Προσγειωμένος, παθιασμένος υποστηρικτής του ρεαλιστικού κοινωνικού θεατρικού κειμένου αλλά και ένας διορατικός συγγραφέας ικανός να αποδώσει με ευαισθησία τους ήρωές του πλασμένους για να αντέξουν στον χρόνο, ο Γιωργής Τσουρής επιστρέφει για 6η χρονιά με τα 170 τετραγωνικά τον φετινό θεατρικό χειμώνα, ένα πρωτότυπο έργο γραμμένο και εμπνευσμένο από τον ίδιο. Στη σκηνοθετική του φαρέτρα του ωστόσο φέρει και δύο νέες θεατρικές παραγωγές: το έργο Τριαντάφυλλο στο στήθος του Τένεσι Ουίλιαμς και μια διασκευή στο έργο «Φιάκας» με τίτλο «Ο Βαρόνος “Φ”» που συνσκηνοθετεί μαζί με τον Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο, μια κωνσταντινουπολίτικη κωμωδία του 1870, γραμμένη από τον δάσκαλο στο επάγγελμα, σε ρωμαίικα σχολεία της Πόλης, Δημοσθένη Μισιτζή.

 

Οι φετινές παραστάσεις: Οι επιλογές και οι προκλήσεις

 

 

Το έργο 170 τετραγωνικά το έχουν μέχρι σήμερα απολαύσει περισσότεροι από 75.000 θεατές, θεωρείται ένα από τα πλέον επιτυχημένα νεοελληνικά κείμενα της τελευταίας δεκαετίας, ενώ χάρισε στον συγγραφέα και ηθοποιό Γιωργή Τσουρή το βραβείο «Δημήτρης Χορν». Στην κουβέντα που κάναμε πριν από λίγο καιρό, δεν θα μπορούσα παρά να ξεκινήσω με αυτό.

Σε τι νομίζεις ότι βασίζεται η επιτυχία του έργου 170 τετραγωνικά

Στη συνεύρεση του κωμικού με το δραματικό, όπως το γέλιο και το κλάμα στην παιδική ηλικία που είναι αξεχώριστα. Αν και έχει μια σχεδόν κλασικότροπη κατασκευή στη βάση του, η ιστορία αναφέρεται σε κάτι σημερινό. Εδώ εντοπίζεται πιστεύω και η επιτυχημένη της πορεία. Μπορείς κάποιος να ταυτιστεί άμεσα με τις πολλαπλές αναφορές που κάνει στο σήμερα αλλά ταυτόχρονα, αντλώντας τεχνικές από το κλασικό ρεπερτόριο όπως η φάρσα, η κωμωδία και τα έργα εμπλοκής και τις ανατροπές που φέρουν, μπορεί να το απολαύσει, να γελάσει. Είναι δηλαδή μια χορταστική εμπειρία για το κοινό.   

Παρεμβαίνεις με μικρές αλλαγές, βελτιώσεις, «λεπτοφινιρίσματα» στο έργο κάθε χρονιά;

Ναι φυσικά κάνω διαρκώς αλλαγές στο κείμενο και στις σκηνοθετικές πινελιές σε συνεργασία πάντα με τον σκηνοθέτη. Καθώς πρόκειται για ένα έργο που βασίζεται στα πρόσωπα, οι ρόλοι «φοδράρονται» πάνω σε κάθε ηθοποιό, κάθε αντικατάσταση που προκύπτει αλλάζει και το σύμπαν της παράστασης. Αυτό επιβάλλει να κάνουμε αλλαγές.

Το έργο Τριαντάφυλλο στο στήθος είναι η μοναδική κωμωδία που έχει γράψει ο Τένεσι Ουίλιαμς. 

Θεωρώ ότι τα έργα του Ουίλιαμς δεν υστερούν σε χιούμορ, ακόμα και τα πιο δραματικά. Απλώς σε αυτό το έργο το χιούμορ είναι πιο έντονο. Υπάρχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια συγκινησιακά φορτισμένη κατάσταση, μια δυνατή απώλεια. Άρα σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για μια καθαρόαιμη κωμωδία με τις τεχνικές που ξέρουμε, αλλά για ένα έργο που αν και φέρει κοινή δραματική βάση με τα υπόλοιπα έργα του, τολμάει να φέρει πιο απενοχοποιημένα το χιούμορ στη σκηνή.

Και η επιλογή της Μαρίας Καβογιάννη φαντάζομαι δεν ήταν τυχαία λόγω ακριβώς αυτής της ιδιαιτερότητας του έργου.

Είναι μια σπουδαία ηθοποιός. Κάθε της στιγμή πάνω στη σκηνή φέρει χιούμορ, λυρισμό, συγκίνηση. Μεγαλώνοντας νιώθω ότι η γκάμα της πάνω στη σκηνή, όχι απλά δεν στερεύει αλλά βαθαίνει τόσο προς το κωμικό, όσο και προς το δραματικό με τρόπο ταυτόχρονο που τα εμπεριέχει και τα δύο.

 

@George Kaplanidis

 

@George Kaplanidis

 

Έχεις επιλέξει εκτός από γνωστούς και καταξιωμένους ηθοποιούς να συνεργάζεσαι και με νέους δίνοντάς τους ευκαιρίες.

Nέος ηθοποιός νιώθω ότι είμαι και εγώ. Μετά από σκληρή δουλειά, τώρα ανοίγουν νιώθω και για εμένα κάποιες πόρτες που τις επιζητούσα καιρό. Το θέατρο για να αναπνέει και να εξελίσσεται χρειάζεται τόσο τον άνθρωπο που έχει επιτύχει την καθιέρωση όσο και τη νέα φλόγα εκείνου που θέλει να μπει στον χώρο και να δώσει τα πάντα. Αυτή η ενέργεια και η ελπίδα εκείνων που αναλαμβάνουν τις πρώτες τους δουλειές είναι ένα πολύ σημαντικό καύσιμο ικανό να προσδώσει ισορροπία σε ένα θίασο.

Είναι σημαντική η ύπαρξη χημείας ανάμεσα στα μέση ενός θεατρικού θιάσου;

To θέατρο είναι άθροισμα ενεργειών, είναι συναντήσεις ανθρώπων. Οι σπουδαίες παραστάσεις φτιάχνονται από τις σπουδαίες συναντήσεις. Και στις συναντήσεις δεν ξέρεις από την αρχή το αποτέλεσμα της συνεύρεσης. Μπορεί να γίνουν θαύματα από την επίδραση του ενός στον άλλον ή και όχι. Το θέατρο είναι χημεία μεταξύ των συντελεστών πρώτα και πάνω από όλα.    

Αν και το έργο δεν έχει την ίδια συχνότητα ανεβάσματος με άλλα πιο γνωστά του Ουίλιαμς, κάθε φορά που παρουσιάζεται στην ελληνική σκηνή, τραβά την προσοχή τόσο των θεατών όσο και των κριτικών, κυρίως για την έντονη συναισθηματική του δύναμη. Έχεις αγωνία; H αναμέτρηση με προηγούμενες παραστάσεις σε απασχολεί;

Με απασχολεί να δημιουργήσω μια καλή παράσταση. Δεν θεωρώ ότι οι θεατές έχουν μια συγκεκριμένη προσδοκία για αυτό το έργο, ακριβώς επειδή δεν είναι πολυπαιγμένο και εδώ εντοπίζω και ένα πλεονέκτημα: να μπορέσουμε να ανοιχτούμε με αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας. Η αγωνία μου δεν εστιάζει στη σύγκριση αλλά περισσότερο στον ποιοτικό έλεγχο που ο καθένας μας οφείλει να αναλάβει όταν πέσει στα χέρια του το έργο ενός τέτοιου τεράστιου συγγραφέα. Όταν αποφασίζεις να αναμετρηθείς μαζί του πρέπει να έχεις το σθένος να αντέξεις αυτό που γεννάει ως προσδοκία το όνομα του ίδιου του συγγραφέα.

Ποια η δική σου σκηνοθετική ματιά σε αυτό το έργο;

Ο Τένεσι Ουίλιαμς αγαπάει πολύ τους γυναικείους χαρακτήρες. Έχει κοπιάσει πολύ για να αποκρυπτογραφήσει την ψυχολογία τους. Σε αυτό το έργο με τη δική μας ανάγνωση έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε πραγματικά στην εποχή μας για τη θέση που δικαιούται να έχει μια γυναίκα και για τον τρόπο που έχει αυτή να πορευτεί στη ζωή, ανατρέποντας όλα τα στερεότυπα. Αυτό είναι ένα αίτημα τεράστιο για την εποχή μας. Μιλάμε για την ισότητα, μιλάμε για τις ελεύθερες επιλογές, για την άρση των στερεοτύπων ενώ στην πραγματικότητα το γυναικείο φύλο εξακολουθεί να είναι απόλυτα συνδεδεμένο με όλα τα στερεότυπα που το βασανίζουν. Αυτή η ηρωίδα ζει μέσα σε μια απόλυτη πατριαρχική δομή που δεν της ταιριάζει καθόλου μήτε το έχει και η ίδια συνειδητοποιήσει.

Εγώ βλέπω αυτό το έργο σαν το ταξίδι της ηρωίδας μας να απελευθερωθεί από όλα όσα την καταδυναστεύουν εκ των έσω, από τα κοινωνικά στερεότυπα και τον τρόπο που έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό της μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Εδώ έχουμε εστιάσει τονίζοντας τη σχέση της μητέρας με την κόρη, τον τρόπο που εκείνη μεγάλωσε και τον τρόπο που μεγαλώνει αντίστοιχα την κόρη της, αυτό τον «κύκλο του τραύματος», δίχως να εκβιάζουμε τα μηνύματα.

Νιώθεις προσωπική ευθύνη να προβάλλεις κοινωνικά ζητήματα μέσα από τις σκηνοθετικές επιλογές σου;

Όχι, νιώθω πως έχω ευθύνη να δημιουργώ καλές παραστάσεις. Και για να γίνει αυτό, ο πιο σύντομος δρόμος είναι εκείνος της καρδιάς μου, για θέματα και ιστορίες δηλαδή που με απασχολούν και με αφορούν. Κινούμενος σε αυτό τον δρόμο, αν κάτι που με απασχολεί εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, το αγκαλιάζω και προχωράω. Αν κάτι δεν με αφορά μια δεδομένη στιγμή, τότε δεν το αγγίζω. Είμαι τίμιος απέναντι σε αυτό.      

Ο Βαρόνος «Φ» (Φιάκας), μία από τις πιο χαρακτηριστικές κωμωδίες της ελληνικής δραματουργίας. Γιατί αυτό το έργο; Νιώθεις στην εποχή μας να κυριαρχεί η απατεωνιά, η ψευτιά;

Πρόκειται για ένα έργο που αγαπάω από την παιδική μου ηλικία, έχει εγγραφεί στη θεατρική μου μυθολογία και έχω γελάσει πολύ μαζί του. Μεγαλώνοντας το διαβάζω αλλιώς, εντοπίζω και άλλα στοιχεία του περισσότερο σκληρά και κοινωνικά αιχμηρά. Σήμερα λοιπόν στα 40 μου χρόνια, επιστρέφοντας σε αυτό το έργο συναντάω, κατά έναν τρόπο την προσωπική μου ενηλικίωση σε σχέση με τη σκέψη μου για όλα όσα συμβαίνουν διαχρονικά σε αυτή τη χώρα, που πατάει ο νέος Ελληνισμός, ποιες οι πραγματικές του καταβολές και ποια η ιδιοσυγκρασία του λαού μας, όχι με όρους διδαχής ή μομφής, αλλά με όρους κατανόησης, αγάπης, φροντίδας και λίγο μαλώματος όπως σε ένα παιδί. Γιατί σε αυτή τη χώρα νιώθω πως δεν έχουμε προλάβει να ενηλικιωθούμε.   

 

@George Kaplanidis

 

Δημιουργική Διαδικασία και επιλογή ρόλων

 

Ανάμεσα στον ρόλο του ηθοποιού και του σκηνοθέτη προς τα πού νιώθεις να γέρνει η προσωπική σου ζυγαριά;

Ασπάζομαι την ολιστική θεατρική λογική. Πάνω από όλα δηλώνω θεατρικός δημιουργός. Είμαι δηλαδή ένας άνθρωπος που φαντάζεται παραστάσεις και θέλω να τις δω να πραγματοποιούνται είτε από εμένα, είτε από άλλους. Μου αρέσει δηλαδή να ξεκινάω το ταξίδι της θεατρικής διαδρομής και μετά να συμβάλλω με το καλύτερο που έχω για το εκάστοτε έργο στο κοινό θεατρικό καλάθι.  

Πώς πιστεύεις ότι έχει εξελιχθεί η σκηνοθετική σας ματιά με την πάροδο του χρόνου;

Η σκηνοθετική μου ματιά έχει χτιστεί κυρίως μέσα από τα δικά μου έργα και τη συμβολή μου σε αυτά. Έχω κάνει τρεις σκηνοθεσίες με τη φετινή να είναι η τέταρτη. Επομένως, νιώθω ότι τώρα βρίσκομαι σε αυτό το στάδιο της ζωής μου που η σκηνοθεσία με απασχολεί πιο σοβαρά και απέχω ακόμα από το να με θεωρήσω αποκλειστικά σκηνοθέτη και να αυτονομηθώ από τις υπόλοιπες λειτουργίες μου.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχεις μέχρι σήμερα αντιμετωπίσει μέσα στο θέατρο;

Η μεγαλύτερή μου πρόκληση ήταν να γράψω τα δικά μου έργα και ταυτόχρονα να τα ανεβάσω με εμένα πρωταγωνιστή. Αυτό ήταν κάτι που με «στρίμωξε» με την καλή και την κακή έννοια που σχεδόν αμφιθυμώ για το αν πρέπει να το ξανακάνω ή όχι. Το να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή είναι ένα είδος απογύμνωσης. Το να γράφεις κάτι και μετά να ανεβαίνει στη σκηνή είναι μια δεύτερη γύμνια. Για να μπορέσεις να ντύσεις αυτή τη γύμνια χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά. Πιέστηκα πολύ συναισθηματικά και σωματικά. Τα έργα έκαναν πολύ μεγάλη επιτυχία και αυτό εν μέρει με λύτρωσε σε μεγάλο βαθμό αλλά ακόμα νιώθω την τεράστια πίεση που έζησα.

 

Για την ελληνική θεατρική σκηνή & τους προσωπικούς μελλοντικούς στόχους

 

 

Πώς βλέπεις την εξέλιξη της ελληνικής θεατρικής σκηνής τα τελευταία χρόνια; Υπάρχουν αλλαγές που σε εμπνέουν ή σε προβληματίζουν;

Θεωρώ ότι το θέατρο στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε άνθηση και η θεατρική γραφή διαγράφει ανοδική πορεία. Αυτό έχει ξεκινήσει από μια προσπάθεια μικρών πυρήνων άσημων καλλιτεχνών να δημιουργήσουμε μια δική μας δραματουργία και με χαμηλού budget παραγωγές, αξιώσαμε, με την καλή συγκυρία αλλά και σκληρή δουλειά να κάνουμε μερικές επιτυχίες. Αυτό έδωσε νέο παλμό, κάτι που χρειάζεται να έχει μια χώρα που ανθίζει θεατρικά: δικά της έργα, δική της παραγωγή.   

Με καταγωγή από την Κύπρο, αναρωτιέμαι κατά πόσο είναι πιθανό να καταπιαστείς με τη θεματική της πολύπαθης πατρίδας.

Φυσικά θα μπορούσα και θα ήθελα. Είναι ένα τραύμα τεράστιο για τον ελληνισμό της Κύπρου με πολλές προδοσίες, λάθη, εξωτερικά συμφέροντα. Αν καταπιανόμουν με αυτό το ζήτημα τότε θα έστρεφα το βλέμμα στο ιστορικό πλαίσιο και φυσικά θα ήθελα να εστιάσω σε μια ιστορία πολύ ανθρώπινη και ίσως από τη σκοπιά όχι τη δικιά μας ή τουλάχιστον να είναι δυσδιάκριτα τα όρια του πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τα πράγματα. Όχι γιατί ιστορικά, δεν είναι καταγεγραμμένο του τι έχει συμβεί. Αυτό που έχει συμβεί δεν έχει δύο εκδοχές. Απλώς θα με ενδιέφερε να μιλήσω από την άλλη πλευρά, από την πλευρά του «αντιπάλου» καθώς θα το έβρισκα περισσότερο γόνιμο και προκλητικό.  

Ποιοι είναι οι μελλοντικοί σου στόχοι; Υπάρχει κάποιο είδος ή μέσο που δεν έχεις ακόμη εξερευνήσει αλλά θα ήθελες;

Το νεοελληνικό έργο που ήταν η πατρίδα μου τα τελευταία χρόνια θέλω να το ξαναεπισκεφθώ τόσο ως συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ενώ ταυτόχρονα έχω στο μυαλό μου και το κλασικό ρεπερτόριο με το οποίο εγκαινιάζω φέτος την αναμέτρησή μου. Παράλληλα, στο βάθος του μυαλού μου έχω και μια ακόμη αγάπη που ξεκινάει από τα χρόνια των σπουδών μου στη φιλοσοφική: το αρχαίο δράμα. Συγκεκριμένα έχω κάποιες εμμονές σε έργα με τα οποία θέλω να καταπιαστώ, έργα που αγαπάω πολύ και την ίδια στιγμή φοβάμαι με την έννοια ότι είναι πολύτιμα και θέλω να είμαι έτοιμος για αυτά. Αναφέρομαι και στις δύο περιοχές του αρχαίου ελληνικού δράματος που έχουμε γνωρίσει, την κωμωδία και την τραγωδία του Αριστοφάνη και του Σοφοκλή. Τώρα συλλέγω εμπειρίες και δυνάμεις ώστε να είμαι έτοιμος όταν έρθει εκείνη η στιγμή.

Πόσο σε επηρέασε αυτή η φιλοσοφική κατεύθυνση σπουδών σου στη θεατρική και καλλιτεχνική σου πορεία;

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω εκείνο το εκπαιδευτικό πεδίο που ήταν πιο κρίσιμο και καθοριστικό για αυτό που κάνω σήμερα, τότε θα προέκρινα τις μουσικές μου σπουδές, γιατί τα πάντα τα αντιλαμβάνομαι πρωτίστως ως μουσική, στο θέατρο, στη γραφή και στην υποκριτική. Το θέατρο το αντιλαμβάνομαι πρώτα με τα αυτιά και μετά με τα μάτια. Γράφω και ακούω ήχους, ακούω τους ανθρώπους να μιλάνε, προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τη μουσικότητά τους, τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν, θυμώνουν, πυκνώνουν και αραιώνουν τον λόγο τους. Στην πρόβα, αυτά που διορθώνω κυρίως, έχουν να κάνουν με ρυθμολογίες και τονικότητες. 

Info: