της κινησιολογικής σύνθεσης. «Για μένα είναι πραγματικά η παιδική μου χαρά!», λέει με ενθουσιασμό.

Το δάσος, ωστόσο, δεν είναι μόνο ένας χώρος παιχνιδιού. Είναι ένας τόπος που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κινείται το ανθρώπινο σώμα και αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του: «Αλλιώς είναι ένα σώμα στην πόλη, αλλιώς είναι ένα σώμα στο δάσος», εξηγεί η Φρόσω Κορρού. Στην έρευνα που προηγήθηκε των προβών, οι ηθοποιοί κλήθηκαν να σκεφτούν όχι μόνο την εικόνα της φύσης, αλλά και τους ρυθμούς της, τους ήχους, τους κινδύνους της. Στο δάσος το σώμα παίρνει αποστάσεις από την ένταση της πόλης, δίχως να χάνει την εγρήγορσή του. Κάθε ήχος μπορεί να σημαίνει κάτι, κάθε ξένη παρουσία να ενεργοποιήσει μια κοινή αντίδραση.

Η ηθοποιός και χορεύτρια Χριστιάνα Κατσιμπράκη θυμάται μια άσκηση από την αρχή των προβών, όταν οι ηθοποιοί κλήθηκαν να φανταστούν μια ολόκληρη ημέρα από τη ζωή των ανθρώπων που κατοικούν στο δάσος. «Δεν μπορούσα ούτε εγώ να φανταστώ πώς είναι η ζωή μακριά από το διαδίκτυο, μακριά από τις ευκολίες μου, από το αυτοκίνητό μου. Ήταν ένα λιθαράκι παραπάνω για να σκεφτώ: αλήθεια, πώς θα ζούσα αν, με το που ξυπνούσα, δεν έπιανα το κινητό μου, αλλά έπρεπε να βρω τι θα φάω, να φτιάξω το φαγητό μου, να φροντίσω τους φίλους μου, τους ανθρώπους μου και να με φροντίσουν κι εκείνοι; Πού θα έπλενα τα ρούχα μου; Με ποιον τρόπο θα έβρισκα νερό; Όλα αποκτούν μια άλλη αξία. Εμείς θεωρούμε δεδομένο το νερό, απλώς ανοίγουμε τη βρύση. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να πάνε να το μαζέψουν και να το φέρουν για να το πιουν».

Χριστιάνα Κατσιμπράκη

Μια διαφορετική σχέση με τη φύση αναζητά μέσα από τον χαρακτήρα της και η Νάντια Μπαϊμπά, που υποδύεται τη Φωτεινή Ίριδα, μια από τις 4 Αμαζόνες. Σκέφτεται την παράσταση ως μια εμπειρία των αισθήσεων. «Μακάρι να μπορέσει να τους μείνει, έστω και φαντασιακά, η μυρωδιά του δάσους που καίγεται, η αίσθηση, η εικόνα. Η διαφορά από την πόλη, από αυτό που βιώνουν κάθε μέρα». Για εκείνη, η μαγεία δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάτι εξωπραγματικό. «Η Φωτεινή Ίριδα φέρνει τη μαγεία, την ποιητικότητα, αλλά με έναν τρόπο πολύ απλό, πρακτικό και κυριολεκτικό. Η ποίηση δεν είναι κάτι στη σφαίρα της φαντασίας και του ιδεατού. Είναι κάτι απτό. Τα φύλλα, το νεράκι, μια βουτιά στη θάλασσα, ένα ηλιοβασίλεμα, το να σκαρφαλώσεις σε ένα δέντρο. Τα ζώα».

Η Κυριακή Σολωμίδου, που υποδύεται τη Βεατρίκη, στρέφει τη συζήτηση στα παιδιά που μεγαλώνουν περισσότερο εξοικειωμένα με την πόλη και την τεχνολογία παρά με το φυσικό περιβάλλον. «Θα ήταν πάρα πολύ ωραίο, φεύγοντας από την παράσταση, ένα παιδί να καταλάβαινε την αξία του δάσους και γιατί δεν πρέπει να καίγονται τα δάση και οι λόφοι για να χτίζονται οικοδομές. Να αντιλαμβανόταν τη σημασία που έχουν ακόμη και τα νεκρά φύλλα ή ένα βακτήριο στον κύκλο της ζωής». Η σκέψη της πηγαίνει αναπόφευκτα στις πυρκαγιές που κάθε καλοκαίρι αφήνουν πίσω τους κατεστραμμένα τοπία και ανθρώπινες απώλειες. «Κάθε καλοκαίρι γίνεται χαμός με τις φωτιές. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που σχεδόν όλοι γνωρίζουμε κάποιον που έχει χάσει κάτι. Γι’ αυτό θεωρώ πολύ δυνατό ότι η παράσταση απευθύνεται στα παιδιά και μιλά για κάτι τόσο συγκεκριμένο, τόσο κοντινό μας. Χαίρομαι πολύ που αυτή η παράσταση είναι για παιδιά, γιατί αυτά είναι που μπορούν εν δυνάμει να αλλάξουν τα πράγματα».

Δημήτρης Οικονομίδης, Κυριακή Σολωμονίδου, Απόστολος Πραφτσιώτης

Για τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, που υποδύεται τον Επίτροπο, η έρευνα της παράστασης στάθηκε αφορμή για μια πιο προσωπική αναμέτρηση με τη σχέση του με τη φύση. «Οι δικοί μου έχουν πρόβατα, οπότε έχω μεγαλώσει πολύ μέσα στη φύση. Κι όμως, είμαι επτά χρόνια στην Αθήνα. Όταν μιλούσαμε για το δάσος, έφερα στο μυαλό μου τον αδελφό μου. Βλέπω πώς υπάρχει μέσα στη φύση, πώς την αγαπάει και την εκτιμάει, χωρίς να το κάνει θέμα. Για εκείνον είναι το φυσιολογικό. Εμείς κάπως το έχουμε κάνει κάτι ξεχωριστό, σαν να λέμε “θα πάω στη φύση”, ενώ από εκεί ερχόμαστε. Και σκέφτομαι πώς περπατάει εκείνος μέσα σε αυτό το περιβάλλον και πώς περπατάω εγώ. Εκείνη τη στιγμή λες: “Ώπα, ρε φίλε, τι έχω χάσει;”. Έχω έρθει σε μια πόλη για να κάνω θέατρο και κάπως έχω χάσει αυτή την επαφή».

Νίκος Κωνσταντόπουλος

Όταν ο λόγος συναντά το σώμα

Η Φρόσω Κορρού παρακολουθεί προσεκτικά τη σκηνή που εκτυλίσσεται μπροστά της. Επανέρχεται σε μια κίνηση, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση, ακούει τις παρατηρήσεις των ηθοποιών. Δίπλα της, ο Δημήτρης Κουρούμπαλης παρεμβαίνει στον ρυθμό και στον τρόπο με τον οποίο εκφέρεται μια φράση. Οι ηθοποιοί δεν περιορίζονται στην εκτέλεση οδηγιών. Δοκιμάζουν, προτείνουν, αναζητούν μαζί με τους δύο δημιουργούς τον τρόπο με τον οποίο κάθε χαρακτήρας θα αποκτήσει τη δική του φωνή και παρουσία.

Έχοντας μόλις ολοκληρώσει τη συζήτησή μου με τους ηθοποιούς, μοιράζομαι με τους δύο σκηνοθέτες μια εντύπωση που μου έχει μείνει έντονα: τους ένιωσα πολύ ερωτευμένους με το έργο. «Αυτή είναι η επιτυχία», μου απαντά η Φρόσω Κορρού. «Να αγαπούν το έργο και τους ρόλους τους. Να μην θεωρούν ότι η αξία βρίσκεται στο ότι παίζουν στο Εθνικό Θέατρο, αλλά στο ότι εμπλέκονται από έρωτα. Ότι τους αφορά αυτό που κάνουν. Αν καταφέρεις να πείσεις έναν ηθοποιό να αγαπήσει το έργο, έχεις καταφέρει πολλά».

Της λέω ακόμη πόσο ταιριαστοί μού φάνηκαν οι ηθοποιοί με τους χαρακτήρες που υποδύονται. Παρότι δεν τους γνώριζα προηγουμένως, μέσα από τη συζήτησή μας διέκρινα στοιχεία της προσωπικότητάς τους που έμοιαζαν να συναντούν με φυσικό τρόπο τους ρόλους τους. Η Φρόσω συμφωνεί και μου εξηγεί πόση δουλειά και προσοχή δόθηκε στην επιλογή των ηθοποιών και στη διανομή των ρόλων. Αυτή η προσεκτική επιλογή μοιάζει να αποτελεί και τη βάση μιας δημιουργικής διαδικασίας που αφήνει χώρο στην προσωπική συμβολή του καθενός. Ο αυτοσχεδιασμός και οι δοκιμές αναπτύσσονται μέσα σε ένα σκηνοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει στους ηθοποιούς να αναζητήσουν τη δική τους διαδρομή προς τον χαρακτήρα.

Η γλώσσα είναι ένα ακόμη στοιχείο που μου τραβά την προσοχή. Φροντισμένη, με χιούμορ και έναν ρυθμό που δεν μοιάζει να υποτιμά ούτε στιγμή τον μικρό θεατή. «Για μένα η αρχή είναι πάντα ο λόγος», μου λέει ο Δημήτρης Κουρούμπαλης. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία και τον προφορικό λόγο υπήρξε η αφετηρία για τη δημιουργία ενός έργου που, όπως εξηγεί, σχεδιάστηκε εξαρχής για παιδιά, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά. «Βλέπουμε ταινίες animation και περνάμε υπέροχα ως ενήλικες. Αν μια ταινία είναι καλή, τι σημασία έχει αν χαρακτηρίζεται παιδική;» αναρωτιέται. Και συμπληρώνει γελώντας: «Το φτιάχνω για να γουστάρω εγώ».

Η Φρόσω Κορρού και οι “Αμαζόνες” – Στιγμιότυπο από τις πρόβες
Η Φρόσω Κορρού και οι “Αμαζόνες” – Στιγμιότυπο από τις πρόβες
Δημήτρης Κουρούμπαλης
Δημήτρης Κουρούμπαλης

Η αρχική του πρόθεση ήταν οι δυνατές εικόνες του κειμένου να ενεργοποιούν τη φαντασία των θεατών. Οι δυνατότητες μιας μεγάλης παραγωγής του Εθνικού Θεάτρου επέτρεψαν τελικά να συνδυαστεί αυτή η θεατρική αφαίρεση με ένα πλούσιο οπτικοακουστικό περιβάλλον, που φιλοδοξεί να μεταφέρει μικρούς και μεγάλους στον κόσμο του δάσους ήδη από τη στιγμή που θα εισέλθουν στο φουαγιέ.

Για τη Φρόσω Κορρού, από την άλλη, το σώμα έχει τη δική του γλώσσα. «Αν δεν την πει την ατάκα το σώμα, δε θα την πει ποτέ το στόμα», επισημαίνει. Δεν την ενδιαφέρει μια χορογραφία όπου όλοι κινούνται με τον ίδιο τρόπο, ακολουθώντας με ακρίβεια προκαθορισμένα βήματα. Αναζητά την ιδιαίτερη σωματική αλήθεια κάθε ηθοποιού, εκείνη που προκύπτει από τον χαρακτήρα και από τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του. Δύο προσεγγίσεις που λειτουργούν συνδυαστικά. Ο λόγος επηρεάζει την κίνηση και η κίνηση αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται ο λόγος.

Παρακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, αναρωτιέμαι πόσο αλλάζουν οι επιλογές των δημιουργών όταν απέναντί τους έχουν παιδιά. Πόσο διαφορετικά χρειάζεται να αφηγηθείς μια ιστορία; Τι επιλέγεις να δείξεις και τι να αφήσεις έξω; Και κυρίως, πώς προστατεύεις έναν μικρό θεατή χωρίς να υποτιμάς την ικανότητά του να κατανοεί τον κόσμο; «Μπαίνουμε σε μια διαδικασία, κάνοντας μια παιδική παράσταση, να προστατεύσουμε τα παιδιά από έναν ενήλικο κόσμο. Και μέχρι εκεί. Σταματάει η προσπάθειά μας να είναι παιδική παράσταση», μου εξηγεί ο Δημήτρης Κουρούμπαλης. Μου περιγράφει ένα περιστατικό από τις πρόβες. Σε μια σκηνή, τα κοντάρια που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί έπεσαν στο πάτωμα, δημιουργώντας έναν δυνατό, σχεδόν σοκαριστικό ήχο. Σε μια παράσταση για ενήλικες, λέει, θα τον κρατούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Εδώ, όμως, προβληματίστηκαν πώς θα μπορούσε να αντιδράσει ένα μικρό παιδί. «Ένας ενήλικας θα ταραχτεί, αλλά θα ξέρει πώς να το διαχειριστεί με έναν τρόπο», επισημαίνει. «Αμβλύνουμε τις οξείες γωνίες, τις ενήλικες αναφορές που πιθανόν το παιδί να μην είναι ακόμη σε θέση να διαχειριστεί ή να τις θέσει στο κατάλληλο πλαίσιο».

Δημήτρης Κουρούμπαλης και Νεφέλη Παντερμαλή

Αυτή η προστασία, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το παιδί αντιμετωπίζεται ως ένας θεατής που καταλαβαίνει λιγότερα. Το διαπιστώνω και στη συζήτησή μου με τους ηθοποιούς. Παρότι δεν έχουν όλοι την ίδια εμπειρία από παραστάσεις για παιδιά, συμφωνούν σε κάτι ουσιαστικό: το παιδικό θέατρο δεν επιτρέπει ούτε ευκολίες ούτε προσποιήσεις. Ο Ανδρέας Βοτίκας, που υποδύεται τον Ρομπέν, μιλά για μια πρόκληση που έθεσαν οι ίδιοι στον εαυτό τους από την αρχή της δημιουργικής διαδικασίας. «Δεν θέλουμε να κάνουμε ακριβώς παιδική παράσταση, με την έννοια του περιγραφικού, του εύκολου, του “νιανιά”. Να μην γίνουμε διδακτικοί απέναντι στα παιδιά. Να μπορούμε να το αισθανθούμε εμείς και να περάσει και σε εκείνα. Εγώ θα ήθελα να παίζουμε και για τους γονείς, αλλά κυρίως για το παιδί που υπάρχει μέσα σε αυτούς τους γονείς».

Ο Δημήτρης Οικονομίδης, που υποδύεται τον Little Τζον, επισημαίνει πόσο απαιτητικό είναι το παιδικό κοινό και πόση προσοχή χρειάζεται ο τρόπος με τον οποίο του αφηγείσαι μια ιστορία: «Νομίζω ότι πλέον αντιμετωπίζουμε τα παιδιά ως ισότιμους θεατές. Ούτε πιο πάνω ούτε, κυρίως, πιο κάτω. Είναι ένα πολύ δύσκολο κοινό. Όταν βαρεθούν, δεν θα το κρύψουν. Θα το δείξουν, είτε με ανησυχία είτε με φωνές. Είναι η δεύτερη φορά που βρίσκομαι σε παιδική παράσταση και αντιλαμβάνομαι πόσο σημαντικά είναι ο κώδικας επικοινωνίας, το λεξιλόγιο, οι καθαρές σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες και μια ιστορία που έχει αρχή, μέση και τέλος. Όλα αυτά βοηθούν τα παιδιά να παρακολουθήσουν, να μην βαρεθούν, αλλά κυρίως να αναγνωρίσουν μέσα στην ιστορία κάτι από τη δική τους ζωή, τις σχέσεις με τους φίλους και την οικογένειά τους».

Η Κατερίνα Κρανίδη, που υποδύεται τη Μαριάν, αναφέρει: «Νομίζω ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα, και πολλές φορές πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Δεν έχουν ακόμη τα φίλτρα που αποκτούμε μεγαλώνοντας, οπότε βλέπουν τα πράγματα πιο καθαρά. Μπορεί να μην χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβουν μια πρόθεση. Γι’ αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη διαδρομή της ιστορίας, στο από πού ξεκινάς και πού θέλεις να φτάσεις. Όλη αυτή η πορεία πρέπει να είναι καθαρή και ειλικρινής για να μπορέσουν να την ακολουθήσουν».

Ο Νίκος Κωνσταντόπουλος παραδέχεται ότι αρχικά φοβόταν την αναμέτρηση με το παιδικό κοινό: «Από τη σχολή ακόμη το είχα πολύ άχτι αυτό με τα παιδιά. Το φοβόμουν πάρα πολύ. Τεχνικά, σίγουρα χρειάζεται να προσαρμόσεις κάποια πράγματα. Εγώ, για παράδειγμα, έχω ένα κείμενο στο οποίο, όταν το πρωτοπήρα, υπήρχαν λέξεις που ούτε εγώ καταλάβαινα. Οπότε χρειάζεται να ανοίξεις λίγο τα πράγματα, να δημιουργήσεις εικόνες για να γίνουν πιο αντιληπτά. Αλλά νομίζω ότι στα παιδιά πρέπει να είσαι όσο πιο ειλικρινής μπορείς. Γιατί τα παιδιά είναι ακόμη άγραφα, δεν έχουν αναπτύξει τους κοινωνικούς μηχανισμούς που έχουμε εμείς και αντιλαμβάνονται αμέσως την πρόθεσή σου. Κι αυτό με ενθουσιάζει πολύ».

Η Χριστιάνα Κατσιμπράκη που υποδύνεται τη Γουίλα Βολτέρα, μια από τις Αμαζόνες, συμπληρώνει πως «τα παιδιά είναι σαν σφουγγάρια. Παίρνουν τις συμπεριφορές που βλέπουν, τις λέξεις που ακούνε. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό κι εμείς, μέσα σε αυτή την παράσταση, να προσέχουμε πώς φερόμαστε, πώς μιλάμε, να είναι καθαρές οι προθέσεις μας. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σκεφτεί ένα παιδί».

Νάντια Μπαϊμπά, Ανδρέας Βοτίκας, Κατερίνα Κρανίδη
Δημήτρης Οικονομίδης και Νάντια Μπαϊμπά

Ήρωες που μας μοιάζουν

Στον κόσμο αυτού του δάσους κανείς δεν μοιάζει με τον άλλον και κανείς δεν χωρά εύκολα σε έναν μόνο χαρακτηρισμό. Ο καθένας κουβαλά τη δική του ιστορία, τις αδυναμίες και τις ιδιαιτερότητές του. Κάποιοι έχουν επιλέξει να ζουν εκεί, άλλοι βρίσκονται στην υπηρεσία της εξουσίας και κάποιοι μοιάζουν να κινούνται ανάμεσα στους δύο κόσμους. Στους χαρακτήρες που έχουμε ήδη γνωρίσει μέσα από τις αφηγήσεις των ηθοποιών προστίθενται και άλλοι, εξίσου ιδιαίτεροι, που συμπληρώνουν το πολύχρωμο μωσαϊκό αυτής της ιστορίας.

Ο Τίτος Πινακάς υποδύεται, μεταξύ άλλων, τον Βιολιτζή Γουίλ, έναν μαχητή της συντροφιάς του Ρομπέν, αλλά και έναν παρουσιαστή, τον οποίο περιγράφει ως «έναν πολύ κουλ τύπο, σούπερ σταρ», γεμάτο ταπεραμέντο. Το Υποκείμενο, ο ακόλουθος του Επιτρόπου που υποδύεται η Νεφέλη Παντερμαλή, είναι ένα πλάσμα που βρίσκεται μέσα στα τείχη της πόλης, χωρίς όμως να συμμερίζεται απαραίτητα τη λογική της: «Δεν αντιλαμβάνεται την κακία του κόσμου. Δεν σκέφτεται πώς θα κερδίσει κάτι, πώς θα κλέψει ή θα πάρει κάτι. Είναι ένα πολύ ανοιχτό πλάσμα, που μπορεί να επιβιώσει παντού. Μπορεί απλώς να δει μια ηλιαχτίδα, να καθίσει να την κοιτάζει και να είναι χαρούμενο. Απλώς έτυχε να γεννηθεί από την άλλη πλευρά του δάσους».

Ο Απόστολος Πραφτσιώτης είναι ο περιπλανώμενος μουσικός της ιστορίας. Ένας χαρακτήρας για τον οποίο ο ίδιος έχει πλάσει ένα ολόκληρο παρελθόν: «Τον φαντάζομαι ως έναν πρώην καλόγερο, που έχει εγκαταλείψει τον κλήρο και γυρίζει από εδώ κι από εκεί. Όταν συναντά τη συντροφιά του Ρομπέν, κάτι του κάνει κλικ και λέει: “Ώπα, εδώ θα αράξω λίγο παραπάνω”». Είναι λίγο πιο ώριμος από τους υπόλοιπους, αλλά έχει κι εκείνος τις αδυναμίες του. Μία από αυτές, όπως μου αποκαλύπτει γελώντας, είναι το φαγητό.

Ο Μπόμπος, που υποδύεται ο Φώτης Μικρούλης, είναι ίσως ο μικρότερος της παρέας. «Έχω φτιάξει μια δική μου ιστορία γι’ αυτόν. Ότι σε πολύ μικρή ηλικία έκανε κάποια σκανταλιά και φυγαδεύτηκε στο δάσος. Από τότε δεν ξαναβγήκε. Έγινε ο ιχνηλάτης της παρέας. Έχει γίνει ένα με το δάσος, είναι το σπίτι του». Ένας χαρακτήρας που, όπως λέει, φέρνει μια πιο ευχάριστη ενέργεια στη συντροφιά.

Νεφέλη Παντερμαλή
Τίτος Πινακάς

Τι θα ήθελαν, άραγε, να πάρουν μαζί τους τα παιδιά φεύγοντας από την παράσταση; Να θελήσουν να πάνε μια εκδρομή στο δάσος; Να ανακαλύψουν τη χαρά του παιχνιδιού έξω από την πόλη; Ή μήπως να αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους σε αυτή την παράξενη παρέα που αποφάσισε να ζήσει διαφορετικά;

«Θα ήθελα να φύγουν έχοντας την αίσθηση ότι ήταν μια παρέα από σούπερ ήρωες, οι οποίοι όμως μας μοιάζουν», λέει ο Δημήτρης Κουρούμπαλης. «Να σκεφτούν: θα μπορούσα κι εγώ να γίνω ένας τέτοιος σούπερ ήρωας. Όχι κάποιος που πετάει ή έχει υπερφυσικές δυνάμεις». Άλλωστε, ο δικός του Ρομπέν απέχει πολύ από την εικόνα του αλάνθαστου ήρωα. Είναι ευαίσθητος, νευρικός, ρομαντικός, κάποιες φορές ακόμη και θρασύς. Μπορεί να βγει μπροστά, να πάρει αποφάσεις, αλλά και να κάνει λάθη. «Αυτό είναι ένα σημείο του κειμένου που θεωρώ εξαιρετικό. Ότι ο ήρωας χάνει. Γιατί πρέπει να δώσουμε στα παιδιά το μήνυμα ότι ο αρχηγός κερδίζει πάντα; Μπορεί και να χάσει και να βάλει τα κλάματα και να την πατήσει. Είναι καλός στο τόξο, αλλά πέρα από αυτό δεν είναι ο καλύτερος σε όλα».

Σκέφτομαι ξανά την πρόβα που παρακολούθησα. Τους ηθοποιούς να μετακινούν τα δέντρα, να αλλάζουν θέσεις, να δοκιμάζουν μια κίνηση, να γελούν και να ξαναρχίζουν. Μια παρέα ενηλίκων που παίζει με τη σοβαρότητα και την αφοσίωση των παιδιών. Νομίζω πως αυτό είναι το πιο όμορφο στοιχείο αυτής της ιστορίας. Ότι το δάσος που ζωντανεύει μπροστά μας είναι ένας κόσμος στον οποίο μπορούμε να φανταστούμε και τον εαυτό μας. Όχι απαραίτητα ως Ρομπέν των Δασών, ούτε ως σούπερ ήρωες που κερδίζουν πάντα, αλλά ως έναν από τους ανθρώπους που στέκονται στο πλευρό του, διεκδικώντας ισότιμα το δικαίωμα σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Τίτος Πινακάς, Φώτης Μικρούλης, Δημήτρης Οικονομίδης, Απόστολος Πραφτσιώτης, Ανδρέας Βοτίκας

Info παράστασης:

ΡΟΜΠΕΝ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ του Δημήτρη Κουρούμπαλη | Θέατρο REX | Σκηνή «Ελένη Παπαδάκη» | Από 5 ετών