Ο Ιταλός σκηνοθέτης Αντόνιο Λατέλα βρίσκεται εδώ και αρκετό καιρό στην Αθήνα δουλεύοντας τη νέα του θεατρική παράσταση στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Το σκηνοθετικό του βλέμμα είναι στραμμένο στο εμβληματικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς «Γυάλινος Κόσμος» που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1944. Με τον ενθουσιασμό ενός νεαρού που μόλις κάνει τα πρώτα του βήματα με υποδέχθηκε στο Θέατρο Τέχνης στη Φρυνίχου. «Eίμαι τρομερά ευτυχισμένος με αυτή την παραγωγή. Νιώθω να γυρίζω πίσω στον χρόνο και να ξαναρχίζω από την αρχή», μου λέει χαμογελαστός. «Αυτό το κείμενο πραγματεύεται τη στιγμή που θέλεις να φύγεις από το σπίτι, να αναζητήσεις την προσωπική σου ταυτότητα. Και εγώ γυρνάω πίσω μπρος στο χρόνο, στα πρώτα μου βήματα και ύστερα παρατηρώ τον εαυτό μου αν έχω ακόμα την ενέργεια και αντέχω να συνεχίσω αυτή τη δουλειά».

Πριν πολλά χρόνια συναντήθηκε με το έργο του Τενεσί Ουίλιαμς σε μια μεγάλη παραγωγή του έργου «Λεωφορείον ο Πόθος» και έκτοτε σκεφτόταν πως, αν ποτέ επέστρεφε ξανά στον Ουίλιαμς θα ήταν με ένα έργο διαφορετικής σύλληψης όπου «δεν θα υπάρχει τίποτα που να μας αποσπά από το κείμενο».

 

Αντόνιο Λατέλα, φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Ένα έργο μνήμης – «καθρέφτης» της ζωής του Τενεσί Ουίλιαμς

 

Ο «Γυάλινος Κόσμος» του Τένεσι Ουίλιμας είναι ένα «έργο μνήμης» με διαρκή άλματα στον χρόνο, μια πρωτόγνωρη τεχνική γραφής για την εποχή που γράφτηκε. Ο βασικός χαρακτήρας, ο Τομ, διαρκώς  ανατρέχει στο παρελθόν του και αφηγείται την ιστορία της δυσλειτουργικής του οικογένειας. «Είναι ένα έργο γραμμένο σαν ανάμνηση. Η ανάκληση του παρελθόντος γίνεται με υπερβολική ταχύτητα, σαν να μην έχει λογική. Για αυτό και την εποχή που γράφτηκε πολλοί μπορεί να μην το κατάλαβαν, ήταν προχωρημένο. Σήμερα όμως, μπορούμε να το κατανοήσουμε».

Από πολλούς θεωρείται ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Ουίλιαμς και η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τον Τομ, την αδελφή του Λάουρα και τη μητέρα τους, Αμάντα. Η Αμάντα είναι μια δυναμική μητέρα, προσκολλημένη σε ένα ιδανικό παρελθόν, προσπαθώντας να διασφαλίσει το μέλλον των παιδιών της, με τρόπο που συχνά προκαλεί ένταση στην οικογένεια. Η Λάουρα είναι μια εύθραυστη κοπέλα, ζει απομονωμένη στον δικό της κόσμο, έχοντας καταφύγιο τη συλλογή της από γυάλινα ζωάκια, ενώ ο Τομ εργάζεται σε μια αδιάφορη δουλειά που τον εξαντλεί, και δεν τον ικανοποιεί, ενώ ταυτόχρονα κατακλύζεται από την πίεση να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του, όπως το έκανε και ο πατέρας του πριν τους εγκαταλείψει. Παγιδευμένος ανάμεσα στις υποχρεώσεις προς την οικογένειά του και την επιθυμία του να ζήσει ελεύθερα, είναι ένας βαθιά διχασμένος χαρακτήρας.

Μια επιθυμία καταλύτης και για τον ίδιο τον Αντόνιο Λατέλα αφού ανακαλεί μνήμες αλλοτινής ζωής σε εκείνες τις πρώτες του νεανικές επαγγελματικές απόπειρες. Η επιλογή ενός τόσο εμβληματικού έργου συνδέεται με την επιθυμία του Λατέλα να εξερευνήσει την ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων και τον αγώνα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, θέματα τα οποία είναι διαχρονικά και συνεχίζουν να απηχούν στο σύγχρονο κοινό:

«Για εμένα η μνήμη είναι διάφανη σαν το γυαλί. Κάποιες μνήμες έρχονται, κάποιες φεύγουν ανάλογα με το πού στέκεσαι κάθε φορά. Την πρώτη φορά που διάβασα το έργου του Ουίλιαμς αναρωτήθηκα γιατί πλάθει έναν κόσμο φτιαγμένο από γυαλί. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι το γυαλί είναι ένα υλικό εύθραυστο και πανίσχυρο ταυτόχρονα».

 

φωτο: ©Jana Müller

 

Το σκηνοθετικό ύφος του Λατέλα χαρακτηρίζεται από την ενδελεχή ανάλυση των χαρακτήρων και τη χρήση ισχυρών οπτικών και σκηνικών στοιχείων για την αποτύπωση των συναισθηματικών συγκρούσεων και της ευθραυστότητας των ηρώων του. «Το γυαλί σε αυτή τη σκηνική παράσταση είναι το κυρίαρχο στοιχείο», λέει ο Λατέλα. 

Η πλούσια συναισθηματική και ψυχολογική σύνθεση των χαρακτήρων, κάτι που συχνά αποτελεί κομβικό στοιχείο στις σκηνοθετικές του δουλειές αποτελεί και εδώ την αφετηρία του Λατέλα. Ξεκίνησε με την ίδια τη ζωή του Τενεσί Ουίλιαμς, τη σχέση με τη μητέρα του και την αδελφή του. Αγαπούσε πολύ την αδελφή του, μια κοπέλα ασταθή ψυχολογικά και για να μπορέσει να ακολουθήσει το όνειρο της συγγραφής έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι, όπως και ο ήρωάς του ο Τομ. Όταν όμως θα φύγει από το σπίτι, η μητέρα αναγκάζεται να κλείσει την αδελφή του σε μια ψυχιατρική κλινική και να υποστεί πολλαπλά ηλεκτροσόκ. Μια κατάσταση που θα προκαλέσει πολλές τύψεις στον ίδιο τον Ουίλιαμς, τύψεις που κουβαλάει σε ολόκληρη τη ζωή του. Οι τύψεις του δεν έσωσαν φυσικά την αδελφή του. Σε όλα του τα κείμενα η αγάπη για την αδελφή του και οι τύψεις τον ακολουθούν.

«Ο Ουίλιαμς θεωρεί την αδελφή του την πιο δυνατή της οικογένειάς για αυτό και στην παράσταση επιλέγω να αποδώσω τη Λώρα με δυναμισμό και τη μητέρα με την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που έχουν γνωρίσει τη φτώχεια. Αφαιρώ το ρεαλιστικό κομμάτι δίνοντας στους χαρακτήρες την ιδιότητα των αρχέτυπων: δεν είναι η μαμά, είναι η Μητέρα, η Αδελφή. Το τέταρτο πρόσωπο ο Τζιμ είναι το μόνο ρεαλιστικό στοιχείο που υπάρχει. Θεωρώ ότι πολλές από τις εκφράσεις του είναι ατάκες που ο Ουίλιαμς είχε κάποτε ακούσει και τις μεταφέρει στο έργο του». 

 

φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Η συνεργασία με τους Έλληνες ηθοποιούς και ο αυτοσχεδιασμός ως εργαλείο εξερεύνησης

 

Ο Αντόνιο Λατέλα είναι ένας σκηνοθέτης με διεθνή αναγνώριση για την τολμηρή προσέγγισή του στο θέατρο. Η καριέρα του ξεκίνησε από τον χώρο της υποκριτικής, σύντομα μετατοπίστηκε στη σκηνοθεσία, όπου καθιερώθηκε με την ιδιαιτερότητα του σκηνοθετικού του ύφους. Διευθυντής στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου στην Μπιενάλε της Βενετίας (2017-2020), σκηνοθέτης στο «Πίκολο Τεάτρο» του Μιλάνο, έχει σκηνοθετήσει παραστάσεις σε μερικά από τα πιο σημαντικά θέατρα της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας καλλιεργώντας έτσι την ικανότητά του να γεφυρώνεις πολιτισμούς, κουλτούρες, γλώσσες και ανθρώπους.

Έτσι και η συνεργασία του με την ελληνική παραγωγή δεν είχε δυσκολίες και προβλήματα στο πεδίο της επικοινωνίας: «Πολύ συχνά συνεργάζομαι με ομάδες που δεν μιλάμε στη μητρική μας γλώσσα. Στην αρχή της καριέρας μου αυτό ήταν κάτι που απέφευγα, με τρόμαζε, σύντομα όμως ανακάλυψα πως είναι εφικτό. Όπως έχω ξαναπεί, αυτό μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό αν σκεφτούμε μια παραλία στην Ιταλία ή στην Ελλάδα και βλέπουμε μικρά παιδιά από διαφορετικές χώρες να παίζουν απλώς γιατί υπάρχει ένα κοινό ιδίωμα, η γλώσσα του παιχνιδιού. Και το θέατρο είναι ακριβώς έτσι».

 

φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Η συνεργασία για αυτή την παραγωγή θα ξεκινήσει πριν από μερικά χρόνια όταν θα γνωριστεί σε μια κοινή παρέα με τη Μαρία Καλλιμάνη. Η σκέψη να δημιουργήσουν κάτι μαζί ζυμώνεται τα επόμενα χρόνια και τελικά θα φθάσει αυτή η στιγμή. Τη Μαρία Καλλιμάνη συμπληρώνει μια ομάδα νέων, ανερχόμενων ηθοποιών που ο ίδιος θα επιλέξει μέσα από μια σειρά ακροάσεων. «Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να διαλέξουμε ηθοποιούς που κάνουν τα πρώτα τους θεατρικά βήματα καθώς το κείμενο προσφέρεται για να προβάλλει τους ταλαντούχους ηθοποιούς, έχει τη δύναμη να τους εκτοξεύσει».

Παρόλο που ο Λατέλα είναι γνωστός για την αυστηρή και προσεκτικά δομημένη σκηνοθετική του προσέγγιση, υπάρχει πάντα χώρος για τον αυτοσχεδιασμό, κυρίως όταν αυτός ενισχύει την αυθεντικότητα και την αλήθεια του ρόλου. «Διαβάσαμε και εμβαθύναμε πολύ στο κείμενο του Ουίλιαμς. Υπήρχαν σημεία που εγώ δεν καταλάβαινα αλλά και οι ηθοποιοί δεν καταλάβαιναν. Αυτή είναι και η πιο ενδιαφέρουσα περιοχή, εκεί συμβαίνουν όλα». Σε αυτή την περιοχή, ο αυτοσχεδιασμός μπορεί να είναι ένα εργαλείο εξερεύνησης που επιτρέπει στους ηθοποιούς να βρουν προσωπικές αλήθειες στους χαρακτήρες τους και αυτό ο Λατέλα το καλωσορίζει.

 

φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Το θέατρο είναι μια πράξη θάρρους και αντίστασης  

 

Η επιτυχία του Λατέλα μέχρι σήμερα είναι αδιαμφισβήτητη. Έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές αλλά και διακρίσεις όπως τα βραβεία UBU ενώ η πολυετής θητεία του ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Biennale Teatro, δημιούργησε ένα πεδίο για επέκταση των δυνατοτήτων του θεσμού της Μπιενάλε, ενθαρρύνοντας την ανάδειξη νέων ταλέντων και φέρνοντας στο προσκήνιο διεθνείς παραγωγές που πρόβαλαν τις τάσεις του σύγχρονου θεάτρου. Πώς άραγε ορίζει εκείνος μια επιτυχημένη παράσταση και μια επιτυχημένη πορεία;

«Αν κάνεις την τέλεια παράσταση έχεις βάλει τέλος στην καριέρα σου. Για αυτό για εμένα δεν υπάρχει τέλεια παράσταση. Με ενδιαφέρουν οι ατέλειες, εκεί αναζητώ τις λεπτομέρειες. Η εσωτερική μας αναζήτηση βασίζεται στις ατέλειες. Η παράσταση που το κοινό βγαίνοντας από το θέατρο θα αποθεώσει και μετά θα έχει ξεχάσει είναι για μένα απλώς διασκέδαση. Με ενδιαφέρουν εκείνες οι παραστάσεις που ακόμα και αν δεν αρέσουν σε κάποιον γεννούν συζητήσεις».

H διαδικασία της διαρκούς μάθησης είναι σημαντική στο έργο του. Έχοντας φθάσει στην έκτη δεκαετία της ζωής του εξακολουθεί να αναζητά ευκαιρίες για αναστοχασμό και διερεύνηση μέσα από τις νέες συνεργασίες και τις νέες παραγωγές. «Τη στιγμή που θα νιώσω ότι επαναλαμβάνομαι θα σημάνει και το τέλος της καλλιτεχνικής μου πορείας».

Ξεκίνησε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα σε ηλικία 17 ετών ως ηθοποιός. Αυτή η εμπειρία του, επηρέασε τη σκηνοθετική του προσέγγιση. «Πάντα πίστευα ότι μόνο μέσα από την τέχνη του ηθοποιού μπορείς να κατανοήσεις βαθιά την ερμηνευτική εμπειρία. Η τέχνη του ηθοποιού δεν είναι μια πνευματική διαδικασία αλλά μια σοβαρή τέχνη που πρέπει να κατακτήσεις».

Έτσι καταφέρνει να συνδεθεί πιο άμεσα με τους ερμηνευτές του και να κατανοεί τα ψυχολογικά και σωματικά τους όρια, προσφέροντας ένα ασφαλές αλλά και δημιουργικό περιβάλλον για να εκφραστούν.

 

φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Συχνά ο Λατέλα καταπιάνεται με κλασικά έργα μεγάλων συγγραφέων, αλλά και σύγχρονες παραγωγές που θίγουν φορτισμένα συναισθηματικά ζητήματα, όπως η ανθρώπινη φύση και η οικογένεια. Έχει δουλέψει έργα του Παζολίνι και του Σαίξπηρ στον οποίο έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία. Κάθε 10 χρόνια επιλέγει να ανεβάσει Άμλετ ως μια προβολή του εαυτού του μέσα στον χρόνο. «Κάθε δέκα χρόνια δίνω ραντεβού με τον Άμλετ και κάθε φορά το κείμενο φαντάζει τελείως διαφορετικό».

Γιατί δεν έχει επιλέξει να κάνει  πολιτικό θέατρο; «Για μένα η ενασχόληση και μόνο με το θέατρο είναι πράξη πολιτική, μια πράξη θάρρους, μια πράξη αντίστασης. Γιατί όταν επιλέγεις να κάνεις θέατρο, επιλέγεις τον δρόμο της εργασιακής ανασφάλειας, κυρίως τη σημερινή εποχή όπου η πολιτιστική κατάσταση στον χώρο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία είναι απογοητευτική». Τον ρωτάω ποια είναι τα κοινά και οι διαφορές μας στον θεατρικό χώρο: «Η βασική διαφορά μας εντοπίζεται στις οικονομικές απολαβές. Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Αλλά αυτό που μοιράζονται οι ηθοποιοί στις δύο χώρες είναι η αξιοπρέπεια που τους χαρακτηρίζει στην εργασία τους. Συχνά παρασυρόμαστε από το όνειρο του καλλιτέχνη αλλά ξεχνάμε πως είναι και αυτή μια δουλειά από την οποία πρέπει να ζήσει ένας ηθοποιός».

Κάθεται απέναντί μου και στα μάτια του βλέπω τη σπίθα στο βλέμμα ενός νεαρού που αδημονεί να γνωρίσει τον κόσμο ενώ ταυτόχρονα αισθάνομαι τη συσσωρευμένη σοφία από την πολυετή ζωή του. Φοβάται άραγε το γήρας και ό,τι αυτό φέρνει μαζί του; «Όταν ήμουν νεαρός δούλεψα για αρκετό καιρό ως νοσηλευτής σε νοσοκομείο. Εκεί έμαθα ότι είναι σημαντικό να αγκαλιάσεις το γήρας, να το αποδεχθείς. Δεν μπορείς να το αποτρέψεις. Δουλεύει μέσα μας».

 Λίγο πριν τον αποχαιρετήσω θα του ζητήσω να μοιραστεί μερικά καθημερινά πράγματα που τον ορίζουν ως άνθρωπο:

«Με τρομάζει η ζυγαριά. Μου αρέσουν τα ζυμαρικά με σκόρδο και λάδι. Σηκώνομαι πολύ νωρίς το πρωί για να γράψω. Θυμώνω πολύ όταν μου λένε ψέματα. Απολαμβάνω να φροντίζω τον εαυτό μου».

 

φωτο: Μαριλένα Αναστασιάδου

 

Info παράστασης:

Γυάλινος κόσμος | Θέατρο Τέχνης