– Δείτε πού παίζονται οι ταινίες –
Βρισκόμαστε στην Μπρατισλάβα, στη Σλοβακία μεν, αλλά το κράτος ακόμη λέγεται Τσεχοσλοβακία, αφού το έτος είναι το 1983 και το ανατολικό μπλοκ ακόμη καλά κρατεί (ή εν πάση περιπτώσει έτσι φαινόταν τότε). Η σχολική χρονιά ξεκινάει. Η καινούρια δασκάλα μπαίνει και συστήνεται χαμογελαστή στα παιδιά. Κρατά ένα καρνέ και τους ζητάει να συστηθούν κι αυτά. Αλλά όχι μόνο αυτά: αρχίζει να τα ρωτάει και να σημειώνει τι δουλειά κάνουν οι γονείς τους. Και καταφέρνει με έναν τρόπο, σαν να το θεωρεί υποχρέωσή της, να πακετώσει τους γονείς κάθε μα κάθε παιδιού, ώστε ανάλογα με την ειδικότητά τους να της προσφέρουν προσωπικές υπηρεσίες.
Είσαι κομμώτρια; Θα με χτενίζεις. Είσαι ηλεκτρολόγος; Θα μου φτιάχνεις τα φώτα. Είσαι άνεργος και ζεις με επιδόματα; Θα σε τρέχω σε θελήματα, θα μου ψωνίζεις. Είσαι σε διάσταση και ζεις μόνος σου; Είμαι κι εγώ χήρα, ζω μόνη ζεις μόνος, οπότε θα σου ζητήσω καταλαβαίνεις τι. Και όλα αυτά βέβαια θα τα ζητήσω όχι εντελώς ευθέως -όχι από την αρχή τουλάχιστον- στην αρχή μπορεί να τα ζητήσω εμμέσως, αλλά τόσο πολύ σαφώς, ώστε να μη μένει καμία αμφιβολία ότι αυτή είναι η επιθυμία μου και ότι πρέπει να εκπληρωθεί. Κι όταν εκπληρωθεί, δε θα μείνει χωρίς την αντιπαροχή της. Θα σε ενημερώσω ότι στο επόμενο μάθημα καλό είναι το παιδί σου να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη σελίδα τάδε και στο κεφάλαιο δείνα. Και κοίτα να δεις που θα το εξετάσω κιόλας και θα ανταμειφθεί που διάβασε. Κι αν για τον οποιοδήποτε λόγο εσύ ως γονιός δεν ανταποκριθείς -είτε επειδή δεν μπορείς να κάνεις αυτό που ζητάω στον τομέα που έκρινα πως σου αναλογεί, είτε επειδή πολύ απλά δε σου αρέσει αυτή η διαδικασία- είναι ασφαλώς δικαίωμά σου, αλλά είναι και δικό μου δικαίωμα να αξιολογώ ως δασκάλα την πρόοδο του παιδιού σου και να τη βαθμολογώ ανάλογα. Κι αν όχι ανάλογα με τις δικές του επιδόσεις, σίγουρα ανάλογα με τις δικές σου.
«Η Δασκάλα» του Γιαν Χρέμπεκ ξεκινάει με αυτή την πρώτη μέρα στην τάξη και καθώς κάθε μαθητής ανακοινώνει το επάγγελμα των γονέων του, τους βλέπουμε σε παράλληλο μοντάζ να μπαίνουν ένα σούρουπο στην ίδια σχολική αίθουσα που γεμίζει με τα παιδιά τους το πρωί. Γιατί οι ενέργειες της δασκάλας οδηγούν τελικά στην καταγγελία της από τους γονείς δυο μαθητών. Και η διευθύντρια και η υποδιευθύντρια του σχολείου καλούν όλους τους υπόλοιπους για να συζητηθεί η καταγγελία και να αποφασιστεί αν πρέπει να ληφθεί κάποιο μέτρο. Η δασκάλα, μολονότι έχει λέει ενημερωθεί για τη συνάντηση, δεν είναι παρούσα. Μήπως πρόκειται για κάποιο κυνήγι μαγισσών; Δε θα έπρεπε να είναι παρούσα για να ακουστεί και η δική της πλευρά και να υπερασπιστεί τον εαυτό της; Μήπως οι προϊστάμενοί της έψαχναν τρόπο να την φάνε; Αλλά έχουν πραγματική εξουσία πάνω της, αφού η ίδια είναι μέλος του κόμματος και καλά δικτυωμένη; Ενώ εξελίσσεται αυτή η συνάντηση, παρακολουθούμε με διαρκή φλας μπακ τη συμπεριφορά της δασκάλας που δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια παρερμηνειών για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο.
Η συγκεκριμένη δασκάλα, εκτός από πρόσωπο το οποίο στέκεται βέβαια και αυθύπαρκτα ως χαρακτήρας (και αποκτά σάρκα και οστά από την εξαιρετική ερμηνεία της Ζουζάνα Μορέρι) είναι σε δεύτερο επίπεδο προφανέστατα κι ένα σύμβολο. Η δασκάλα προσωποποιεί την εξουσία. Υπάρχει εκ των πραγμάτων, θεσμικά, μια παραχωρημένη σε αυτήν εξουσία. Σου δίνουμε το δικαίωμα να ορίζεις και να διαμορφώνεις σε ένα σημαντικό βαθμό τη ζωή των παιδιών μας. Εσύ βρίσκεσαι σε αυτή τη θέση επειδή, πρώτον έχεις τα τυπικά προσόντα, δε βρέθηκες εκεί αυθαίρετα, έχεις νομιμοποίηση για να είσαι εκεί, αλλά δεύτερον οφείλεις να δρας βάσει αυτής της νομιμοποίησης, οφείλεις να ασκείς την εξουσία που σου έχουμε παραχωρήσει ως κοινωνία δίκαια, αμερόληπτα, ευσυνείδητα. Οφείλεις να βοηθήσεις τα παιδιά μας να μάθουν γράμματα, οφείλεις να τους καλυτερεύσεις τη ζωή, οφείλεις να τα αξιολογείς δίκαια. Η εξουσία σού παραχωρήθηκε για αυτόν το σκοπό και μόνο. Απόλαυσε το κύρος της και το στάτους της, αλλά ως εκεί. Ωστόσο, σαν τη δασκάλα κάθε εξουσία αυτονομείται, δεν της αρκεί η προβλεπόμενη χρήση της, γλυκαίνεται και περνάει στην κατάχρηση: θα εκμεταλλευθώ ποικιλοτρόπως τη δύναμη μου, θα φροντίσω να αξιοποιήσω προς ίδιον όφελος τη θέση μου για όλων των ειδών τα παράπλευρα οφέλη.
Και πώς μπορεί να αποτρέπεται μια τέτοιου είδους κατάχρηση; Με το θεσμικό έλεγχο; Προφανώς όσο περισσότερες θεσμικές δικλίδες υπάρχουν, τόσο το καλύτερο. Αλλά μάλλον σε κάθε περίπτωση που ο άνθρωπος πρέπει να σταθεί ενάντια στην εξουσία, ο δρόμος του δεν είναι σπαρμένος με λουλούδια και οι περισσότερες πιθανότητες είναι με το μέρος της εξουσίας. Στην αρχή τουλάχιστον ο δρόμος είναι πάντα μοναχικός. Και η αρχική αγανάκτηση ή το αίσθημα δικαίου που σε κινεί, πρέπει να συνοδεύεται από επιμονή και ανθεκτικότητα, γιατί πολύ συχνά έρχεται η στιγμή που αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο να το παλεύεις άλλο, πόσο μάταιο είναι, πόσο δονκιχωτικό, πόσο μπορείς ή δεν μπορείς εσύ να αλλάξεις τον κόσμο.
Έχω δει άλλες δυο ταινίες του πολύ σημαντικού Τσέχου σκηνοθέτη Γιαν Χρέμπεκ, που και σε αυτές, όπως εδώ, το σενάριο είναι του Πετρ Γιαρκόφσκι. Το υποψήφιο για ξενόγλωσσο όσκαρ «Divided we Fall» («Παιχνίδια διχασμού κι εγκυμοσύνης») και το «Kawasaki’s Rose» («Κάθε ψέμα κρύβει μια αλήθεια»). «Η Δασκάλα» νομίζω ότι βρίσκεται μισό σκαλί πιο κάτω από τις εξαιρετικές αυτές ταινίες, που παρουσίαζαν καταστάσεις πιο σύνθετες, χαρακτήρες πιο αμφίσημους και που ο διαχωρισμός του καλού από το κακό ήταν πολύ πιο σχετικοποιημένος. Σου αφήνει δε την αίσθηση ότι πάνω που γνώρισες όλους τους χαρακτήρες (γιατί ένα από τα γνωρίσματά της είναι ότι μας εισάγει σε διαφορετικούς χρόνους στον κάθε γονέα) και θες να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί τους, το έργο τελειώνει. Αλλά για να θες να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί τους, σημαίνει και πως ο χρόνος που πέρασες ήταν καλά ξοδεμένος. Και αναμφίβολα ήταν.
Ο άνθρωπος ενάντια στην εξουσία είναι το θέμα και του «Citizenfour». Κι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια μυθοπλασία που χρησιμοποιεί μια παραβολή, αλλά με ένα ντοκιμαντέρ που καταγράφει μια δυστυχώς εντελώς αληθινή ιστορία, μιας εντελώς ζοφερής πραγματικότητας. Η ιδιοτυπία του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ είναι ότι δεν ξεκίνησε να γυρίζεται προκειμένου να καταγράψει αυτή την ιστορία, αλλά ότι η ιστορία ήρθε και το βρήκε και ότι η καταγραφή του την αποτύπωνε τη στιγμή που διαδραματιζόταν. Λένε ότι αν είσαι καλός δημοσιογράφος και αποδείξεις την αξιοπιστία σου, την εγκυρότητά σου και την τόλμη σου, μετά τα θέματα θα σου έρχονται μόνα τους.
Η Λόρα Πόιτρας είχε γυρίσει ντοκιμαντέρ όπως το «Μy Country, My Country» και το «Τhe Oath» τα οποία στηλίτευαν τις πολιτικές των ΗΠΑ στα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου στο Ιράκ και στο Γκουαντάναμο. Ένας άνθρωπος που την προσεγγίζει αρχικά με το ψευδώνυμο Citizenfour θα αποδειχθεί στην πορεία ότι ήταν ο -παγκοσμίως άγνωστος ως τότε- Έντουαρντ Σνόουντεν. Ούτε τριάντα χρονών, αλλά με προϋπηρεσία ως προγραμματιστής στη CIA και την NSA (στην οποία μάλιστα εργαζόταν ως δανεικός από ιδιωτική εταιρία, ω του outsourcing) είχε πρόσβαση στα πιο απόρρητα δεδομένα. Τα οποία αποφάσισε ότι δεν μπορεί να τα αντέξει η συνείδησή του και τα διέρρευσε.
Για οκτώ ημέρες στις αρχές του Ιουνίου του 2013, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Χονγκ Κονγκ, ο Σνόουντεν, η Πόιτρας, ο δημοσιογράφος Γκλεν Γκρίνγουουλντ τον οποίο επίσης προσέγγισε ο Σνόουντεν και ένας ακόμη δημοσιογράφος από τον Guardian, φτιάχνουν μια μικρή ψηφίδα της σύγχρονης Ιστορίας. Το ντοκιμαντέρ που κατά βάση καταγράφει αυτές τις μέρες είναι του 2014, πήρε όσκαρ στην προπέρσινη τελετή και προβάλλεται καθυστερημένα στη χώρα μας, προφανώς λόγω του ότι πριν λίγες εβδομάδες βγήκε η μη ντοκιμαντερίστικη εκδοχή της ιστορίας του Σνόουντεν από τον Όλιβερ Στόουν, με ηθοποιούς να υποδύονται τον Σνόουντεν, την Πόιτρας και τον Γκρίνγουολντ.
Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν εκείνες τις μέρες του Ιουνίου αρχίζουν να βγαίνουν στον αέρα, ξεσπά ένας σάλος, ο Σνόουντεν διώκεται ποινικά ως κατάσκοπος, η πρόνοιά του να βρίσκεται στο Χονγκ Κονγκ, άρα στην Κίνα, δένει εν μέρει τα χέρια των ΗΠΑ, τελικά καταλήγει, ενώ προσπαθούσε να πάρει πολιτικό άσυλο στη Λατινική Αμερική, στη Ρωσία, όπου βρίσκεται ως σήμερα. Ο Σνόουντεν βασικά αποκάλυψε ότι παρακολουθούνται από την αμερικάνικη κρατική μηχανή -και όχι μόνο από αυτήν- οι πάντες και με κάθε τρόπο. Ένα λοιπόν καλό ερώτημα είναι και τι έγινε που το αποκάλυψε; Πόσο συνταράχθηκε ο κόσμος μας; Πόσο σταμάτησε να κινείται η γη; Απαντά σε αυτό ο ίδιος από το δωμάτιο του ξενοδοχείου το 2013, εξηγώντας ότι οι άνθρωποι το ξέρουν πως δεν υπάρχει πια ιδιωτικότητα στο ίντερνετ, το ξέρουν ότι κάθε τι που πληκτρολογούν, κάθε λινκ που πατάνε είναι και μια πληροφορία που δίνουν για τους ίδιους. Έτσι αυτολογοκρίνονται. Και εν πάση περιπτώσει, το αποδέχονται. Το κανονικοποιούν. Θυμάμαι πώς ήταν το ίντερνετ πριν αρχίσουν να το παρακολουθούν και να το αστυνομεύουν, θα πει ο Σνόουντεν. Δυνητικά ένα πεδίο ελεύθερου διαλόγου. Είμαι διατεθειμένος να ρισκάρω φυλάκιση ή άλλου είδους συνέπειες, παρά να αποδεχτώ αυτή την αστυνόμευση και την παρακολούθηση, χωρίς πρώτα να την αποκαλύψω με στοιχεία.
Και πάνω εκεί, λέει κάτι αληθινά συγκινητικό. Μην νομίζετε ότι θυσιάζομαι. Δεν το θεωρώ θυσία. Νιώθω καλά ως άνθρωπος να ξέρω ότι προσπάθησα να συνεισφέρω στο γενικό καλό. Μια τόσο όμορφη ιδιοτέλεια. Ένας τόσο αξιέπαινος εγωισμός. Ένα κλειδί ίσως για να δούμε τα πράγματα αλλιώς: όταν παλεύουμε για έναν σκοπό και για κάποια ιδανικά, μπορεί να είναι κάτι που μας κάνει να νιώθουμε γεμάτοι. Υπάρχει και άλλου είδους νοηματοδότηση στη ζωή από το να ζεις τη ζωούλα σου, από το να φοβάσαι μη σου συμβεί το ένα ή το άλλο κακό, υπάρχει ένας άλλος τρόπος να δεις τα πράγματα. Νιώθεις καλά με τον εαυτό σου, νιώθεις ωραία με αυτό που έκανες kai όλα τα υπόλοιπα, οι κίνδυνοι, οι θυσίες, οι αρνητικές συνέπειες, δεν είναι ικανά να σου αφαιρέσουν αυτή την, εντός εισαγωγικών, απόλαυση. Απλά είναι μια απόλαυση μη καταναλωτική, μη εμπορεύσιμη, μη διαφημίσιμη, μια απόλαυση δυσφημισμένη, γιατί ο φόβος φυλάει τα έρημα και άρα συμφέρει να προβάλλουμε όλα αυτά που θα πάθεις αν τολμήσεις να τα βάλεις με τις αδικίες της εκάστοτε εξουσίας. Όλα αυτά που θα πάθεις. Όχι όλα αυτά που θα νιώσεις κάνοντας το σωστό. Αυτή η ευφορία πρέπει να αποσιωπάται.
Η έμφαση των ΜΜΕ στην προσωπικότητα είναι παραπλανητική θα πει ο Σνόουντεν. Δεν είμαι εγώ η ιστορία. Για μένα, θα συμπληρώσει, η ουσία είναι η δύναμη της κρατικής εξουσίας εναντίον της δυνατότητας των πολιτών να σταθούν αποτελεσματικά απέναντί της. Πληρωνόταν κάθε μέρα για να σχεδιάσει μεθόδους που θα μεγέθυναν αυτή τη δύναμη. Δεν το άντεξε άλλο. Προσπάθησε να σπάσει το απόστημα. Αποκάλυψε ό,τι μπορούσε. Και βλέποντάς τον στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Χονγκ Κονγκ, τόσο συγκροτημένο, τόσο σίγουρο για τον εαυτό του, αλλά και τόσο συνεσταλμένο, δε γίνεται να μην εμπνευστείς, δε γίνεται να μη θαυμάσεις, δε γίνεται να μη ζηλέψεις το πόσο γεμίζει τον άνθρωπο ο αγώνας για να υπερασπιστεί τα ιδανικά του.







