Παρόλο που τα κουνούπια έχουν όσα ακουστικά αισθητήρια έχουμε κι εμείς, η ακοή τους χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο για να ζευγαρώνουν. Την εποχή του ζευγαρώματος των κουνουπιών τα παιδιά της Δημοκρατίας του Κονγκό μαζεύονται και κάνουν με το στόμα τους έναν περίεργο θόρυβο. Πρόκειται για έναν βόμβο συγκεκριμένης συχνότητας τον οποίο κατευθύνουν προς ορδές θηλυκών κουνουπιών, χρησιμοποιώντας τα χέρια τους για αντηχεία. Ο βόμβος αυτός έχει τις ίδιες συχνότητες με τον ήχο που βγάζουν τα αρσενικά κουνούπια. Ως αποτέλεσμα, όταν τα θηλυκά κουνούπια τον ακούνε από τα παιδιά, συγχέονται κι έτσι απομακρύνονται από τα αρσενικά και δεν ζευγαρώνουν.

Αυτή η ιδιόμορφη ανθρώπινη παρεμπόδιση της αναπαραγωγής των κουνουπιών, που μοιάζει τόσο βάρβαρη και παρεμβατική ως προς τις φυσικές διαδικασίες, δεν είναι παρά ένα τοπικό παιδικό παιχνίδι, το Kujunkuluka,  ένα από τα πολυάριθμα ―ευφάνταστα κι αφάνταστα― που αναζητά, μαζεύει και καταγράφει εδώ και 15 χρόνια ο Francis Alÿs, ο Βέλγος καλλιτέχνης που ξεχωρίζει μέσα στον 21ο αιώνα για τις ιδιότυπες καλλιτεχνικές του πρακτικές που βρίσκονται στα όρια πολιτικής και ποίησης, όπως και για τον ανθρωπιστικό και κοινωνικό χαρακτήρα της τέχνης του.

 

 

Για να καταλάβετε ποιος είναι ο Francis Alÿs, είναι εκείνος που μετακίνησε ένα βουνό μαζί με τους κατοίκους ενός χωριού, που έστειλε αντί του εαυτού του ένα παγόνι στην Biennale της Βενετίας όταν εκπροσώπησε το Βέλγιο, που κυνήγησε έναν τυφώνα, που έσπρωχνε έναν κύβο πάγου στους δρόμους του Μέξικο Σίτι μέχρι να λιώσει και κλωτσούσε μια φλεγόμενη μπάλα μέχρι να καεί. Είναι ο καλλιτέχνης που ίσως περισσότερο από κάθε άλλον σύγχρονό του έχει ασχοληθεί με τη σχέση του «κάτι» με το «τίποτα», της δημιουργίας με την καταστροφή και της ουσίας της καλλιτεχνικής πράξης, και που έχει ανάγει την πόλη ―και κυρίως την πόλη του παγκόσμιου νότου― σ’ έναν χώρο συμβολικό, αντιπροσωπευτικό των παγκόσμιων ανισοτήτων, των διακρίσεων και της πραγματικότητας του μετα-αποικιοκρατικού τοπίου.

Ο Alÿs σπούδασε αρχιτεκτονική και πολεοδομία στο Βέλγιο και την Ιταλία αλλά κατά την εμπλοκή του στην αποκατάσταση της Πόλης του Μεξικού, μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1985, αποφάσισε να στραφεί στις καλές τέχνες επιθυμώντας πλέον «να αφαιρεί αντί να προσθέτει περισσότερο υλικό» στον κόσμο. Κάπως έτσι μετακόμισε στο Μεξικό ως επιχείρηση προσωπικής απελευθέρωσης από την Ευρωπαϊκή πολιτισμική του κληρονομιά. Από τότε ζει μόνιμα εκεί.

 

 

Στην έκθεση Ricochets στο Barbican Centre του Λονδίνου παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο ένα μεγάλο μέρος της περίφημης σειράς του Children’s Games (Παιδικά παιχνίδια), μέρος της οποίας είδαμε και στην προηγούμενη Biennale της Βενετίας. Πρόκειται για καταγραφές ομαδικών παιδικών παιχνιδιών απ’ όλον τον κόσμο που λαμβάνουν χώρα σε δημόσιους χώρους και που ο καλλιτέχνης «μαζεύει» εδώ και είκοσι χρόνια. Παράλληλα, με τα Παιδικά παιχνίδια του στην έκθεση παρουσιάζεται και μια νέα σειρά κινουμένων σχεδίων που απεικονίζουν τόσο παραδοσιακά όσο και πιο ασυνήθιστα παιχνίδια με χέρια και σκιές που παίζονται και από παιδιά αλλά και από ενήλικες.

Ο Alÿs ταξιδεύει συχνά σε μέρη όπου παίζονται ομαδικά παιχνίδια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ειδικές κοινωνικές συνθήκες, τις οποίες διερευνά μέσα από αυτά, όπως για παράδειγμα ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, για το έργο του στην Documenta 13 στο Kassel της Γερμανίας το 2012, ή οι εξορύξεις που μελέτησε για την 7η Μπιενάλε του Lubumbashi στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό το 2022.

Τα παιχνίδια που καταγράφει άλλοτε δεν χρειάζονται αντικείμενα άλλοτε συμπεριλαμβάνουν αυτοσχέδιες κατασκευές από ευτελή υλικά, αναδεικνύοντας την παιδική ευρηματικότητα και φαντασία ακόμα και στις πιο φτωχές και επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη. Κάποια από αυτά είναι εξαιρετικά οικεία και κάποια εντελώς άγνωστα ― ενίοτε στα όρια του ακατανόητου. Από τη μία για παράδειγμα βλέπουμε στο Αφγανιστάν να κυλούν τσέρκια με ραβδιά ―παιχνίδι που παιζόταν από την αρχαιότητα και στην Ελλάδα― ή στο Χονγκ Κονγκ κορίτσια να πηδάνε με το γνωστό σχοινάκι και από την άλλη παρακολουθούμε στη Μοσούλη αγόρια χωρισμένα σε ομάδες να πραγματοποιούν μια παράξενη και κάπως αόριστα γνώριμη χορογραφία στον δρόμο, που μετά από λίγη ώρα συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα.

 

 

Την ίδια στιγμή στην πόλη Juarez του Μεξικού ―μία από τις πιο επικίνδυνες περιοχές στον κόσμο― παίζουν έναν ιδιότυπο πόλεμο σε χαλάσματα με τις ανακλάσεις από θραύσματα καθρέφτη. Κι ενώ στην Ελβετία το χιόνι είναι υλικό για αναρίθμητα ξέγνοιαστα παιχνίδια, στην Ουκρανία παιδάκια σταματάνε αυτοκίνητα ψάχνοντας για Ρώσους κατασκόπους. Κάπως έτσι, καθώς περιφέρεσαι ανάμεσα στις ανάλαφρες εικόνες και ήχους των χαρωπών παιδικών φωνών, αναπάντεχες σημειολογίες δημιουργούνται. Γιατί τα παιχνίδια εντέλει δεν είναι ποτέ μόνο αυτά που φαίνονται:

Τα έγκυα θηλυκά κουνούπια είναι αυτά που μεταφέρουν το θανατηφόρο μικρόβιο της μαλάρια, ένα μικρόβιο που σκοτώνει κάθε χρόνο χιλιάδες κόσμο στο Κονγκό ως η νούμερο ένα αιτία θανάτων. Το Kujunkuluka λοιπόν εκτός από παιχνίδι είναι κι ένας αυτοσχέδιος τρόπος αντιμετώπισης της μαλάρια, ενώ το Haram football ―ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα― ήταν η μοναδική διέξοδος για τα παιδιά του Ιράκ που αγαπούσαν το άθλημα όσο αυτό απαγορευόταν με θανατική ποινή κατά την κυριαρχία του Ισλαμικού Κράτους (ISIS).

 

 

Η βαθιά αυτή σχέση των παιχνιδιών με την κοινωνία, η λειτουργία τους ως καθρέφτης των ανθρώπινων αναγκών, των ελλείψεων, των κινδύνων, των επιθυμιών και γενικότερα των κοινωνικών συμπεριφορών είναι κάποια από τα ζητήματα που αναδύονται αναπάντεχα μέσα από τις αντιπαραβολές που δημιουργούνται στο Ricochets, ενώ όλες αυτές οι εικόνες των ομαδικών δραστηριοτήτων στον δρόμο αναδύουν μια νοσταλγία για τις κοινωνικές διαδράσεις στον δημόσιο χώρο, που όλο και περισσότερο εκλείπουν λόγω της διευρυμένης αστικοποίησης, του ατομικισμού αλλά και της σταδιακής κυριαρχίας των ψηφιακών παιχνιδιών.

Κι αν ακόμα διαφαίνεται ένας υποβόσκων ανθρωποκεντρισμός εδώ, είναι μόνο φαινομενικός: όπως λέει και ο Johan Huizinga σε ένα εμβληματικό βιβλίο για το παιχνίδι, το Homo Ludens, το παιχνίδι στο βάθος του είναι μια διεργασία αρχαιότερη του ανθρώπινου πολιτισμού ― «τα ζώα δεν περίμεναν να έλθει ο άνθρωπος για να τα μάθει να παίζουν»―, πρόκειται λοιπόν για μια δραστηριότητα που μοιάζει να βρίσκεται στη ρίζα της ίδιας της ζωής, άρα ικανή ενδεχομένως και να μας φανερώσει κάτι άρρητο, θεμελιώδες και υπερανθρώπινο.

 

 

Το Ricochets του τίτλου της έκθεσης, δε, ―ένα παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά στο Μαρόκο― θυμίζει τα δικά μας «Βατραχάκια»: οι παίχτες ρίχνουν πλατιές λείες πέτρες στη θάλασσα, έτσι ώστε αυτές να κάνουν διαδοχικές «αναπηδήσεις» πάνω στην επιφάνεια του νερού πριν βουλιάξουν. Γίνεται με σοβαρότητα και σύστημα· πρώτα έχουν συγκεντρώσει τις κατάλληλες πέτρες και το ένα παιδί τις κρατάει ενώ το άλλο τις ρίχνει με ρυθμό προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερα «βατραχάκια».

Κάπως έτσι, όπως παλαιότερα έχει πει κι ο ίδιος ο Alÿs σε συνέντευξή του, λειτουργεί και η τέχνη: άλλοτε το καλλιτεχνικό ερέθισμα θα «αναπηδήσει» πολλάκις, ενεργοποιώντας διαδοχικούς συνειρμούς, εικόνες, μνήμες, σκέψεις και ευαισθητοποιήσεις και άλλοτε θα βουλιάξει με τη μία. Και στο παιχνίδι και στην τέχνη κερδίζει όποιος κάνει τα περισσότερα «βατραχάκια». Κι ο Alÿs μοιάζει δεξιοτέχνης σε αυτό.

 

(Δημοκρατικός και γενναιόδωρος ο καλλιτέχνης προσφέρει ελεύθερα όλα αυτά τα έργα στο site του francisalys.com)

 

 

Francis Alÿs: Ricochets | έως 1η Σεπτεμβρίου 2024 | Barbican Centre