Κυκλοφόρησε λοιπόν το καινούργιο σου βιβλίο με τίτλο “Δεν την αγαπάω πια”. Θα έλεγα ότι σε αυτό έχεις συμπυκνώσει αρκετά στοιχεία από τα προηγούμενα βιβλία σου, σωστά;
Ναι, αλήθεια είναι αυτό. Η ιστορία ξεκινάει με τον Γιάννη που δέχεται από μια κοπέλα, τη Νικόλ, μια Γαλλίδα που είχε σχέση μαζί της όταν ήταν φοιτητής στη Γαλλία, ένα mail που του λέει ότι έρχεται στην Αθήνα. Ο Γιάννης την παραλαμβάνει και μένουν κάποιο διάστημα μαζί. Σε μία εκδρομή στην Επίδαυρο που έχουν πάει για να δουν τη «Μήδεια» γνωρίζει η Νικόλ τον Θοδωρή, τον κολλητό του Γιάννη, τον οποίο ερωτεύεται και φεύγει μαζί του. Δε λέω άλλα, γιατί είναι και μικρό το βιβλίο (γέλια). Υπάρχουν όντως στοιχεία κοινά με προηγούμενα βιβλία μου, κάποια μάλιστα πολύ χτυπητά: όπως το ερωτικό τρίγωνο που υπήρχε στην «Ραγδαία επιδείνωση», η ιδέα της γυναικάς που έρχεται από το εξωτερικό που υπήρχε και στα «Σπασμένα Ελληνικά», απλώς εδώ είναι Γαλλίδα, ενώ στα «Σπασμένα Ελληνικά» ήταν Αλβανίδα….
Σε ενδιαφέρει το θέμα του Ξένου;
Ναι, και με την έννοια του ξένου που έρχεται στη ζωή σου και με την έννοια του μετανάστη. Στα βιβλία μου υπάρχουν συχνά μετανάστες, ίσως γι’ αυτό έχω αποκτήσει την ετικέτα ότι γράφω για τους μετανάστες. Δε νομίζω όμως ότι αυτό ισχύει. Μόνο τα «Σπασμένα Ελληνικά» είναι καθαρά μια ιστορία μεταναστών.
Επίσης και το θέμα του ανεκπλήρωτου έρωτα επανέρχεται πάλι στα κείμενά σου…
Ναι, πιστεύω ότι ο έρωτας είναι πάντα ανεκπλήρωτος, γιατί είναι συναίσθημα ιδανικό. Όταν το ζήσεις, όσο όμορφος κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι τόσο τέλειος όσο τον έχεις φανταστεί. Μπορείς να αγαπήσεις έναν άνθρωπο, αλλά ο έρωτας οφείλει να είναι ανεκπλήρωτος. και η τέχνη από την άλλη πρέπει να είναι κάπως μαύρη, έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον έτσι, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, και αγγίζει περισσότερο τον αναγνώστη, θυμίζοντάς του κάτι δικό του, κάτι βαθύ. Δε θα με ενδιέφερε να γράψω μια ιστορία με happy end. Ο χολιγουντιανός έρωτας υπάρχει μόνο στη φαντασία μας και στις ταινίες. Σε αυτή την ιστορία που είναι πολύ ρεαλιστική, κανείς δε μένει ευχαριστημένος, ο έρωτας δεν επιβιώνει.
Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στο έργο σου, πέρα από τα προσωπικά που είναι αναπόφευκτα;
Σε αυτό το βιβλίο όχι, μόνο κάπως έννοιες είναι αόριστα βιογραφικές. Βεβαία, ένας συγγραφέας όταν ξεκινάει να γράφει, και δη ρεαλιστική λογοτεχνία, όπως εγώ, ξεκινάει από τα προσωπικά του βιώματα, αλλά σε κάποιο σημείο τελειώνει και το προσωπικό βίωμα και τότε πρέπει να φανταστείς και να επινοήσεις γεγονότα. Σε αυτό το βιβλίο πάντως δεν υπάρχουν πολλά προσωπικά στοιχεία, ίσως η ιστορία με τον παπά να θυμίζει την ιστορία των Ξηρών, αλλά όχι εντελώς πάλι. Πάντως εγώ δεν έχω ρίξει κανέναν από το πλοίο, ούτε έχω φάει την κοπέλα του καλύτερου μου φίλου (γέλια).
Πώς επιλέγεις την ιστορία που θα γράψεις κάθε φορά;
Δεν ξέρω. Κάποια στιγμή γεννιέται στο μυαλό μου μια ιδέα, αρχίζει να γίνεται πιο συγκεκριμένη, αρχίζω να τη σκέφτομαι δηλαδή συνέχεια και έρχεται η στιγμή που νιώθω ότι είναι έτοιμη να μπει στο χαρτί. Δε γράφω με πρόγραμμα πάντως, όπως άλλοι συγγραφείς, γράφω όταν έχω όρεξη, γράφω κυρίως το βράδυ.
Αν και χωρίς πρόγραμμα γράφεις πάρα πολύ…
Ναι, δεν ξέρω, είναι μια διαδικασία που συμβαίνει αυτόματα. Δεν γράφω πια τόσο εύκολα όσο στην αρχή. Μέχρι τα 26 δεν είχα γράψει τίποτα ξέρεις. Κάπου εκεί πέρασα μια δύσκολη φάση και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω. Κάποιοι είπαν ότι ήταν η στιγμή να εκδηλωθούν τα γονίδια (γέλια). Ήταν σαν μια έκρηξη έμπνευσης αυτό που συνέβη τότε και έγινε αυτόματα. Τώρα πια είμαι πιο ήρεμος και δε λειτουργώ τόσο αυτόματα, ίσως γι’ αυτό, αυτό το βιβλίο είναι και μικρότερο από τα υπόλοιπα.
Μου είπες ότι μετά από μια δύσκολη φάση άρχισες να γράφεις και μετά άρχισαν να γίνονται όλα μόνα τους;
Ναι, εγώ δεν είχα γράψει και ούτε πίστευα ότι θα γράψω, παρά το ότι προέρχομαι από οικογένεια συγγραφέων. Βασικά ήθελα να γίνω αθλητοσυντάκτης, πράγμα που έκανα κιόλας, αλλά όχι για πολύ, γιατί με τρόμαζε η ρουτίνα της δουλειάς – παράλληλα άρχισα να συνεργάζομαι με διάφορα άλλα περιοδικά όπου τα χρήματα ήταν καλύτερα και έτσι σταμάτησα το αθλητικό ρεπορτάζ παρόλο που ΄γραφα για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο που το αγαπώ πολύ. Η δύσκολη φάση είχε να κάνει με μια κρίση ηλικίας περισσότερο: μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές μου, δεν ήξερα τι να κάνω με τη ζωή μου, έγραψα λοιπόν ένα διήγημα που το διάβασαν οι γονείς μου, τους άρεσε και με πίεσαν να το βγάλω στα Νέα που τότε εξέδιδαν κάθε εβδομάδα ένα διήγημα. Έπαιξε βέβαια ρόλο και το όνομά μου και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η πορεία.
Τι κάνει ένα βιβλίο καλό;
Είναι σχετικό αυτό. Ανάλογα με τι ψάχνει κάποιος σε ένα βιβλίο. Κάποιος μπορεί να θέλει να περάσει την ώρα του με ένα βιβλίο. Εσύ μπορεί να θες να σου αλλάξει τη ζωή ένα βιβλίο. Το θέμα είναι να βρεις μέσα σε ένα βιβλίο, αλλά και σε κάθε έργο τέχνης, κάτι δικό σου, όχι κάτι που έχεις ζήσει απαραίτητα, αλλά κάτι που σε αφορά προσωπικά.
Όταν γράφω, έχω μια συγκεκριμένη τεχνική, αλλά κάπου τα πράγματα βγαίνουν μόνα τους. Να, ας πούμε, τα best- seller, ειδικά εδώ στην Ελλάδα, συχνά έγιναν από πρωτάρηδες συγγραφείς, και όσοι προσπάθησαν να επαναλάβουν την επιτυχία που είχαν και να τα μιμηθούν, απέτυχαν. Θέλω να πω ότι δεν υπάρχει συνταγή.
Έχουμε πάρα πολλούς νέους τίτλους βιβλίων σε μια χώρα με μικρό αναγνωστικό κοινό, ενώ παράλληλα το ελληνικό βιβλίο δυσκολεύεται να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Τι πιστεύεις για αυτή την υπερπροσφορά από τη μία, αλλά και για την δυσκολία μας να εξάγουμε βιβλία από την άλλη;
Αυτή η υπερπροσφορά δεν είναι ό,τι καλύτερο σε μια χώρα που ο κόσμος δε διαβάζει. Πολλά βιβλία που είναι καλά χάνονται μέσα σε αυτή την πληθώρα- έχει τύχει να διαβάσω κάποια βιβλία εξαιρετικά από μικρούς εκδοτικούς οίκους που δεν είχαν καλή τύχη. Πάντως υπάρχει και μια καχυποψία απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία. Όταν λέω ότι είμαι συγγραφέας, μου λένε κάποιοι:”Α, εγώ δε διαβάζω ελληνική λογοτεχνία”. Συνήθως το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα διαβάζει ξένη σύγχρονη λογοτεχνία και ελληνική κλασική. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι εμείς οι Έλληνες συγγραφείς έχουμε κάποιες εμμονές – αυτό όμως δεν είναι κακό, η φύση του καλλιτέχνη είναι να έχει εμμονές. Αλλά αν κάποιος διαβάσει ένα βιβλίο που δεν του αρέσει απομακρύνεται από την ελληνική λογοτεχνία και αυτό είναι κρίμα, γιατί νομίζω ότι έχουμε καλούς συγγραφείς. Τώρα γιατί τα ελληνικά βιβλία δεν βγαίνουν προς τα έξω… Γιατί μας έχουν ταυτίσει στο εξωτερικό, νομίζω, με το αρχαίο παρελθόν μας. Δεν μπορούν σχεδόν να πιστέψουν ότι ένας σύγχρονος Έλληνας γράφει. Επίσης, η Ελλάδα δεν είναι και τόσο γνωστή στο εξωτερικό. Αν ένας Αμερικανός γράψει ότι ο ήρωάς του πάει στο Μπρούκλιν, όλοι καταλαβαίνουν πάνω κάτω πού αναφέρεται. Αλλά αν εγώ γράψω ότι ό ήρωάς μου πάει στη Φιλοθέη, κανείς δε θα καταλάβει τίποτα. Η Ελλάδα είναι σε ένα περίεργο σημείο, δεν είναι ούτε Δύση ακριβώς ούτε Ανατολή.
Επίσης συντονισμένες προσπάθειες για την προώθηση του ελληνικού βιβλίου γίνονταν μόνο από το Ε.ΚΕ.ΒΙ που έστελνε συγγραφεις σε εκθέσεις στο εξωτερικό. Κι εγώ είχα πάει, είχα γνωρίσει εκδότες, αλλά δεν είδα κάποιο αποτέλεσμα. Αυτές οι κινήσεις είχαν μείνει στα σκαριά, γιατί απαιτούνται χρήματα που πλέον δεν υπάρχουν.
Τα κείμενα σου, νομίζω, έχουν μια κινηματογραφική αίσθηση. Έχεις σκεφτεί ποτέ να γράψεις ένα κινηματογραφικό σενάριο μιας και έχεις και κινηματογραφικές σπουδές;
Είχα κάνει ένα μεταπτυχιακό στην Γαλλία στον κινηματογράφο, δεν έχω ασχοληθεί περισσότερο. Είχα σκεφτεί μετά τις σπουδές μου να γράψω ένα σενάριο με ένα φίλο για την τηλεόραση, για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, αλλά επειδή τεμπελιάζαμε ποτέ δεν προχώρησε αυτή η ιδέα. Ναι, και άλλοι μου έχουν πει ότι μοιάζουν κινηματογραφικά τα βιβλία μου, αλλά εμένα μου φαίνεται πολύ δύσκολο να γράψω κάτι μόνο με διαλόγους, όπου θα λείπει εντελώς η αφήγηση.
Θέατρο;
Το θέατρο είναι ακόμα πιο δύσκολο, δε δικαιούσαι το παραμικρό λάθος, στον κινηματογράφο μπορεί να υπάρξει και μια μικρή κοιλιά, στο θέατρο δεν πρέπει να χαθεί ούτε ένα λεπτό. Άσε που μια κακή θεατρική παράσταση δεν αντέχεται πραγματικά με τίποτα. Όχι, δε θα μπορούσα να γράψω για το θέατρο, άλλωστε έχουμε στην οικογένεια θεατρικό συγγραφέα (γέλια).
Με τη μητέρα σου συζητάτε τα κείμενά σου;
Είναι ουσιαστικά το πρώτο άτομο που τα διαβάζει, εκτός αν υπάρχει κάποια κοπέλα (γέλια). Αλλά ναι, τα διαβάζει όλα, δε μου κάνει όμως υποδείξεις, δε θέλω κιόλας. Δε νομίζω ότι υπάρχει εποικοδομητική κριτική, δηλαδή αν κάποιος μου πει «κάν’ το έτσι» και ακολουθήσω το δρόμο του, μπορεί όντως το βιβλίο να είναι καλύτερο, αλλά δε θα είμαι πια εγώ, οπότε δεν έχει νόημα, γιατί θέλω τα βιβλία μου να είμαι εγώ.
Παράλληλα κυκλοφορήσατε με το συγκρότημα τους Snob, και Cd. Kαταρχάς τι σημαίνει το όνομα του συγκροτήματος και τι μουσική ακριβώς σας ενδιαφέρει;
Καθόμασταν εδώ στο Κολωνάκι με τον Δημήτρη Σωτάκη (το έτερο μέλος του συγκροτήματος) και ψάχναμε όνομα. Snob είναι μια λέξη ξένη που τη χρησιμοποιούμε όμως πολύ στην Ελλάδα και παραπέμπει στην αισθητική και στη μουσική της δεκαετίας του ’80 που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ. Εμείς παίζουμε ηλεκτρονική μουσική με στοιχεία από τη δεκαετία του ’80 και κάποια από τη δεκαετία του ’90. Βασικά, το συγκρότημα ήταν δικό μου απωθημένο, από μικρός ποπ σταρ ήθελα να γίνω (γέλια) και έψησα και τον Δημήτρη που είναι μουσικός και έτσι προέκυψε. Γράψαμε κάποια τραγούδια, βρήκαμε την εταιρεία μας και τώρα κυκλοφορεί το CD μας με τίτλο «Kings, Queens & TV Stars».
Μουσικός ή συγγραφέας; Αν κάποιος σου έλεγε ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαλέξεις;
Δύσκολη ερώτηση αυτή (γέλια). Εγώ βασικά συγγραφέας είμαι, εκεί έχω ταλέντο, δε θεωρώ ότι έχω κανένα σπουδαίο μουσικό ταλέντο, αλλά είναι και μια πρόκληση το συγκρότημα. Ως συγγραφέας κάτι έχω καταφέρει νομίζω, με το συγκρότημα τώρα ουσιαστικά ξεκινάμε, αλλά ελπίζω να πάμε καλά.
Με την κριτική, πώς τα πας;
Δεν έχω παράπονο, είχα και κακές και καλές κριτικές, νομίζω πάντως ότι είχα περισσότερες καλές, οπότε να μην είμαι και αχάριστος. Πάντως το χειρότερο δεν είναι μια κακή κριτική, είναι να μην ασχολείται μαζί σου η κριτική. Και οι κριτικοί που μου έχουν γράψει κακά, κάποιες στιγμές άλλες φορές μου έχουν γράψει καλά. Είναι η δουλειά τους αυτή, γράφεις ένα βιβλίο και σε κάποιους αρέσει, σε κάποιους όχι.
Πάντως στο facebook μερικές φορές στις επιθέσεις των άλλων γίνεσαι κι εσύ επιθετικός.
Δεν είμαι επιθετικός, μου το λένε κι άλλοι αυτό, εγώ απλώς απαντώ στις επιθέσεις που μου γίνονται. Ξέρεις, αν κάποιος με βρίσει σε ένα άσχετο μέρος δε θα απαντήσω, αλλά στη δική μου σελίδα θεωρώ ότι πρέπει να απαντήσω, όταν κάποιος με προκαλεί.
Σε αγχώνει το ενδεχόμενο της αποτυχίας;
Αν έβγαζα ένα βιβλίο και έβλεπα ότι δεν αρέσει, θα με προβλημάτιζε. Και καταλαβαίνεις πότε δεν αρέσει ένα βιβλίο, όχι από τι κριτικές και τις πωλήσεις. Θεωρώ πάντως ότι δεν μπορείς συνέχεια να έχεις έμπνευση και νομίζω ότι πρέπει να καταλάβεις πότε συμβαίνει αυτό και να αποσυρθείς. Όταν δω ότι δεν έχω να πω κάτι, θα σταματήσω, δεν μπαίνω στη διαδικασία ότι επειδή τελείωσα ένα βιβλίο πρέπει να γράψω το επόμενο. Υπάρχουν περιπτώσεις συγγραφέων που έχουν ανοδική πορεία μέχρι τέλους, αλλά αυτό δεν είναι συχνό φαινόμενο. Αν εγώ συνειδητοποιήσω ότι αυτό που κάνω δεν αρέσει, ή ότι εγώ δεν έχω κάτι να πω θα σταματήσω.
Σε αγχώνει η κρίση; Και τελικά τι είναι κρίση;
Νομίζω ότι η ιδέα της κρίσης είναι το πρόβλημα. Δηλαδή σου λέει ο άλλος: «Α, έχει κρίση δε θα σε πληρώσω, ή θα σε απολύσω». Έτσι καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των ανθρώπων. Επίσης όλη αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένταση, ο κόσμος με την ιδέα της κρίσης, ακόμα κι αν έχει χρήματα, δεν πάει να αγοράσει και έτσι μπλοκάρει η αγορά. Κρίση πάντα υπήρχε, από τη δεκαετία του ‘80 ακούω ότι ο κόσμος δεν έχει λεφτά, αλλά τώρα είναι παγκόσμιο το φαινόμενο, απλώς η ελληνική οικονομία είναι σάπια, γι’ αυτό και βάλλεται σε τέτοιο βαθμό και δεν μπορεί να αντέξει. Πιστεύω ότι από τη δεκαετία του ’80 άρχισε μια τρελή παραοικονομία, πλούτισαν οι Έλληνες απότομα. Και άρχισε μια ασυδοσία και μια κούρσα φιγούρας. Ε, κάποια στιγμή θα ερχόταν και ο λογαριασμός. Θυμήσου το χρηματιστήριο, όπου όλοι κέρδιζαν. Μα γίνεται να κερδίζουν όλοι; Έπρεπε να σκεφτούμε ότι κάποτε θα γύρναγε αυτό πάνω μας. Πάντως εμένα με ανησυχεί αυτή η έξαρση της βίας: τα γεγονότα στη Μαρφίν, η επίθεση στον Χατζηδάκη, η άνοδος της Χρυσής Αυγής. Κάποιοι χρησιμοποιούν ως πρόσχημα την κρίση για να ξεσπούν τη δική τους βία. Η διαδήλωση είναι υγιής, όταν σου λένε ότι δε θα έχει να φας θα βγεις στο δρόμο, θα ξεσπάσεις, αλλά αυτή η βία δεν νομίζω ότι προέρχεται από ανθρώπους πραγματικά απελπισμένους.
Πιστεύεις ότι υπάρχει διέξοδος;
Ο επόμενος χρόνος είναι κρίσιμος. Αν σε ένα χρόνο σταθεροποιηθεί η κατάσταση, θα είναι θετικό. Πιστεύω πάντως ότι για όλα αυτά που γίνονται στον εργασιακό τομέα, ευθύνεται και ο κόσμος, γιατί ποτέ δεν κάνει τίποτα. Κάποτε σε μια δουλειά δε με πλήρωσαν και χάλασα τον κόσμο. Πρέπει να αντιδράς και να αντιδράς μέσα από το σπίτι σου. Δεν είναι εύκολο αυτό και πιθανόν εγώ έχω την άνεση να το κάνω, που κάποιος με ένα παιδί, ας πούμε, πιθανόν να μην είχε. Αλλά αν όλοι συμφωνήσουν και αντιδράσουν, τότε κάτι θα γίνει και θα ευνοήσει τους επόμενους.
Σε ενδιαφέρει η πολιτική;
Ήθελα να πολιτευθώ και γενικώς θέλω να ασχοληθώ με την πολιτική, γι’ αυτό και κατέβηκα στις δημοτικές εκλογές υποψήφιος με το συνδυασμό του Αμυρά. Αλλά και ο Αμυράς δεν είναι ακριβώς πολιτικό κόμμα, είναι μια κίνηση πολιτών. Δεν απαξιώνω την πολιτική γραμμή, αλλά στις δημοτικές εκλογές πρέπει να στηρίζεις και πρόσωπα. Ο συνδυασμός μας πήγε καλά, πήραμε δυο έδρες. Τη μια μας την πήραν πίσω λόγω καλλικράτη και αδιευκρίνιστων παραμέτρων. Έχουμε κάνει ένσταση και μπορεί να την πάρουμε πίσω όμως…
Ένα μεγάλο σου όνειρο…
Τώρα πια δεν έχω όνειρα όπως όταν ήμουν μικρός… Να γίνω ποδοσφαιριστής ή ποπ σταρ (γέλια). Θέλω να πάει καλά το βιβλίο μου, εντάξει ξέρω δε θα πάρω και το Νόμπελ, αλλά θέλω να το διαβάσει ο κόσμος και να του αρέσει. Και θέλω να πάει καλά και το CD…
Σε ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ.
