Στο σύμπαν του αμερικάνικου και του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Τσάρλι Κάουφμαν κατέχει τη δική του εντελώς ιδιοπρόσωπη θέση, με μια σειρά από ιδιοφυή σενάρια, σενάρια που δεν θύμιζαν οτιδήποτε άλλο είχαμε δει ως τότε, αλλά οτιδήποτε είδαμε και μετά: «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» (1999), “Ηuman Nature” (2001), “Adaptation” (2002), «Εξομολογήσεις ενός Επικίνδυνου Μυαλού» (2002) και η «Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» (2004), δυο υποψηφιότητες για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου και ένα Όσκαρ και στη συνέχεια της καριέρας του πέρασε και πίσω από την κάμερα ως σκηνοθέτης των σεναρίων του, υπογράφοντας τα «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» (2008), “Anomalisa” (2015), “I’m Thinking of Ending Things” (2020). Το γυρισμένο στους δρόμους της Αθήνας “How to Shoot a Ghost” (2025), είναι η δεύτερη μικρού μήκους ταινία που σκηνοθετεί, σε σενάριο της (μυστικοπαθούς για τα βιογραφικά της στοιχεία αλλά ίσως Καναδέζας και μάλλον ελληνικής καταγωγής, εκτός κι αν έμαθε ελληνικά ως ξένη γλώσσα) Εva Η.D, μετά το “Jackals and Fireflies” του 2023, που γυρίστηκε στους δρόμους της Νέας Υόρκης. 

Πριν μερικές μέρες, ο Κάουφμαν και η Eva Η.D. έδωσαν ένα masterclass στη Στέγη, για τη σχέση του σινεμά με την ποίηση («Kινούμενες εικόνες: η ποίηση του σινεμά και το αντίστροφο»). H Εva H.D. είναι άλλωστε ποιήτρια και ένα δικό της ποίημα ακουγόταν και στο “Ι’m Thinking of Ending Things”. Στην πραγματικότητα το masterclass αφορούσε περισσότερο τη σχέση του Κάουφμαν με το σινεμά του, με την Eva Η D, σε ρόλο εκείνης που του έκανε τις ερωτήσεις. Αλλά, αντί για αρχικές ερωτήσεις, του απήγγειλε λίγα ποιήματα, περιμένοντας να δει τις αντιδράσεις του, και από εκεί και πέρα ο διάλογος ξεκινούσε.

Ακολουθούν τα πιο ενδιαφέροντα σημεία μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας εκδήλωσης.

– Το πρώτο ποίημα που του διάβασε ήταν το “Power” της  Αdrienne Rich. Μιλά για την Μαντάμ Κιουρί και τις συνέπειες που προκάλεσαν στην υγεία της οι μελέτες της για την ραδιενέργεια: πέθανε διάσημη, αρνούμενη τις πληγές της, αρνούμενη ότι οι πληγές της προέρχονταν από την ίδια πηγή με τη δύναμή της. Ο Κάουφμαν το ακούει με προσοχή, σκέφτεται για λίγη ώρα και απαντά, έχοντας πιάσει προφανώς το υπονοούμενο.

Τσάρλι Κάουφμαν: «To τι κάνω με τη ζωή μου είναι κάτι που σκέφτομαι και με απασχολεί. Πολύ μεγάλο μέρος της, ίσως κι όλη μου η ζωή, εξαρτάται από τις πληγές μου. Και το να μετακινείται προς τα έξω το μέσα μου, το άγχος μου, ο φόβος μου, η θλίψη μου, είναι μια παράξενη κατάσταση για μένα. Νομίζω όμως ότι είναι ταυτόχρονα ο μόνος τρόπος που ξέρω να είμαι ειλικρινής. Γιατί πιστεύω, ότι αν δεν είμαι ειλικρινής στη δουλειά μου, στο να εκφράζω πώς είναι τα πράγματα για μένα, τότε δεν προσφέρω τίποτα σε κανέναν. Γιατί τότε θα ήμουν ένας ακόμη άνθρωπος που κάνει μπίζνες, πράγμα που νομίζω πάντως ότι βρίσκεται στη βάση αυτού που απαιτεί ο κόσμος ή και οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης αλληλεπίδρασης».

ΕVA H.D: «Ωστόσο, υποθέτω, ότι κατά κάποιον τρόπο αποζημιώνεσαι οικονομικά για τις πληγές σου». 

Τσάρλι Κάουφμαν: «Ναι, αυτό ακριβώς λέω. Οι άνθρωποι πρέπει να ξέρουν τι λένε. Εμένα αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να βγάζω τα προς το ζην».

ΕVA H.D: «Πιστεύεις ότι η ειλικρίνεια είναι ένα είδος όπλου;  Ή πως ό,τι μας κάνει κακό μπορεί να είναι ένα όπλο;»

Τσάρλι Κάουφμαν: «Αν πιστεύω ότι η ειλικρίνεια είναι πληγή ή όπλο; Όχι, μπορεί να μην είναι τίποτα από τα δύο». 

ΕVA H.D: «Λες όμως ότι το να είσαι πληγωμένος είναι ο μόνος τρόπος που ξέρεις για να είσαι ειλικρινής».

Τσάρλι Κάουφμαν: «Ναι, το ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω, ίσως να είναι ένα κουσούρι μου. Αλλά, υποθέτω ότι νιώθω, ή έστω ελπίζω, ότι αυτό ανοίγει μια συζήτηση με τους ανθρώπους που βιώνουν ή παρακολουθούν τις ταινίες στις οποίες συμμετέχω, συζήτηση που τους επιτρέπει να νιώσουν κάποιο είδος συγγένειας ή ίσως ακόμη και ελπίδα. Γιατί υπάρχουν τόσα πολλά εκεί έξω που είναι σχεδιασμένα για να κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται άσχημα για τον εαυτό τους. Θέλω λοιπόν να το εξερευνώ αυτό, το βρίσκω χρήσιμο». 

ΕVA H.D: «Έχεις δηλαδή ένα κίνητρο για να έχεις πληγές;» 

Τσάρλι Κάουφμαν: «Όχι, ερχονται χωρίς τη δική μου ενθάρρυνση».

– Στη συνέχεια η συζήτηση πήγε προς το χιούμορ και τη σχέση του με τον πόνο:

Τσάρλι Κάουφμαν: «Το επαγγελματικό μου παρελθόν ανήκε στη συγγραφή sitcoms. Και ήταν μια πολύ μηχανική διαδικασία, όπου έπρεπε να έχεις συγκεκριμένο αριθμό αστείων σε μια σελίδα: στήσιμο, ατάκα· στήσιμο, ατάκα· στήσιμο, ατάκα. Και δεν είναι καν αστεία, απλά προσπαθούν να είναι. Είναι απάλευτο, γιατί στην πραγματικότητα δεν διερευνούν τίποτα. Νομίζω ότι το ειλικρινές χιούμορ -αν υπάρχει κάτι τέτοιο- είναι ίσως μια αναγνώριση του πόνου και όχι κάτι που τον εξετάζει επιφανειακά ή απλώς υπάρχει με τη μορφή του αστείου».

Ο Κάουφμαν θα αναφερθεί σε ένα αστείο που είχε ακούσει παιδί και του είχε εντυπωθεί. Ήταν ένα ζευγάρι φίλων της οικογένειάς του και η γυναίκα περιέγραφε ότι ο άντρας της στο κατάστημά τους έπεσε από την καρέκλα ενώ έβαζε ρούχα σε ένα ράφι. Και γελούσε πολύ με την πτώση του άντρα της και ο Κάουφμαν ταραζόταν, ενώ προσπαθούσε να το καταλάβει. Την ίδια περίοδο έβλεπε στην τηλεόραση το Τρίο Στούτζες και κοπανιόντουσαν με σφυριά και εκτός από τη διαφορά ότι το ένα συνέβη στην πραγματικότητα και το άλλο όχι, ένιωθε πως το τηλεοπτικό αστείο ήταν ανώδυνο, ενώ σε εκείνο του μαγαζιού υπήρχε μια σκληρότητα κι ένα είδος αναγνώρισης πόνου που του έμεινε και τον έκανε να αναρωτιέται για το τι κρυβόταν από πίσω στη σχέση του ζευγαριού, τι μπορεί να της έκανε εκείνος για να γελά αυτή με το πάθημά του.

Charlie Kaufman – Eva H.D.Masterclass @Pinelopi Gerasimou for Onassis Stegi

– Μετά η συζήτηση πήγε στις κατατάξεις των έργων τέχνης, με τις οποίες ο Κάουφμαν έχει μεγάλο θέμα.

Τσάρλι Κάουφμαν: «Αυτός είναι ο δεύτερος καλύτερος πίνακας. Αυτό είναι το καλύτερο μουσικό κομμάτι. Αυτός είναι ο καλύτερος δίσκος τζαζ κτλ. Δεν έχει να κάνει με το ίδιο το έργο· έχει να κάνει με εσένα που φτιάχνεις τη λίστα ως ειδήμων. Και νομίζω ότι το νόημα της εμπειρίας της αλληλεπίδρασης με οτιδήποτε, είναι ότι συντονίζεις τον εαυτό σου με αυτό με το οποίο ασχολείσαι. Οπότε, είτε βλέπεις μια ταινία είτε κοιτάς έναν πίνακα είτε ακούς μουσική είτε διαβάζεις ένα βιβλίο ή ποίηση, είσαι εσύ. Και το έργο δεν υπάρχει χωρίς εσένα. Και εσύ είσαι ένας μοναδικός άνθρωπος. Άρα, τι μπορεί να σημαίνει όταν κάποιος λέει «αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που γράφτηκε ποτέ»; Τι σημαίνει αυτό; Τίποτα δεν σημαίνει».

ΕVA H.D:  «Πώς νιώθεις λοιπόν που κι εσύ είσαι ένας καλλιτέχνης τοποθετημένος σε υψηλή κατάταξη;» 

Τσάρλι Κάουφμαν: «Εγώ νιώθω άσχημα με τον εαυτό μου συνέχεια. Οπότε προφανώς δεν είναι κάτι που παίρνω πολύ στα σοβαρά. Δηλαδή, κάθε φορά που ξεκινάω να γράψω κάτι, δεν ξέρω πώς να το κάνω. Κάθε φορά. Θα έλεγα εκ των υστέρων ότι απλά βρίσκω κάποιον τρόπο να το ξεπεράσω, να τα βγάλω πέρα. Είναι σαν να πνίγεσαι, και η ακτή είναι εκεί, και μπορεί να υπάρχουν μερικές διαφορετικές επιλογές για το πώς θα φτάσεις. Ξέρεις, μπορεί και να μη φτάσεις. Αν φτάσεις, έφτασες. Και ο τρόπος που έφτασες είναι εκείνη η διαδρομή που πήρες ή εκείνη η συγκεκριμένη κίνηση που έκανες κολυμπώντας. Δεν ξέρω καν αν είναι ένστικτο επιβίωσης. Είναι περισσότερο σαν απελπισία. Είναι περισσότερο σαν πλατσούρισμα σκυλιού, σαν κάποια εκδοχή του, όπου δεν ξέρω καν πώς να βάλω σωστά τα χέρια μου. Αλλά τελικά κάπως, ίσως, φτάνω εκεί. Και δεν φτάνω πάντα. Φτάνω κάπου στην ακτή. Δεν φτάνω ντε και καλά στο σημείο που ήλπιζα. Ίσως το ρεύμα να με παρασύρει κάπου αλλού, και να καταλήξω κάπου όπου μπορώ να σταματήσω να κολυμπάω. Όπου το κύμα σε ξεβράζει όχι μόνο αναίσθητο, αλλά και με ένα πλήθος ανθρώπων που ζητωκραυγάζουν όταν ξυπνάς στην παραλία. Χειροκροτώντας την επίδοσή σου».

– Όταν δούλευε στο σενάριο του “Ι’m Thinking of Ending Things”, διασκευάζοντας το μυθιστόρημα στο οποίο είναι βασισμένο, ζοριζόταν να οριοθετηθεί και να βρει έναν μπούσουλα. Τότε η ΕVA H.D. του πρότεινε να σκεφτεί την ταινία με βάση ένα χαϊκού. Κι αυτό τον απελευθέρωσε, καθώς, όπως λέει, είναι πολύ πιο εύκολο να πετάξεις αγαπημένες ιδέες που νόμιζες ότι ήταν πολύ σημαντικές, όταν μετράς πόσες συλλαβές σου απομένουν για το χαϊκού σου. Iδού λοιπόν το χαϊκού που έγραψε για να συνοψίσει και να καταλάβει μέσα του την ταινία: 

Μέσα από τα μάτια μιας ξένης,
κρίνω τον εαυτό μου
επειδή την αγαπώ.

– Το δεύτερο ποίημα που διαβάστηκε ήταν το “Night Vision” της Lucille Clifton. Mιλά για την απελευθερωτική δύναμη των ονείρων, ειδικά για τους ανθρώπους που όταν πέφτουν να κοιμηθούν δεν αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους και τη ζωή τους. 

Tσάρλι Κάουφμαν: «Σε σχέση και με όσα έλεγα πριν, αυτό που κάνει ανθρώπινο το ποίημα είναι ότι υπάρχει μια προσπάθεια ειλικρίνειας. Να ειπωθεί κάτι αληθινό. Να εκφραστεί η εμπειρία του να είσαι άνθρωπος με έναν τρόπο ειλικρινή. Που δεν γίνεται σιχαμένος. Αλλά και δεν συνιστά επίδειξη του πόσο έξυπνος είσαι («Κοίτα με. Κοίτα τι μπορώ να κάνω. Κοίτα την ευφυΐα της διατύπωσής μου»). Που μπορεί να γίνει κατανοητός από έναν άλλο άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να γίνει κατανοητός από όλους τους ανθρώπους. Και δεν νομίζω ότι χρειάζεται -ή ότι πρέπει- να γράφεις με τη σκέψη «αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από άλλους ανθρώπους». Αλλά πιστεύω ότι αν γράψεις κάτι που είναι ειλικρινές απέναντι στη δική σου εμπειρία του κόσμου, τότε θα γίνει αισθητό και κατανοητό από κάποιον. Και αυτό είναι τελικά το μόνο που έχει σημασία. Αλλά νιώθω ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα και ο κίνδυνος της Τεχνητής Νοημοσύνης ως πηγής τέχνης. Είναι ότι δεν υπάρχει εμπειρία εκεί. Δεν υπάρχει κάτι που να έχει βιωθεί και πάνω στο οποίο γίνεται αναστοχασμός. 

Νομίζω όμως πως η Τεχνητή Νοημοσύνη υπήρχε πριν από την Τεχνητή Νοημοσύνη, τουλάχιστον μέσα στο σύστημα του Χόλιγουντ. Οι άνθρωποι στη δουλειά μου έχουν εκπαιδευτεί, με τον ίδιο τρόπο που εκπαιδεύτηκα κι εγώ να γράφω sitcoms. Έχουν εκπαιδευτεί να σκέφτονται με αυτούς τους τρόπους, και το βλέπω συνέχεια, και με τρομάζει πολύ όταν οι άνθρωποι μιλάνε για καμπύλες χαρακτήρων ή για δομή τριών πράξεων, για τέτοια πράγματα. Ξέρεις, η καμπύλη χαρακτήρα, πέρα από κακή μεταφορά, είναι και ανοησία; Είναι ανοησία γιατί επιβάλλεται ως αναγκαιότητα σε μια δημιουργική πράξη. Αν σου λένε ότι «αυτό είναι μια ταινία» και «αυτό πρέπει να έχει μια ταινία» και «αυτό πρέπει να κάνουν οι χαρακτήρες», τότε αν το κάνεις είσαι ψεύτικος. Το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε χαρακτήρες ως αναπαραστάσεις της εμπειρίας του να είσαι άνθρωπος.

Νομίζω ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζημιάς που υφιστάμεθα ως ανθρώπινα όντα προέρχεται από τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Όλα αυτά τα πράγματα μπαίνουν στον εγκέφαλό μας. Όλες αυτές οι ταινίες και οι τηλεοπτικές εκπομπές που είναι σκουπίδια, που λένε ψέματα, μπαίνουν στον εγκέφαλό μας και μετά νομίζουμε ότι αυτός είναι ο κόσμος. Και μετά όντως καταλήγει να γίνεται έτσι και ο κόσμος».

– Και πάμε και στα όνειρα:

Τσάρλι Κάουφμαν: «Υπάρχει ένα είδος συναισθηματικής επίδρασης που έχουν τα όνειρα πάνω μου. Μερικές φορές, για μια ολόκληρη μέρα, ζω με ό,τι είναι το κατάλοιπο αυτού του ονείρου. Άλλοτε καλό, άλλοτε κακό. Αλλά η μεταφορά που μου φαίνεται διαθέσιμη στα όνειρά μου δεν μου είναι προσβάσιμη όταν είμαι ξύπνιος. Και όταν ονειρεύεσαι και όταν γράφεις, εκτονώνεις αυτά τα πράγματα, και μπορούν να δημιουργήσουν απροσδόκητα μοτίβα. Ναι, λοιπόν, θα έλεγα ότι στον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιούμαι, υπάρχει μια τάση να μην λειτουργεί κανείς με αυτόν τον τρόπο, και αυτό είναι το θέμα. Τα όνειρα αντιμετωπίζονται με αποδοκιμασία στο Χόλιγουντ. Συνταγές, πρότυπα, μοτίβα, αυτό πρέπει να συμβεί στη σελίδα τάδε».

– Το τρίτο και τελευταίο ποίημα που διαβάστηκε ήταν ελληνικό, η χιλιοτραγουδισμένη «Άρνηση» του Γιώργου Σεφέρη (Στο περιγιάλι το κρυφό κλπ).

Τσάρλι Κάουφμαν: «Υπάρχουν τόσα πολλά σε αυτό το ποίημα που περιγράφουν τα συναισθήματά μου για την ύπαρξή μου και τη λύπη μου. Και κατά κάποιο τρόπο τα ανυψώνει για μένα. Ναι, τα ανυψώνει σε κάτι που νιώθει… Η δική μου λύπη μου προξενεί ντροπή, θα έλεγα». 

ΕVA H.D.: «Αλλά η πιο σοβαρή σου λύπη είναι πιο ευγενική;». 

Τσάρλι Κάουφμαν: «Νομίζω ότι είναι αλήθεια. Ναι, νομίζω ότι της δίνει ένα είδος… δεν ξέρω. Την τιμά με κάποιο τρόπο. Ή ίσως απλώς επειδή εκφράζει κάτι που είναι καθολικό. Νιώθω ότι μπορώ να ντρέπομαι λιγότερο. Νομίζω ότι αυτό μπορεί να ισχύει σε όλες τις μορφές τέχνης. Και αυτό παραπέμπει σε ό,τι προσπαθούσα να πω πριν: αν πεις την αλήθεια για την ευαλωτότητά σου, τότε, όπως έχω βιώσει από τη δουλειά άλλων ανθρώπων, δημιουργείται μια αίσθηση ανθρώπινης κοινότητας και λιγότερης απομόνωσης. Υπάρχουν τόσα πολλά μυστικά και τόσα πολλά πράγματα που κρατάω μυστικά για τον εαυτό μου επειδή ντρέπομαι, που αν αποκαλυφθούν με κάποιο τρόπο και μετά κάποιος άλλος μπορεί να τα δει ή να νιώσει ότι αντανακλούν την εμπειρία του, τότε υπάρχουν λιγότερα πράγματα για να νιώσει απομόνωση και ταπείνωση».