Πριν από 175 χρόνια, τον Οκτώβριο του 1851, εκδόθηκε ένα από τα μυθιστορήματα που χάραξαν ανεξίτηλα την παγκόσμια λογοτεχνία. Αν και ο συγγραφέας του ήταν Αμερικάνος, το βιβλίο κυκλοφόρησε πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία και λίγο αργότερα στην πατρίδα του. Αποτέλεσε μια τεράστια εμπορική αποτυχία, σε βαθμό μάλιστα που ο συγγραφέας του ποτέ δεν κατάφερε να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά από τη γραφή του και εν τέλει πέθανε ξεχασμένος και πικραμένος δουλεύοντας ως τελωνειακός υπάλληλος.
Μιλάω φυσικά για τον τεράστιο Χέρμαν Μέλβιλ και το magnum opus του, «Μόμπι Ντικ ή Η Φάλαινα». Στην αέναη συζήτηση σχετικά με το φευγαλέο και χιμαιρικό great American novel, δηλαδή το μυθιστόρημα εκείνο που περιλαμβάνει στα σωθικά του την ευρύτερη περιπλοκότητα της αντιφατικής αμερικάνικης κοινωνίας, το Μόμπι Ντικ αναφέρεται συχνά, συνήθως μάλιστα πρώτο-πρώτο, ως το απόλυτο Σπουδαίο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα. Πέρα από τις υπερβολές και τις αφηρημένες εξιδανικεύσεις όμως, το σημαντικό είναι να γνωρίζουμε το γιατί. Γιατί αυτό το λογοτεχνικό έργο κατέχει μία τόσο κεντρική και νευραλγική θέση στην ιστορία της αμερικάνικης και παγκόσμιας λογοτεχνίας; Γιατί μια αφήγηση σχετικά με ένα φαλαινοθηρικό και τον καπετάνιο του που καταδιώκει εμμονικά μια τεράστια λευκή φάλαινα στοιχειώνει διαδοχικές γενιές από αναγνώστες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου;

Διότι το κείμενο του Μέλβιλ είναι ένα κείμενο μυθολογικού και ταυτόχρονα πολυσήμαντου λόγου, ένα έργο τέτοιας πληθωρικότητας που εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Ένα έργο που περικλείει μέσα του τα πάντα. Και το κυριότερο: όταν ένα έργο λόγου σχεδιάζεται με την προοπτική να μην ανήκει στην εποχή του αλλά σε όλες τις εποχές, χτίζεται με την προοπτική ενός μνημειώδους καθεδρικού που η τελευταία του πέτρα θα τοποθετηθεί αιώνες μετά τον θεμέλιο λίθο (ή μάλλον, δεν υπάρχει τελευταία πέτρα, πάντα θα τοποθετείται μία ακόμη), τότε το λογοτεχνικό αυτό έργο δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Ο κάθε αναγνώστης βάζει τη δική του πετρούλα και άρα συνδιαμορφώνει το νόημά του. Και νομίζω ότι ο Μέλβιλ είχε ακριβώς αυτό κατά νου όταν το έγραφε. Ένα έργο, προκειμένου να μπορεί να διασπάει τα όρια του χρόνου, πρέπει να μεταμορφώνεται διαρκώς, να μετασχηματίζεται ανάλογα με την οπτική γωνία του κάθε αναγνώστη, της κάθε ιστορικής περιόδου, του κάθε πολιτισμικού υποβάθρου.
Το έργο αρχικά απέτυχε πλήρως και χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες ολόκληρες μετά τον θάνατο του Μέλβιλ ώστε να αρχίσει πάλι να αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης. Τα όσα έχουν γραφτεί για το μυθιστόρημα δεν χωράνε ούτε σε ολόκληρες βιβλιοθήκες. Πώς ένα βιβλίο ασκεί τόση μαγεία;
Διότι ο Μέλβιλ δεν επιτρέπει απλώς πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και ερμηνείας, αλλά τα απαιτεί. Το φαλαινοθηρικό είναι ένας αλληγορικός μικρόκοσμος του οποίου η συμβολική σημασία μεταμορφώνεται ανάλογα με τη γωνία θέασης, σαν το χαμόγελο της Τζοκόντας. Είναι το πείραμα της αμερικάνικης δημοκρατίας ή το ίδιο το ταξίδι αυτογνωσίας της ανθρωπότητας; Είναι μια κοινωνιολογική μελέτη ή μια μεταφυσική διατριβή; Ο καπετάνιος Αχάμπ είναι ένας σύγχρονος Προμηθέας, ένας βασιλιάς Ληρ ή ένας Άμλετ, που περικλείει μέσα του τον ήρωα και τον αντιήρωα, τον άνθρωπο που προσπαθεί να υπερβεί τη φύση του και να ακουμπήσει τον Θεό. Ο αφηγητής Ίσμαελ είναι ο ίδιος ο Μέλβιλ, ο αρχέτυπος αφηγητής, ο μάρτυρας, ο ιστορικός, ο παραμυθάς, ο σχολιαστής, αλλά τελικά είναι η ίδια η γλώσσα, ο ρέων λόγος. Αλλά ίσως σας μπερδεύω. Απλά δεν είναι εύκολο να απλοποιηθεί κάτι που από τη φύση του γλιστράει και μετασχηματίζεται, ούτε και είναι δυνατόν να γράψω ουσιαστικά για κάτι τέτοιο μέσα σε λίγες μονάχα λέξεις. Αλλά μήπως το κατανοώ κι εγώ ο ίδιος; Το κατανοεί ουσιαστικά κάποιος στην ολότητά του; Μήπως και ο ίδιος ο Μέλβιλ που το συνέλαβε και το έγραψε;
Ο Μέλβιλ έγραψε ένα μνημείο λόγου που ο κόσμος δυσκολεύτηκε να κατανοήσει στην εποχή του και το προσπέρασε. Όμως το μνημείο εξακολουθούσε να στέκει εκεί αγέρωχο. Και έκτοτε διαδοχικές γενιές αναγνωστών, μελετητών, συγγραφέων, το «ανακαινίζουν» με την φρέσκια τους ματιά. Αυτός άλλωστε είναι και ο ορισμός του αθάνατου.

