«Προχωράμε τόσο γρήγορα, ζούμε τόσο γρήγορα, που τα χρόνια μετράνε για αιώνες», Emile Faguet – 1898

Το Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα είναι μια πόλη που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Μεγάλες λεωφόροι διασχίζουν τις παλιές γειτονιές, επιβλητικά κτίρια υψώνονται, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί υποδέχονται ταξιδιώτες από κάθε γωνιά της Ευρώπης και ο ηλεκτροφωτισμός μεταμορφώνει τη νυχτερινή ζωή. Στα καφέ, στα θέατρα και στα καμπαρέ της Μονμάρτης συναντιούνται καλλιτέχνες, συγγραφείς, μουσικοί και μια νέα αστική κοινωνία που ανακαλύπτει τη χαρά της διασκέδασης και του θεάματος. Το Παρίσι γίνεται η Πόλη του Φωτός, μια μητρόπολη που δεν σταματά να εξελίσσεται. Και στους δρόμους αυτής της πόλης συμβαίνει κάτι εξίσου συναρπαστικό. Οι τοίχοι, οι προσόψεις των κτιρίων, οι σκαλωσιές και κάθε διαθέσιμη επιφάνεια γεμίζουν με πολύχρωμες αφίσες. «Ένα μέσο εκθαμβωτικό και εύθραυστο», όπως γράφει στον κατάλογο της έκθεσης η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau. «Αντικείμενο προορισμένο να εξαφανιστεί, παρουσία του δρόμου καταδικασμένη να εκλείψει, υπάρχει παντού, βασιλεύει ακόμη και στις πιο μικρές γωνιές, όπου μπορεί να φτάσει το μάτι».

Εικόνες εντυπωσιακές, με τολμηρά χρώματα, δυναμικές συνθέσεις και χαρακτηριστικές γυναικείες μορφές, διαφημίζουν παραστάσεις, καμπαρέ, προϊόντα και καταστήματα. Η πόλη μετατρέπεται σε μια υπαίθρια γκαλερί. Η τυπωμένη εικόνα αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο και γίνεται ο «κινητός εφήμερος πίνακας που ζητούσε μια εποχή ερωτευμένη με την εκλαΐκευση», όπως θα γράψει ο κριτικός τέχνης Roger Marx. Είναι η εποχή της Belle Époque, της «Ωραίας Εποχής», όπως θα ονομαστεί εκ των υστέρων αυτή η περίοδος αισιοδοξίας, τεχνολογικής προόδου και καλλιτεχνικής δημιουργίας, που θα διακοπεί βίαια με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Σε αυτό το Παρίσι, που ανακαλύπτει νέους τρόπους να ζει, να διασκεδάζει και να επικοινωνεί, μας μεταφέρει η νέα έκθεση “BELLE ÉPOQUE” του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στην Αθήνα. Μέσα από περίπου 90 έργα 15 καλλιτεχνών, με επίκεντρο την περίοδο 1880–1900, η έκθεση φωτίζει μια καθοριστική στιγμή στην ιστορία της τέχνης: την άνθηση της καλλιτεχνικής αφίσας και τη μεταμόρφωσή της από μέσο εμπορικής προβολής σε αυτόνομη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης.

Άποψη της έκθεσης «Belle Époque». Photo credits © Χριστόφορος Δουλγέρης

Ο Henri de Toulouse-Lautrec, ο Alfons Mucha, ο Théophile-Alexandre Steinlen, ο Pierre Bonnard, ο Jules Chéret και άλλοι δημιουργοί γίνονται οι πρωταγωνιστές αυτής της επανάστασης της εικόνας. Με όχημα τη λιθογραφία, πειραματίζονται με το χρώμα, τη γραμμή και την τυπογραφία, δημιουργώντας έργα που διαμορφώνουν την αισθητική μιας ολόκληρης εποχής. Παράλληλα, γεννιούνται νέες αντιλήψεις για τη σχέση της τέχνης με το ευρύ κοινό, τη δύναμη της εικόνας και τη δημόσια αναγνωρισιμότητα των καλλιτεχνών.

Η έκθεση ξεδιπλώνεται μέσα από τρεις θεματικές ενότητες. Η πρώτη, «Το Παρίσι, μια γιορτή», μας μεταφέρει στη γαλλική πρωτεύουσα που αναδεικνύεται σε διεθνές κέντρο της τέχνης, της διασκέδασης και του θεάματος. Η δεύτερη, «Μια τέχνη για όλους», αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της λιθογραφίας στη διάδοση της τέχνης και τη δημιουργία ενός νέου κοινού, ενώ η τρίτη, «Η τέχνη είναι παντού», εξερευνά τη συνάντηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας με τη διαφήμιση, την τυπογραφία και τη διαμόρφωση της σύγχρονης οπτικής επικοινωνίας. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιόδου δεν ήταν τυχαία. Όπως εξήγησε η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau κατά την παρουσίαση της έκθεσης, η επιθυμία ήταν να δημιουργηθεί μια έκθεση που να μεταφέρει τη χαρά της ζωής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μια ευκαιρία για γιορτή, μέσα από τις εικόνες, τα πρόσωπα και την ατμόσφαιρα μιας εποχής που ταυτίστηκε όσο λίγες με την απόλαυση της ζωής.

Άποψη της έκθεσης «Belle Époque». Photo credits © Χριστόφορος Δουλγέρης

Το Παρίσι μια γιορτή

Η Belle Époque δεν γεννήθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Οι ρίζες της βρίσκονται στη μεγάλη αστική μεταμόρφωση του Παρισιού, που ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο βαρόνος Οσμάν, υπό τον Ναπολέοντα Γ΄, ανέλαβε να αναμορφώσει την πόλη. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, το Παρίσι έμοιαζε με ένα απέραντο εργοτάξιο. Μέσα από αυτή τη ριζική αναμόρφωση, όμως, διαμορφωνόταν η σύγχρονη μητρόπολη. Αλλάζει και η εμπορική ζωή. Τα μικρά καταστήματα παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους στα μεγάλα πολυκαταστήματα, στους νέους «καθεδρικούς ναούς» του εμπορίου, όπως θα τους αποκαλέσει ο Émile Zola. Η κατανάλωση αποκτά νέους χώρους και νέες συνήθειες, αντανακλώντας τις φιλοδοξίες μιας αναπτυσσόμενης αστικής κοινωνίας.

Δύο Παγκόσμιες Εκθέσεις θα επισφραγίσουν τη νέα ταυτότητα της πόλης. Το 1889, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη Γαλλική Επανάσταση, κατασκευάζεται ο Πύργος του Άιφελ, ένα έργο που αρχικά προοριζόταν να έχει προσωρινό χαρακτήρα, αλλά έμελλε να γίνει το διασημότερο σύμβολο του Παρισιού. Το 1900, μια ακόμη μεγαλύτερη Παγκόσμια Έκθεση υποδέχεται δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες, παρουσιάζοντας τις τεχνολογικές και καλλιτεχνικές κατακτήσεις της εποχής. Η πρώτη γραμμή του μετρό, το Grand Palais, το Petit Palais και η γέφυρα Αλεξάνδρου Γ΄ αποτελούν μέρος αυτής της νέας εικόνας της γαλλικής πρωτεύουσας.

Την ίδια στιγμή, η πόλη ανακαλύπτει μια νέα σχέση με την ψυχαγωγία. Η Μονμάρτη, άλλοτε χωριό στις παρυφές της πρωτεύουσας, γίνεται το επίκεντρο της μποέμικης ζωής. Καμπαρέ, μουσικές σκηνές, θέατρα και αίθουσες χορού προσελκύουν ένα ετερόκλητο πλήθος καλλιτεχνών, διανοουμένων, εργατών και αστών. Το Moulin Rouge, το Le Chat Noir και το Le Mirliton αποκτούν φήμη που ξεπερνά τα όρια του Παρισιού.

Henri de Toulouse-Lautrec (1864-1901), Moulin Rouge. Η Λαίμαργη, 1891. Λιθογραφία με πινέλο και πιτσίλισμα, τετράχρωμη εκτύπωση σε τρία φύλλα σε χαρτί vélin | 191 x 117 εκ. Τυπογραφείο Lévy, Παρίσι
Théophile-Alexandre Steinlen (1859-1923), Περιοδεία του Chat noir, 1896. Λιθογραφία με πινέλο και πιτσίλισμα, δίχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 139,3 x 98,7 εκ. Τυπογραφείο C. Verneau, Παρίσι

Η διασκέδαση εξελίσσεται σε μια ολόκληρη βιομηχανία. Το 1890, η πόλη αριθμεί περίπου 140 αίθουσες θεαμάτων, με περισσότερες από 35.000 διαθέσιμες θέσεις κάθε βράδυ. Ο ανταγωνισμός είναι έντονος και οι επιχειρηματίες στρέφονται στους καλλιτέχνες, αναθέτοντάς τους αφίσες ικανές να τραβήξουν την προσοχή των περαστικών. Η ανάγκη εμπορικής προβολής γίνεται έτσι κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη μιας νέας εικαστικής γλώσσας. Σε αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές προσωπικότητες της εποχής, ο Henri de Toulouse-Lautrec. Γεννημένος σε αριστοκρατική οικογένεια, αλλά επιλέγοντας να ζήσει ανάμεσα στους καλλιτέχνες και στους ανθρώπους της νυχτερινής ζωής της Μονμάρτης, αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο τον κόσμο των καμπαρέ, των χορευτριών και των τραγουδιστών. Οι αφίσες του δεν περιορίζονται στην προβολή μιας παράστασης. Με λίγες τολμηρές γραμμές, έντονα χρώματα και απρόσμενες συνθέσεις, μετατρέπουν τους πρωταγωνιστές της παρισινής νύχτας σε αναγνωρίσιμες μορφές.

Χαρακτηριστική είναι η ιστορία της συνεργασίας του με τον Aristide Bruant, τραγουδιστή και ιδιοκτήτη του καμπαρέ Le Mirliton. Όταν ο Toulouse-Lautrec δημιουργεί την αφίσα με τη χαρακτηριστική φιγούρα του Bruant, το μαύρο καπέλο, τον σκούρο μανδύα και την κόκκινη εσάρπα, η εικόνα προκαλεί αρχικά αντιδράσεις. Ο ίδιος ο τραγουδιστής, όμως, αντιλαμβάνεται τη δύναμή της και επιμένει να χρησιμοποιηθεί για την προβολή του. Η μορφή του θα μείνει στην ιστορία όχι μόνο μέσα από τις εμφανίσεις του, αλλά και μέσα από την εικαστική ματιά του Toulouse-Lautrec.

Henri de Toulouse-Lautrec (1864-1901), Ambassadeurs. Ο Aristide Bruant στο καμπαρέ του, 1892. Λιθογραφία με πινέλο και πιτσίλισμα, πεντάχρωμη εκτύπωση σε δύο φύλλα σε χαρτί vélin | 140 x 96,3 εκ. Τυπογραφείο Ancourt, Σαιν-Ντενί

Είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της νέας δύναμης της εικόνας. Η αφίσα δεν διαφημίζει απλώς έναν καλλιτέχνη. Συμβάλλει στη δημιουργία του μύθου του. Η ίδια εποχή αναδεικνύει και μια νέα κατηγορία δημόσιων προσώπων: τους σταρ. Ηθοποιοί, τραγουδιστές και χορεύτριες αποκτούν διεθνή αναγνωρισιμότητα, ενώ η εικόνα τους κυκλοφορεί μέσα από αφίσες, φωτογραφίες και έντυπα. Η Sarah Bernhardt, η μεγάλη κυρία του γαλλικού θεάτρου, αποτελεί ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Οι περιοδείες της την οδηγούν σε διαφορετικές ηπείρους και το κοινό συρρέει για να τη δει ακόμη και όταν δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα στην οποία ερμηνεύει. Η συνεργασία της με τον Alfons Mucha θα αποδειχθεί καθοριστική και για τους δύο. Όταν ο νεαρός τότε καλλιτέχνης δημιουργεί την αφίσα για την παράσταση Gismonda, στα τέλη του 1894, η επιτυχία είναι τόσο μεγάλη ώστε η Bernhardt του προτείνει πολυετή συνεργασία.

Στον κόσμο της παρισινής διασκέδασης ξεχωρίζουν και δύο ακόμη γυναικείες μορφές που συνδέθηκαν με τον Toulouse-Lautrec. Η Jane Avril, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες χορεύτριες του Moulin Rouge, με τις εκκεντρικές κινήσεις και το ιδιαίτερο προσωπικό της ύφος, υπήρξε φίλη και αγαπημένο μοντέλο του καλλιτέχνη. Εκείνος την αποτύπωσε επανειλημμένα, δημιουργώντας μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές αφίσες της Belle Époque. Ανάμεσά τους και εκείνη του 1893, όπου η χορεύτρια εμφανίζεται πάνω στη σκηνή, πλαισιωμένη από το μπράτσο ενός κοντραμπάσου, σε μια σύνθεση που αποδίδει με εντυπωσιακή οικονομία τη μουσική και την κίνηση του καμπαρέ.

Λιγότερο γνωστή σήμερα είναι η May Milton, Αγγλίδα χορεύτρια που εμφανίστηκε στις παρισινές σκηνές και έγινε το θέμα μιας αφίσας του Toulouse-Lautrec το 1895. Η μορφή της, με το χαρακτηριστικό προφίλ και το έντονο πράσινο φόρεμα, αποτυπώθηκε σε μια εικόνα που ξεπέρασε τα όρια της αρχικής διαφημιστικής της λειτουργίας. Χρόνια αργότερα, η αφίσα θα εμφανιστεί ακόμη και στο έργο Το γαλάζιο δωμάτιο (1901) του Pablo Picasso, μαρτυρώντας την επιρροή αυτών των εικόνων στους νεότερους καλλιτέχνες. Από τις θεατρικές σκηνές και τα καμπαρέ, οι εικόνες αυτές περνούν στους δρόμους, στις προθήκες και, σταδιακά, στα σπίτια των Παριζιάνων. Η αφίσα αποκτά μια δεύτερη ζωή, πέρα από την παράσταση ή το προϊόν που αρχικά διαφήμιζε. Και μαζί της αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο το κοινό βλέπει, αποκτά και απολαμβάνει την τέχνη.

Henri de Toulouse-Lautrec (1864-1901), Η Jane Avril, 1899. Λιθογραφία με πινέλο, τετράχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 55,5 x 37,9 εκ. Τυπογραφείο Stern, Παρίσι Δοκίμιο του τρίτου και τελευταίου αντιτύπου

Μια τέχνη για όλους

Είναι η εποχή που οι Παριζιάνοι δεν αρκούνται να θαυμάζουν τις αφίσες στους δρόμους. Προσπαθούν να τις ξεκολλήσουν από τους τοίχους, να αφαιρέσουν προσεκτικά την κόλλα και να τις πάρουν μαζί τους στο σπίτι. Αυτό που είχε αρχικά δημιουργηθεί για να διαφημίσει μια παράσταση ή ένα προϊόν αποκτά μια διαφορετική αξία. Αυτή η αλλαγή βρίσκεται στον πυρήνα της δεύτερης ενότητας της έκθεσης, με τίτλο «Μια τέχνη για όλους». Η ανάπτυξη της έγχρωμης λιθογραφίας και η δυνατότητα αναπαραγωγής έργων σε πολλά αντίτυπα δημιουργούν νέες συνθήκες για την κυκλοφορία της τέχνης. Οι εικόνες παύουν να αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των εύπορων συλλεκτών και των επισκεπτών των μουσείων. Όπως εξήγησε η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau κατά την παρουσίαση της έκθεσης, πίσω από αυτή την εξέλιξη υπήρχε μια συνειδητή επιθυμία των καλλιτεχνών να απευθυνθούν σε ένα ευρύτερο κοινό. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων που υποστήριζε αυτή την προσπάθεια: εκδότες, κριτικοί τέχνης, έμποροι έργων τέχνης, διανοούμενοι και τυπογράφοι.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Alfons Mucha, ο οποίος, παράλληλα με τις περίφημες θεατρικές του αφίσες, δημιουργεί λιθογραφικές σειρές χωρίς διαφημιστικό σκοπό. Ανάμεσά τους και οι Τέσσερις Εποχές, όπου οι γυναικείες μορφές, τα φυτικά μοτίβα και οι αρμονικές συνθέσεις αποτυπώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο την αισθητική της Art Nouveau. «Ήμουν ευτυχής που ασχολήθηκα με μια τέχνη για τον λαό και όχι για τα ιδιωτικά σαλόνια. Δεν ήταν δαπανηρή, ήταν προσιτή στο ευρύ κοινό και έβρισκε τη θέση της τόσο στις φτωχές οικογένειες όσο  και σε πιο εύπορα σπίτια», δηλώνει ο ίδιος εκείνη την εποχή.  

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και τα καλλιτεχνικά περιοδικά, που αναθέτουν σε γνωστούς δημιουργούς εξώφυλλα, εικονογραφήσεις και πρωτότυπες λιθογραφίες. Εκδόσεις όπως η La Revue blanche συμβάλλουν στη διάδοση των νέων καλλιτεχνικών τάσεων, ενώ έμποροι τέχνης και εκδότες, όπως ο Ambroise Vollard, αναγνωρίζουν τις δυνατότητες αυτής της αγοράς και ενθαρρύνουν σημαντικούς καλλιτέχνες να δημιουργήσουν χαρακτικά και εικονογραφημένα λευκώματα.

Παράλληλα, η αυξανόμενη δημοτικότητα της αφίσας δημιουργεί ένα νέο φαινόμενο: τη συστηματική συλλογή της. Οι εικόνες που αρχικά προορίζονταν για τους δρόμους κυκλοφορούν πλέον και σε ειδικές εκδόσεις, συχνά χωρίς διαφημιστικά γράμματα ή σε επιλεγμένα χαρτιά. Οι καλλιτέχνες ενδιαφέρονται προσωπικά για την ποιότητα της εκτύπωσης, τις χρωματικές αποχρώσεις και την τελική μορφή κάθε έργου. Η δυνατότητα παραγωγής πολλαπλών αντιτύπων δεν αναιρεί την καλλιτεχνική αξία της λιθογραφίας, αντίθετα, δημιουργεί νέους τρόπους παραγωγής, διάθεσης και συλλογής της τέχνης.

Κάπως έτσι, η Belle Époque σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή. Η τέχνη δεν περιμένει πλέον το κοινό να την αναζητήσει. Βγαίνει η ίδια να το συναντήσει, στους δρόμους, στα περιοδικά και τελικά μέσα στα σπίτια του. Η εικόνα αποκτά μια νέα θέση στην καθημερινότητα, ενώ η σχέση ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία, την αναπαραγωγή και τη μαζική κυκλοφορία ανοίγει τον δρόμο για τη σύγχρονη οπτική κουλτούρα.

Alfons Mucha (1860-1939), Moët & Chandon, Crémant Impérial, 1899. Λιθογραφία με πινέλο, επτάχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 60,8 x 22,2 εκ. Τυπογραφείο Champenois, Παρίσι

Η τέχνη είναι παντού

Το 1881, η ψήφιση του νόμου περί ελευθερίας του Τύπου αλλάζει την εικόνα του δημόσιου χώρου. Οι δρόμοι του Παρισιού πλημμυρίζουν από πολύχρωμες αφίσες, που καλύπτουν τις χαρακτηριστικές διαφημιστικές στήλες Morris, τις προσόψεις των κτιρίων, ακόμη και τα δημόσια ουρητήρια ή τις περιφράξεις των εργοταξίων. Η έγχρωμη λιθογραφία γνωρίζει την ακμή της και δημιουργοί όπως οι Pierre Bonnard, Henri de Toulouse-Lautrec, Alfons Mucha, Théo van Rysselberghe, Wassily Kandinsky και Félix Vallotton αξιοποιούν τις δυνατότητές της, ενσωματώνοντας επιρροές από τις ιαπωνικές χαρακτικές ukiyo-e, τις διακοσμητικές τέχνες και την Art Nouveau. Με τις επίπεδες χρωματικές επιφάνειες, τα δυναμικά περιγράμματα και τις ασυνήθιστες συνθέσεις τους, οι αφίσες αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας νέας εικαστικής γλώσσας, που θα επηρεάσει βαθιά τη σύγχρονη γραφιστική και τη διαφήμιση.

Μια γυναίκα υψώνει το ποτήρι της και η σαμπάνια ξεχειλίζει, κατακλύζοντας σχεδόν ολόκληρη την εικόνα. Τα χρώματα είναι έντονα, οι γραμμές λιτές, η σύνθεση τολμηρή. Πρόκειται για την περίφημη αφίσα France–Champagne, που δημιούργησε το 1891 ο Jules Chéret, ένας από τους πρωτοπόρους της καλλιτεχνικής αφίσας. Η εικόνα συμπυκνώνει μια σημαντική αλλαγή: η διαφήμιση δεν βασίζεται πλέον μόνο στο γραπτό μήνυμα, αλλά διεκδικεί την προσοχή του περαστικού με το χρώμα, την κίνηση και τη δύναμη της σύνθεσης.

Pierre Bonnard (1867-1947),
France-Champagne, 1891.
Λιθογραφία με πινέλο, τρίχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 79 x 59 εκ.
Τυπογραφείο Ancourt, Παρίσι
Η Jane Avril. Jardin de Paris, 1893. Λιθογραφία με πινέλο και πιτσίλισμα, πεντάχρωμη εκτύπωση σε χαρτί vélin | 124 x 90 εκ. Τυπογραφείο Chaix, Παρίσι Μη καταχωρημένο δοκίμιο

Οι καλλιτέχνες αναζητούν νέους τρόπους να ενσωματώσουν τα γράμματα στην εικόνα, μετατρέποντας την τυπογραφία σε οργανικό μέρος του έργου. Ο Toulouse-Lautrec, για παράδειγμα, αποδίδει τις μορφές με ελάχιστες γραμμές και τολμηρές χρωματικές αντιθέσεις, ενώ ο Mucha αναπτύσσει μια περισσότερο διακοσμητική γλώσσα, με φυτικά μοτίβα, περίτεχνες καμπύλες και γυναικείες μορφές που γίνονται αμέσως αναγνωρίσιμες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς τους πειραματισμούς προηγούνται των μεγάλων ανατροπών της ζωγραφικής των αρχών του 20ού αιώνα. Όπως επισήμανε η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau κατά την παρουσίαση της έκθεσης, οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις που προκάλεσαν αίσθηση με την εμφάνιση των Φωβιστών στο Φθινοπωρινό Σαλόνι του 1905 είχαν ήδη αξιοποιηθεί με εντυπωσιακή τόλμη από τους δημιουργούς των καλλιτεχνικών αφισών. Αυτή η διάθεση πειραματισμού δεν περιορίζεται στην αφίσα. Η Loïe Fuller, με τους πρωτοποριακούς χορούς της, τα κυματιστά υφάσματα και τους εντυπωσιακούς φωτισμούς, γίνεται πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες της εποχής, αποκαλύπτοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στις εικαστικές τέχνες, την κίνηση και το θέαμα.

Παράλληλα, η Art Nouveau, η «Νέα Τέχνη», εξαπλώνεται στην αρχιτεκτονική, στη διακόσμηση και στα αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Οι χαρακτηριστικές καμπύλες γραμμές και τα οργανικά μοτίβα της συναντώνται ακόμη και στις εισόδους του παρισινού μετρό, σχεδιασμένες από τον Hector Guimard. Και πίσω από αυτές τις εικόνες βρίσκονται όχι μόνο οι καλλιτέχνες, αλλά και οι άνθρωποι που τις τυπώνουν. «Παντού υπάρχει ο τυπογράφος. Ο τυπογράφος δεν παίζει έναν δεύτερο ρόλο σε όλο αυτό το “παιχνίδι“», υπογράμμισε η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, υπενθυμίζοντας τη σημασία της τεχνικής γνώσης και της συνεργασίας στη δημιουργία των έργων.

Άποψη της έκθεσης «Belle Époque». Photo credits © Χριστόφορος Δουλγέρης

Μια σκηνογραφική περιήγηση στο Παρίσι της Belle Époque

Η σκηνογραφία της έκθεσης, που υπογράφουν η Βιβή Γερολυμάτου και ο Ανδρέας Γεωργιάδης, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αφήγησης, μεταφέροντας τον επισκέπτη στην ατμόσφαιρα του Παρισιού των τελών του 19ου αιώνα. Εμπνευσμένος από τις χαρακτηριστικές καμπύλες της Art Nouveau, ο σχεδιασμός δημιουργεί έναν χώρο γεμάτο χρώμα, κίνηση και θεατρικότητα, όπου τα έργα συνομιλούν με ιστορικές φωτογραφίες, κινηματογραφικά αποσπάσματα και εικόνες της καθημερινής ζωής.

Το βαθύ κόκκινο της πρώτης ενότητας, εμπνευσμένο από τις αφίσες του Toulouse-Lautrec, σε συνδυασμό με τις βελούδινες κουρτίνες και τον δραματικό φωτισμό, ανακαλεί τον κόσμο των καμπαρέ και των παρισινών θεάτρων, ενώ στην τελευταία ενότητα κυριαρχεί ένα βαθύ ροζ, εμπνευσμένο από τις αέρινες γυναικείες μορφές του Mucha. Η εμπειρία αρχίζει ήδη από το λόμπι του μουσείου, όπου ένα αντίγραφο της ιστορικής εισόδου του παρισινού μετρό, εμπνευσμένης από τα σχέδια του Hector Guimard, υποδέχεται τους επισκέπτες μαζί με τρισδιάστατες φιγούρες του Aristide Bruant, της Yvette Guilbert και του εμβληματικού μαύρου γάτου του Chat Noir. Στο τέλος της διαδρομής, ένας εντυπωσιακός διαδραστικός χάρτης του Παρισιού, με φωτιζόμενα σημεία, επιτρέπει στον επισκέπτη να εντοπίσει τα καμπαρέ, τα θέατρα, τα τυπογραφεία, τους εκδοτικούς οίκους και τα ατελιέ των καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν τον κόσμο της Belle Époque.

Την έκθεση πλαισιώνει ένα πλούσιο πρόγραμμα παράλληλων εκδηλώσεων για διαφορετικές ηλικίες και κοινά, με ξεναγήσεις, ομιλίες, εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά και οικογένειες, δημιουργικά εργαστήρια και ειδικά σχεδιασμένες δράσεις για άτομα άνω των 60 ετών και άτομα με Ήπια Γνωστική Διαταραχή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η διαδραστική ξενάγηση «Επιτρέπεται η Αφισοκόλληση!», η δράση «Mindfulness στο Μουσείο», η «Συναυλία του Απομεσήμερου» και το διαδραστικό παιχνίδι επαυξημένης πραγματικότητας «Τα Μυστικά της Belle Époque», που προσφέρουν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και εξερεύνησης της έκθεσης.

Άποψη της έκθεσης «Belle Époque». Photo credits © Χριστόφορος Δουλγέρης
Άποψη της έκθεσης «Belle Époque». Photo credits © Χριστόφορος Δουλγέρης
Άποψη της έκθεσης «Belle Époque». Photo credits © Χριστόφορος Δουλγέρης

Οι λεπτομέρειες που αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες

Ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της έκθεσης είναι και όσα απαιτούν από τον επισκέπτη να πλησιάσει τα έργα και να παρατηρήσει προσεκτικά τις λεπτομέρειές τους. Οι υπογραφές, για παράδειγμα, δεν είναι πάντοτε απλές υπογραφές. Ο Toulouse-Lautrec πειραματίζεται με μονογράμματα και σύμβολα, ενσωματώνοντάς τα στη σύνθεση. Άλλοι καλλιτέχνες επιλέγουν κάθετες υπογραφές, επηρεασμένοι από τις ιαπωνικές χαρακτικές. Ακόμη και αυτά τα μικρά σημάδια αποκαλύπτουν την επιθυμία των δημιουργών να αντιμετωπίσουν την αφίσα ως ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης.

Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα ίχνη της διαδικασίας παραγωγής. Οι σφραγίδες του γαλλικού κράτους, που διακρίνονται σε ορισμένες αφίσες, μαρτυρούν την καταβολή του σχετικού διαφημιστικού τέλους και υποδηλώνουν ότι τα συγκεκριμένα αντίτυπα προορίζονταν για δημόσια ανάρτηση. Άλλες εκτυπώσεις δημιουργούνταν ειδικά για συλλέκτες, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων ή σε διαφορετικής ποιότητας χαρτί.

«Είναι μια έκθεση της υπομονής και της προσοχής», επισημαίνει η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreu. «Σταθείτε στις λεπτομέρειες, γιατί εκεί θα το διασκεδάσετε πάρα πολύ. Αναζητήστε τις μικρές χρωματικές κηλίδες, τις διαφορετικές τεχνικές εκτύπωσης, τα μοτίβα στα ρούχα, τις υπογραφές και τις σφραγίδες. Στοιχεία που εύκολα περνούν απαρατήρητα, αλλά αποκαλύπτουν την επινοητικότητα και την τεχνική τόλμη των δημιουργών».

Πίσω από τη λάμψη της Belle Époque και τη γοητεία των εικόνων της, βρίσκεται μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών που πειραματίστηκε, συνεργάστηκε και αναζήτησε νέους τρόπους έκφρασης. Δημιουργοί που εργάστηκαν σε ένα πεδίο το οποίο αρκετοί σύγχρονοί τους θεωρούσαν κατώτερο από τη ζωγραφική, αλλά που έμελλε να επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και επικοινωνούμε μέσα από τις εικόνες μέχρι σήμερα.

Ο δρόμος. Αφίσες Charles Verneau, 1896 περίπου. Λιθογραφία με μολύβι, πινέλο και πιτσίλισμα, επτάχρωμη εκτύπωση σε έξι φύλλα σε χαρτί vélin | 234,3 x 300 εκ. Τυπογραφείο C. Verneau, Παρίσι

Info παράστασης:

BELLE ÉPOQUE | 31 Οκτωβρίου 2026 – 15 Φεβρουαρίου 2027 | Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή, Αθήνα