Είναι ζευγάρι. Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Παιδιά, σκυλιά δεν έχουν. Ούτε καν κάποιο επίσημο έγγραφο, το οποίο σε προηγούμενες εποχές θα προσέδιδε άλλη βαρύτητα στη σχέση τους και σήμερα μάλλον απλώς το μόνο που θα προσέθετε στην εικόνα θα ήταν κάποια νομικά έξοδα και την υπογραφή ενός νέου επίσημου εγγράφου, διαλυτικού της σχέσης που εγκαθίδρυσε το πρώτο. Το μόνο που έχουν να χωρίσουν από εδώ και εμπρός είναι οι ζωές τους. Α, και τα βιβλία τους, που συχνά και οι ίδιοι δεν θυμούνται ποιος αγόρασε ποιο σε ποιον. Τα ξεπερασμένα από τον χρόνο DVD τους θα τα πάνε στο υπαίθριο παζάρι. Αν κι εφόσον ενδιαφέρουν ακόμα τους πωλητές.
Εντάξει, επειδή ζούσαν και μαζί, υπάρχουν και πιο περίπλοκα θέματα. Ποιος θα συνεχίσει να ζει στο σπίτι τους, ποιος θα πάει να ζήσει σε καινούργιο. Αλλά θα τα βρουν κι αυτά. Γιατί είναι ένα ζευγάρι που χωρίζει με αγάπη, με αρμονία, με κοινό βηματισμό. Μα μόνο στις ταινίες γίνονται αυτά; Όχι, γιατί να γίνονται μόνο στις ταινίες; Μα δεν λειτουργεί έτσι η ζωή; Γιατί να μην λειτουργεί και έτσι; Όταν τουλάχιστον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Που σημαίνει δύο άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί, έζησαν μαζί, αγαπήθηκαν μαζί, αλλά δεν αγαπήθηκαν με τον όρο να αγαπιούνται μόνο αν παραμείνουν και μαζί. Που σημαίνει δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν όχι ιδιοκτησιακά, αλλά και ανεξάρτητα από το αν μπορούν, αντέχουν, επιθυμούν να συνεχίσουν να είναι μαζί, ανεξάρτητα από το αν το να είναι ακόμα μαζί τούς πηγαίνει μπροστά ή τους κρατά πίσω, εξακολουθεί να τους κάνει χαρούμενους ή τους γεμίζει με περισσότερο βάρος απ’ ό,τι χαρά.
Είναι ένα ζευγάρι που θα το πάει και ένα αντισυμβατικό έως και εκκεντρικό βήμα παρακάτω. Αποφασίζουν να κάνουν ένα πάρτι χωρισμού. Να τιμήσουν με τους φίλους τους, τις οικογένειές τους, τους δικούς τους ανθρώπους, τη σχέση τους και την κοινή τους πορεία, πριν το από εδώ και πέρα, πριν οι ζωές τους πάρουν διαφορετική κατεύθυνση. Για να γιορτάσουν όχι κάτι λίαν αβέβαιο, σαν την προσδοκία ενός ευτυχισμένου κοινού μέλλοντος, όπως συμβαίνει στις γιορτές των γάμων, αλλά κάτι τετελεσμένο, κάτι που όντως συνέβη, κάτι που όντως βιώθηκε, την πραγματικότητα ενός κατά βάση ευτυχισμένου κοινού παρελθόντος. Για να γιορτάσουν τα χρόνια που πέρασαν και τη ζωή που μοιράστηκαν, όχι με ματαίωση και όχι ως τεκμήριο μιας σχέσης που τελικά δεν τα κατάφερε, αλλά με πλήρωση και ως τεκμήριο μια σχέσης που πέτυχε, μιας σχέσης που αφενός πέτυχε να κρατήσει τόσο καιρό και αφετέρου -και ίσως κυρίως- πέτυχε να ολοκληρωθεί όχι με αλληλοφάγωμα, όχι με πικρία, όχι με ένα μεγάλο αμοιβαίο παράπονο, ούτε με ένα μεγάλο παράπονο από τη μία πλευρά και ένα αίσθημα ανακούφισης που τελείωσε από την άλλη.
Μα αν υπάρχει τόσο αγάπη και τόση αμοιβαιότητα, γίνεται να μην πονάει ο χωρισμός; Και γίνεται ο πόνος να μην είναι ριζικός; Όχι. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό κεφάλαιο. Ποιος λέει ότι στο πάρτι χωρισμού τους, μαζί με τις παρέες τους, μαζί με τους ανθρώπους που επίσης αποτέλεσαν σημαντικότατο μέρος της κοινής τους ζωής, δεν θα γιορτάσουν και δεν θα τιμήσουν ακριβώς αυτόν τον πόνο; Όχι ως μοιρολόι, όχι με τρόπο μελό, αλλά, παρόλη την αναπόφευκτη αμηχανία και παρόλα τα αναπόφευκτα εντονότατα ανάμεικτα συναισθήματα, τελικά με ένα αγκάλιασμα, μια αποδοχή, μια συμφιλίωση με τα όρια ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και εκείνο που δεν μπορεί να υπάρξει πια.
Η Ίτσαρο Αράνα και ο Βίτο Σανθ (αν τα biopics γυρίζονταν με βάση τη φυσιογνωμική ομοιότητα, αυτός έπρεπε να υποδυθεί πέρσι τον Ντίλαν και όχι ο Τιμοτέ Σαλαμέ) συντονίζονται στο μήκος κύματος του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Χονάς Τρουέμπα, αποδίδοντας τους χαρακτήρες τους με χαμηλότονη τρυφερότητα και εκπέμποντας μια συγκίνηση που δεν χρειάζεται να φωνάζει κοιτάξτε με. Κατά τη γνώμη μου όμως την παράσταση κλέβει ο Φερνάντο Τρουέμπα, πατέρας του Χονάς, επίσης σκηνοθέτης, βραβευμένος μάλιστα με όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το “Belle Epoque”, ο οποίος φέρνει έναν άλλο αέρα και μια αύρα διανοητικής αρχοντιάς του προηγούμενου αιώνα. Στο «Πάρτι Χωρισμού» υποδύεται τον πατέρα της ηρωίδας, δική του είναι υποτίθεται η θεωρία πως οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν πάρτι όταν χωρίζουν κι όχι όταν τα φτιάχνουν ή παντρεύονται, δική του ήταν και στην πραγματικότητα, είχε εντυπωθεί στη μνήμη του γιου του όταν την είχε ακούσει μια φορά μικρός, κι αυτή αποτέλεσε τον σπόρο έμπνευσης για τη δημιουργία της ταινίας.
Ο Χονάς Τρουέμπα κάνει την ηρωίδα του σκηνοθέτιδα και τον ήρωά του ηθοποιό και πρωταγωνιστή της τελευταίας της ταινίας. Επιχειρεί να μπλέξει κάπως την ιστορία του «Πάρτι Χωρισμού» με την ταινία μέσα στην ταινία, αλλά όχι τόσο πολύ και χωρίς αυτό να έχει κάποια καθοριστική σημασία για τα όσα παρακολουθούμε. Περισσότερη σημασία έχει ότι μέσω της ταινίας της ηρωίδας μάς μιλά για την ίδια την ταινία του: μετά από μια πρώτη δοκιμαστική προβολή ενός πρώτου μοντάζ της ταινίας της σε πολύ στενό κύκλο συντελεστών και ανθρώπων του χώρου, αρχίζει η συζήτηση: Τι είδαμε μόλις; Είναι μια κυκλική ιστορία που περιστρέφεται γύρω από ένα θέμα, εξετάζοντας το, με το θέμα να είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής, ή μια γραμμική ιστορία, όπου το σημαντικό είναι το ταξίδι και οι αλλαγές στην πορεία των ηρώων; Ο Τρουέμπα κάνει διαρκώς και συνειδητά κύκλους γύρω από το θέμα του κοινά αποδεκτού και κοινά συνειδητοποιημένου χωρισμού, δεν τον ενδιαφέρει να μας προσφέρει ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Οι ήρωές του έχουν από την αρχή αυτογνωσία, ξέρουν από την αρχή τι θέλουν και πώς το θέλουν, αυτή είναι η δύναμή τους και η αρετή τους.
Κι όπως και δομικά και ίδια του η ταινία είναι μια διαρκής επανάληψη και επιστροφή μοτίβων (από τις ανακοινώσεις του χωρισμού σε φίλους και συγγενείς, ως τη διαδικασία του μοντάζ της ταινίας μέσα στην ταινία), ας καλωσορίσουμε κάπου εδώ το μεγάλο παράδοξο του «Πάρτι Χωρισμού»: ενώ εγκωμιάζει έναν ιδανικό χωρισμό, περιγράφοντάς τον ως ιδανικό, ταυτόχρονα αναφέρεται με επιμονή και -φυσικά- επαναληψιμότητα σε ένα άλλο ιδανικό, σε εκείνο που αναδεικνύει ο Κίρκεγκωρ στην «Επιστροφή», στο ιδανικό του να επαναλαμβάνεις, με τον άνθρωπο που έχεις αγαπήσει και με τον οποίο ζεις, ρουτίνες καθημερινότητας: «Η μόνη αληθινή αγάπη βρίσκεται στην επανάληψη. Η επανάληψη δεν είναι σαν την ελπίδα που σε κρατάει σε αναμμένα κάρβουνα, ούτε σε βάζει στην άβολη περιπέτεια του να πρέπει να ανακαλύψεις κάτι νέο, ούτε είναι γεμάτη από τη θλίψη των αναμνήσεων». «Επανάληψη και ανάμνηση είναι η ίδια κίνηση, μοναχά κατά τις αντίστροφες κατευθύνσεις· γιατί ό,τι θυμόμαστε, υπήρξε, επαναλαμβάνεται προς τα πίσω· ενώ, αντίθετα, την καθαυτό επανάληψη την αναθυμόμαστε προς τα μπροστά. Γι’ αυτό το λόγο, η επανάληψη, αν είναι δυνατή, κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, ενώ η ανάμνηση τον κάνει δυστυχή …».
Βασισμένο λοιπόν σε μια παράδοξη ιδέα, το «Πάρτι Χωρισμού», είναι σαν να καταλήγει να την αντιμάχεται. Σαν να λέει -χωρίς πάντως να το λέει και ξεκάθαρα και κατηγορηματικά, γιατί τότε δεν θα είχαμε να κάνουμε με παράδοξο, αλλά με μια ανατροπή του κόνσεπτ της- πως υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα στο να συνεχίσουν να ζουν μαζί δυο άνθρωποι που κατέκτησαν δια της επανάληψης τις μικρές τελετουργίες της βιωμένης αγάπης. Δεν το αναφέρω ως μομφή κατά της ταινίας, δεν το αναφέρω για να επισημάνω μια ασυνέπεια. Ποιος μπορεί ποτέ να ξέρει τι είναι καλύτερο να κάνουν δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και αγαπιούνται;




