Στο ολοκαίνουργιο ντοκιμαντέρ του Netflix για τον Ζοζέ Μουρίνιο περιγράφεται από το στόμα του ιδίου η εξής σκηνή. Ο τότε ιδιοκτήτης της Τσέλσι, Ρομάν Αμπράμοβιτς, διακοπάρει κάπου στη Σαρδηνία με τα σκάφη του. Για να γεμίσει ακόμα περισσότερο τις διακοπές του παίζει ματσάκια ποδοσφαίρου. Στη μια ομάδα είναι ο ίδιος και οι άνθρωποι των σκαφών του, στην αντίπαλη ντόπιοι των ξενοδοχείων της περιοχής. Σκάφη – Ξενοδοχεία. Τα σκάφη χάνουν. Tότε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Αμπράμοβιτς ζητά απ’ τον εκτελεστικό διευθυντή της Τσέλσι, Πίτερ Κένιον, να μεταφέρει στον Μουρίνιο την επιθυμία του. Εκείνος το κάνει αμήχανα και με κάτι σαν ντροπή: το αφεντικό θέλει να πεταχτείς Σαρδηνία για να τους κοουτσάρεις για να κερδίσουν. Ο Μουρίνιο αρνείται γιατί έχει μια κανονική ομάδα με τεράστιο μπάτζετ και σημαντικές υποχρεώσεις να προπονήσει κι ο ιδιοκτήτης της κανονικής ομάδας με το τεράστιο μπάτζετ και τις σημαντικές υποχρεώσεις στραβώνει με την άρνησή του. 

Αυτό το βγαλμένο από το “Succession” σκηνικό συνοψίζει το τι σημαίνει να ζεις μέσα στην ολιγαρχική φούσκα των υπερπλουσίων. Όλη σου η καθημερινότητα και όλη σου η ζωή διαδραματίζονται εντός της, με αποτέλεσμα κάθε σου αλληλεπίδραση με τον έξω κόσμο να διέπεται από τους όρους της. Είναι αδύνατο να σκεφτείς και να συμπεριφερθείς σαν κανονικός άνθρωπος. Όποιο κι αν είναι το στάτους του άλλου από πλευράς επαγγελματικής καταξίωσης και δόξας, όσο σταρ κι αν είναι, κι όσα λεφτά κι αν έχει βγάλει, δεν παύει τώρα να πληρώνεται από τα δικά σου λεφτά, δεν παύει να είναι υπάλληλός σου, δεν παύει άρα να είναι δικός σου πέρα από συμβόλαια και όρους εργασίας, δεν παύει να σου ανήκει ολοκληρωτικά. Τα δικαιώματά σου επάνω του δεν εξαντλούνται μόνο στο να τον απολύσεις αν έτσι θελήσεις. Τα δικαιώματά σου επάνω του συμπεριλαμβάνουν το να του πεις άσε για λίγο την Τσέλσι, έλα Σαρδηνία και προπόνησε εμάς. Προπονητής δεν είσαι; Ε, έλα προπόνησέ μας. 

Το ειδικότερο κίνητρο της πρόσκλησής σου δευτερεύουσα τελικά σημασία έχει. Μπορεί να είναι η αφέλεια της φούσκας που σε κάνει να λες, έλα μωρέ, δεν έγινε τίποτα, έχουμε δεθεί τόσα χρόνια που είναι στην ομάδα, θα χαρεί να έρθει να με βοηθήσει, θα του φανεί πρόκληση και αστείο μαζί, άλλωστε ένα αστείο και ένα παιχνίδι είναι όλα εδώ μέσα. Μπορεί να είναι και το ακριβώς αντίθετο, μπορεί να είναι η διάθεσή σου να τον τιμωρήσεις και να τον ταπεινώσεις, είτε επειδή η ομάδα έχει πάψει πια να πηγαίνει καλά, είτε επειδή όταν πήγαινε καλά τα μπράβο και την αναγνώριση την έπαιρνε εκείνος περισσότερο από σένα. Όποιος κι αν είναι ο ειδικότερος λόγος, στο ίδιο σημείο καταλήγει: είτε το ζητας φιλικά είτε εκδικητικά κι είτε εκείνος δεχτεί είτε αρνηθεί, εσύ πάντως δεν θα ντραπείς να το ζητήσεις. Ας ντραπεί αυτός που του μεταφέρει την πρόσκληση. Κι ας νιώσει άσχημα ο αποδέκτης της. Εσένα, τα λεφτά σου σε έχουν απαλλάξει από κάθε ντροπή. Έχει αγοράσει το δικαίωμα να μην ντρέπεσαι, το δικαίωμα να σου φαίνονται όλα φυσικά. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην δικαιούσαι να επιθυμείς, δεν υπάρχει τίποτα που να μην δικαιούσαι να επιδιώξεις προκειμένου να ικανοποιήσεις την επιθυμία σου, δεν υπάρχει τίποτα που να μην θεωρείς ότι μπορείς να αγοράσεις ή ότι έχεις ήδη αγορασμένο. Δεν δουλεύετε απλώς για μένα. Μου ανήκετε.