Το να πούμε ότι το Resident Evil του Ζακ Κρέγκερ είναι η καλύτερη ταινία Resident Evil είναι από αστείο έως προσβλητικό, καθώς ο πήχυς είναι τόσο χαμηλά που ακόμα και ένα σαλιγκάρι θα μπορούσε να πηδήξει από πάνω. Αλλά είναι η αλήθεια. Όποιος έχει δει το Barbarian του 2022 γνωρίζει ήδη γιατί ο Κρέγκερ είναι η καλύτερη επιλογή στο Χόλυγουντ για σκηνοθέτη ταινίας με το όνομα “Resident Evil”… το έχει ήδη κάνει. Το Barbarian είναι η καλύτερη ταινία Resident Evil που θα μπορούσε να υπάρξει επειδή ενστερνίζεται όλες τις αρετές που έχουν κάνει τα βιντεοπαιχνίδια τρομερές επιτυχίες. Το πιο σημαντικό απ’ όλα, υπάρχει ένα “evil” στο “residence”. Οπότε, το να δώσουν στον Κρέγκερ τη μυθολογία των παιχνιδιών της Capcom, ώστε να σκαρφιστεί κάτι φρέσκο, είναι ευφυέστατη κίνηση.
Και τι κάνει ο θεός με μυθολογία τριάντα ετών; Τίποτα! Ούτε Τζιλ, ούτε Κρις, ούτε Λίον. Οι μοναδικοί «χαρακτήρες» που επιστρέφουν από τα παιχνίδια είναι τα λουκέτα, η γραφομηχανή, κάτι άλλα προπ, και μερικά ηχητικά εφέ. Κατά τα άλλα, ο θεατής δεν χρειάζεται να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι σημαίνει Resident Evil, κάτι που αποδεικνύεται ακόμα πιο ευφυέστατη κίνηση απ’ όλες τις υπόλοιπες μεταφορές βιντεοπαιχνιδιών προς τη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. Με αυτόν τον τρόπο ο Κρέγκερ κατάφερε να αιχμαλωτίσει το πνεύμα των παιχνιδιών και ταυτόχρονα να μην επιτρέψει στη μυθολογία και τις απαιτήσεις των θεατών να βαρύνουν το δημιουργικό του όραμα. Όμως, αν και είναι η καλύτερη ταινία Resident Evil, ταυτόχρονα δεν είναι η καλύτερη ταινία του Ζακ Κρέγκερ, και επίσης, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αν συγκρίνω την πλοκή του έργου με αυτή των παιχνιδιών, μου λείπουν αρκετά πράγματα. Αλλά ας μην προτρέχουμε.

Ο Όστιν Έιμπραμς πρωταγωνιστεί ως Μπράιαν, ένας μεταφορέας ιατρικού υλικού, που για κακή του τύχη του ζητάνε να παραδώσει ένα δέμα στο νοσοκομείο της Ρακούν Σίτι. Δυστυχώς, δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος για να οδηγήσει στους παγωμένους δρόμους, καθώς του λείπουν οι αλυσίδες για τις ρόδες του, αλλά θα αποδειχθεί το μικρότερο από τα προβλήματά του, διότι σύντομα θα ανακαλύψει πως έχει ξεκινήσει η Αποκάλυψη των ζόμπι. Τώρα, ο Μπράιαν θα πρέπει να επιβιώσει, αν θέλει να επανασυνδεθεί με την κοπέλα του και να ολοκληρώσει τη συζήτηση που άφησαν στη μέση.
Ο Έιμπραμς είναι one-man-show στο Resident Evil. Βρίσκεται στην οθόνη κάθε λεπτό από τα συνολικά ενενήντα λεπτά της ταινίας. Ίσως η πιο έξυπνη κίνηση του Κρέγκερ στο σενάριο είναι να πάρει έναν από τους παίκτες που παίζουν τα παιχνίδια και να τον βάλει στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίχως όμως να τον κρύψει πίσω από μια ψεύτικη ταυτότητα. Ο Μπράιαν είναι ο Μπράιαν. Ένας φουκαράς που παλεύει να επιβιώσει τη χειρότερη μέρα της ζωής του, δεν είναι ο Λίον που συμπεριφέρεται στα ζόμπι λες και παλεύουν μαζί σε ρινγκ του WWE. Και φυσικά, επειδή ο Μπράιαν εκπροσωπεί τους παίκτες που παίζουν τα παιχνίδια, ακολουθούν όλα τα χιουμοριστικά σκηνικά που όσοι έχουν παίξει Resident Evil αναγνωρίζουν. Ψάχνει να βρει κλειδιά και σφαίρες, κανένα λουκέτο δεν μπορεί να σπάσει αν το πυροβολήσει, και το πιο αστείο απ’ όλα, όταν το ζόμπι είναι δύο μέτρα μακριά του, εκείνος αδειάζει έναν ολόκληρο γεμιστήρα πάνω του και πετυχαίνει τα πάντα εκτός από το ζόμπι. Εκείνος όμως δεν μπορεί να κάνει load το προηγούμενο save του παιχνιδιού, οπότε πρέπει να ζήσει με τις συνέπειες.
Ο Κρέγκερ έχει παίξει τα παιχνίδια και φαίνεται από την πρώτη σκηνή. Το έργο του είναι ένα ταξίδι απ’ όλους τους διάσημους σταθμούς που κάνουν το Resident Evil αυτό που είναι. Έχεις τον πρόλογο στον χιονισμένο δρόμο, το σκυλί που σε κυνηγάει πριν μπεις στο σπίτι, έχουμε τη στιγμή που βρίσκει την καραμπίνα, όταν περπατάει στους δρόμους της Ρακούν Σίτι και ύστερα στους υπονόμους, και φυσικά δεν θα ήταν Resident Evil δίχως κάποιου είδους εργαστηρίου της Umbrella Corporation στο τέλος.
Ο φωτισμός και η διεύθυνση φωτογραφίας είναι πάρα πολύ προσεγμένα. Κατευθείαν μου έρχεται στο μυαλό μια σκηνή στο χιόνι που το φωτίζουν τα φανάρια του αυτοκινήτου και θυμίζει σκηνή από το Fargo. Ή μια άλλη στους υπονόμους, όπου ένα ζόμπι είναι φωτισμένο με τέτοιον τρόπο που μου έφερε στο μυαλό τον Βαρόνο Χαρκόννεν του Dune. Επίσης, ο Κρέγκερ καταφέρνει να αφομοιώσει εξαιρετικά την οπτική των μοντέρνων Resident Evil στο έργο. Δηλαδή, έχουμε αρκετά POV πλάνα, αντίστοιχα των Resident Evil 7 και του Village. Τα ίδια τα τέρατα έχουν πολύ καλό σχεδιασμό και συνεχώς εξελίσσονται με αποτέλεσμα να σε κάνουν να μαντεύεις τι θα κάνουν αργότερα και με ποιον τρόπο θα αιφνιδιάσουν τον πρωταγωνιστή. (Έχω παράπονα απ’ όποιον έκανε τα σκηνικά, καθώς το Resident Evil ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική των κτηρίων του και εδώ όλα τα σκηνικά είναι απλά και θυμίζουν μια κανονική πόλη, αλλά το προσπερνάω αυτό).

Όλα αυτά είναι καλά και όπως είπαμε αιχμαλωτίζουν το πνεύμα των παιχνιδιών, αλλά εκεί που ο Κρέγκερ με έχασε, είναι στο χιούμορ. Για να μην παρεξηγηθώ, τα Resident Evil δεν είναι απόλυτα σοβαρά παιχνίδια δίχως χιούμορ. Έχουν άπειρες γελοίες στιγμές που χρησιμοποιούνται για να χαλαρώσουν τον παίχτη, αλλά συνήθως αυτές οι στιγμές έρχονται πιο μετά στην πλοκή και όχι από την αρχή. Όσοι έχουν παίξει τα παιχνίδια, γνωρίζουν ότι οι εισαγωγές είναι συνήθως οι πιο τρομαχτικές στιγμές γιατί μπαίνουμε σε έναν κόσμο που δεν ξέρουμε τι να περιμένουμε. Από τη μία, καταλαβαίνω ότι από τη στιγμή που ο Μπράιαν είναι το κέλυφος του παίκτη στον κόσμο αυτόν, και ο παίκτης στο περίπου ξέρει τι να περιμένει, ίσως είναι λιγότερο σοβαρός, αλλά ταυτόχρονα θα θυσίαζα το κέλυφος του παίκτη για να έχω περισσότερες στιγμές ειλικρίνειας μέσα στο έργο. Και τελικά, αυτό είναι το μεγαλύτερο θέμα μου με το έργο. Συνεχώς έβλεπα «αόρατα εισαγωγικά», εισαγωγικά που με απέτρεπαν από το να συνδεθώ με τον πρωταγωνιστή. Όντως γέλασα με το χιούμορ, αλλά είχε μονάχα έναν τύπου αστείου. Τον «είμαι ένας άκυρος και δεν ξέρω τι κάνω» τύπο. Τη σκηνή με το μεγαλύτερο συναισθηματικό βάρος προς το τέλος του έργου, εκεί που ο πρωταγωνιστής πιστεύει ότι τα έχει χάσει όλα και αναθεωρεί κάποια πράγματα από τη ζωή του, τη διακόπτουν με χιούμορ και δεν την αφήνουν να ωριμάσει όπως θα έπρεπε.
Οι σκηνές τρόμου στηρίζονται περισσότερο στα jump-scares απ’ όσο θα ήθελα. Δεν είναι υπερβολικά και λειτουργούν στο πλαίσιο του έργου, αλλά εγώ προσωπικά δεν τα σέβομαι τόσο. Μπορώ να ανεχτώ μέχρι ένα ή δύο – αν το υπόλοιπο έργο έχει φτιάξει δυνατή ατμόσφαιρα που σε κάνει να ξεχνάς τον πραγματικό κόσμο – αλλά με τόσο χιούμορ τα βρήκα λίγο φτηνά εδώ. Υπάρχουν μερικές αργές και ανατριχιαστικές στιγμές, αλλά μην περιμένετε τη σκηνή με το μωρό από το Resident Evil Village. Ουσιαστικά, ο Κρέγκερ προσπαθεί να βαδίσει στα χνάρια του Evil Dead, κάτι που ταιριάζει στο Resident Evil, αλλά ταυτόχρονα δεν πιστεύω ότι η συνταγή πέτυχε απόλυτα εδώ πέρα.

Πριν γράψω για την τελευταία πράξη, εδώ είναι καλό σημείο να αναφέρω πως από το έργο έλειπαν υποστηρικτικοί χαρακτήρες. Δηλαδή, έλειπε μια Άντα Γουόνγκ ή ένας Γουέσκερ. Και επίσης, το έργο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κακούς τύπου Λαίδη Ντιμιτρέσκου ή τον Ραμόν Σάλαζαρ. Δεν εννοώ κυριολεκτικά να χρησιμοποιήσει αυτούς, αλλά να δημιουργήσει νέους υποστηρικτικούς χαρακτήρες που θα προκαλέσουν περισσότερο τις αντιλήψεις του πρωταγωνιστή για τον κόσμο της ταινίας και θα σπάσουν τη μονοτονία απ’ αυτό το ένα αστείο που χρησιμοποιεί. Η θεία Γκλάντις από την προηγούμενη ταινία του Κρέγκερ, το Weapons, είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας που θα ταίριαζε στον κόσμο του Resident Evil.
Τώρα, θα ομολογήσω πως υπάρχει πάντα μια στιγμή σε κάθε παιχνίδι που η πλοκή με χάνει και η ατμόσφαιρα πάει περίπατο. Είναι η στιγμή που αρχίζουν να ακούγονται όλο και πιο συχνά οι λέξεις “Umbrella” και “Corporation” και αναπόφευκτα θα καταλήξουμε σε ένα από τα εξελιγμένα εργαστήριά τους, τα οποία είναι και υπεύθυνα για την καταστροφή του κόσμου. Σε αυτό το σημείο, τα παιχνίδια παύουν να είναι τόσο τρομακτικά, ο παίκτης έχει αρκετές σφαίρες και προμήθειες για να αντέξει την τελική μάχη, και γενικότερα μπαίνουμε στην τελική ευθεία πριν τους τίτλους τέλους. Παρεμπιπτόντως, γι’ αυτό λέω συνέχεια πως το Resident Evil 4 είναι το αγαπημένο μου, διότι όταν φτάσαμε στις τελευταίες πίστες κατάφερνε να διατηρεί το ενδιαφέρον μου και δεν είχα αναπτύξει ένα ύφος «άντε να τελειώνουμε». Όταν λοιπόν ακούστηκαν στο έργο οι λέξεις “Umbrella Corporation” γέλασα από μέσα μου και λέω «εδώ είμαστε». Δυστυχώς, αν και η τρίτη πράξη είναι ενδιαφέρουσα και έχει στιγμές έντασης, το έργο καταλήγει να έχει ένα από τα πιο απογοητευτικά φινάλε που έχω δει όλη την χρονιά. Ένα φινάλε το οποίο έρχεται αμέσως μετά την πιο ανατρεπτική και ταυτόχρονα πιο ενδιαφέρουσα στιγμή της ταινίας. Εκεί που το έργο αναπτύχθηκε, έσπασε το κέλυφος του παίκτη που διατηρούσε μέχρι εκείνο το σημείο, και κυριολεκτικά μπορούσε να πάει προς τις πιο αναπάντεχες κατευθύνσεις… απλά τελείωσε. Απλά. Τελείωσε. Τίτλοι τέλους. Καληνύχτα. Δεν ξέρω αν τους τελείωσαν τα λεφτά ή η έμπνευση, πάντως αυτό το τέλος το δίνεις σε ένα επεισόδιο μιας σειράς που το επόμενο θα βγει την άλλη εβδομάδα, όχι σε ένα έργο που θέλει να στέκεται μόνο του ξέχωρα από τα βιντεοπαιχνίδια.

Τελικά, αυτό που κρατάω από το Resident Evil είναι η ερμηνεία του Όστιν Έιμπραμς, ο σχεδιασμός των τεράτων, οι στιγμές που αυτά εμφανίζονται, και το γενικό όραμα που είχε ο Κρέγκερ, το οποίο ήταν να κάνει κάτι δικό του σε αυτόν τον κόσμο, παρά για ακόμα μια φορά να προσπαθήσει να μεταφέρει κάτι που δεν ήταν φτιαγμένο για τον κινηματογράφο. Έχει στιγμές έντασης, πολλές περισσότερες αστείες στιγμές, και γενικά είναι μια ασφαλή ταινία τρόμου για όσους δεν συνηθίζουν να βλέπουν ταινίες τρόμου. Απλά ποτέ δεν καταφέρνει να πάει αρκετά βαθιά, ώστε να είναι κάτι περισσότερο από μια ακόμα μεταφορά ενός βιντεοπαιχνιδιού στις κινηματογραφικές αίθουσες. Αυτά τα «αόρατα εισαγωγικά» είναι οι χειροπέδες που εμποδίζουν μοντέρνες ταινίες να γίνουν κάτι περισσότερο από απλές σκηνές που θα καταλήξουν στο feed μας στα σόσιαλ μίντια. Για παράδειγμα, το Obsession έχει μια αρκετά βασική πλοκή, αλλά καταφέρνει να πάει τόσο βαθιά και να εξερευνήσει τόσο πολύ τους χαρακτήρες που ξεπέρασε τον εαυτό του και το είδος στο οποίο ανήκει και έγινε κάτι περισσότερο από μια ταινία τρόμου. Σε κάθε περίπτωση, ο Ζακ Κρέγκερ έχει ήδη κάνει μια καλύτερη ταινία Resident Evil και λέγεται Barbarian.
Σημείωση: Πού είναι τα παζλ, Ζακ; Γίνεται Resident Evil δίχως παζλ;
