Θα ’θελα πολύ να γράψω έναν πρόλογο μεγάλο γι’ αυτή τη συνέντευξη, μα δεν θέλω να στερήσω φράση από τα ωραία που είπε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Θα το κάνω όταν γράψω ένα άρθρο για τη Μεγάλη Χίμαιρα που έρχεται το φθινόπωρο στην ΕΡΤ. Τώρα έχουμε καλοκαίρι και η Καρυοφυλλιά θα υποδυθεί τον Κρέοντα στην παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά, «Οιδίπους», «η ιστορία μιας μεταμόρφωσης από το σκοτάδι στο φως». Αυτό που οφείλω όμως να πω είναι ότι θαύμασα την Καρυοφυλλιά κατά τη διάρκεια αυτής της φωτογράφισης. Μέσα στο λιοπύρι στη Λαχαναγορά του Ρέντη να τρέχει από ’δώ, να στέκει από εκεί, ν’ ανεβαίνει νταλίκες -με μια φυσική άνεση-, να συνομιλεί με περαστικούς, να δέχεται συγχαρητήρια, να βγάζει και σέλφις μ’ όποιον/α της το ζητούσε. Άσε που γελάει υπέροχα, το απολαμβάνεις το γέλιο της, γιατί βγαίνει από την καρδιά της. Όταν πια τελείωσε η φωτογράφιση, καθίσαμε οι δυο μας κάπου στη Λ. Αλεξάνδρας κι όσο εκείνη έτρωγε το παγωτό της κι εγώ έπινα τον φυσικό χυμό μου, άρχισα να την ρωτώ για τη ζωή της, τους ρόλους της, το παρελθόν μας, το μέλλον μας, την κοινωνία, τους Οιδίποδες, Τύραννο και Επί Κολωνώ και την παράσταση που παίζει φέτος το καλοκαίρι κι εκείνη ν’ απαντά και πού και πού να μου γελά. (Σας προειδοποιώ η συνέντευξη είναι μεγάλη για εσάς που δεν σας αρέσει να διαβάζετε άρθρα-σεντόνια, η παρούσα είναι διπλοσέντονο, όμως κεντημένο):

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Γιατί δεν σ’ αρέσει να δίνεις συνεντεύξεις;

Δεν αγαπώ πολύ την έκθεση και επειδή κάνω πολλά πράγματα μέσα στη σεζόν και όλες οι παραγωγές στις οποίες δουλεύω θέλουν την προώθησή τους, πρέπει να δίνω πολλές συνεντεύξεις κι αυτό είναι κάτι που από ένα σημείο και μετά δεν μου αρέσει, γιατί αναγκάζομαι να λεω τα ίδια και τα ίδια. Δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι, αλλά είναι ένα αναγκαίο κακό, είναι μέσα στις υποχρεώσεις της δουλειάς.

Υπάρχουν ερωτήσεις που θα ’θελες να σου κάνουν, αλλά δεν τις κάνουν;

Γενικά δεν θέλω να μου κάνουν καθόλου ερωτήσεις.

Γιατί;

Δεν μου αρέσει. Είμαι εσωστρεφής άνθρωπος και δεν θέλω την έκθεση. Είναι έτσι κι αλλιώς ένα στοιχείο της δουλειάς μας. Εκτίθεσαι πολύ πάνω στη σκηνή, αλλά βέβαια εκεί είσαι ο ρόλος. Αυτό έχει κάτι δημιουργικό μέσα του και μου αρέσει πολύ. Το να δίνεις συνεντεύξεις όμως, δεν αισθάνομαι ότι είμαι πια κάτι τόσο, πώς να σου πω…

Σημαντικό πρόσωπο;

Ναι, για να μιλάω συνέχεια και να με ακούει ο κόσμος. Δεν έχω αυτού του τύπου τον ναρκισσισμό, δεν το αγαπώ αυτό το κομμάτι.

Δεν το αγαπάς, αλλά είσαι από τους ανθρώπους που λες εύστοχα πράγματα στις συνεντεύξεις σου. Ασχολείσαι με κοινωνικά θέματα που άλλοι δεν τολμούν να πιάσουν. Έχεις να πεις πράγματα…

Κοίτα, τη στιγμή που μπαίνεις στον χορό, τουλάχιστον να πεις κάποια πράγματα που να έχουν κάποιο νόημα, και να αξίζει τον κόπο γι’ αυτόν που τα διαβάζει. Να μην είναι πράγματα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό σου. Ειδικά στις εποχές που ζούμε το να μιλήσει κανένας για όλα αυτά τα κοινωνικά, πολιτικά, και υπαρξιακά προβλήματα που έχουμε όλοι, νομίζω ότι έτσι τουλάχιστον αποκτά η συνέντευξη κάποιο νόημα.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Μου επιτρέπεις να πω ότι είσαι και η μεγάλη τραγωδός μας;

Θα προτιμούσα όχι. Είμαι ένας άνθρωπος που συνέχεια ανησυχώ για τις επιδόσεις μου, για τις ικανότητές μου. Αυτοαμφισβητούμαι συνεχώς, ποτέ δεν μένω ικανοποιημένη με κάτι που έκανα. Μονίμως θέλω το καλύτερο. Και στον ρόλο, από πρόβα σε πρόβα και από παράσταση σε παράσταση, ψάχνω να μπω όσο γίνεται πιο βαθιά και πάντα αναρωτιέμαι μέχρι ποιο βαθμό το έχω καταφέρει αυτό. Ειδικά στα μεγάλα έργα και τους μεγάλους ρόλους που έχουν τεράστιο βάθος και πάρα πολλά επίπεδα και μπορεί να τα διαβάσει κανείς από εκατοντάδες πλευρές, εκεί…ναι, αισθάνεσαι ότι αυτό που κάνεις είναι πάρα πολύ μικρό. Και το 100% σου να δώσεις, λίγο θα ξύσεις την επιφάνεια του ρόλου και δεν θα εμπεριέχεις όλα αυτά που περιέχει ο ρόλος. Εμείς οι ηθοποιοί δοκιμαζόμαστε σε πολλά είδη. Μπορεί να παίξουμε στην Επίδαυρο και σε ένα μικρό κλειστό θέατρο, μπορεί μετά να κάνουμε και μια ταινία ή μια σειρά. Δεν υπάρχει κάτι που να σε χαρακτηρίζει. Έτυχε απλώς κατά τη διάρκεια της πορείας μου να μου γίνουν κάποιες προτάσεις για τραγωδία, ίσως γιατί έβλεπαν οι σκηνοθέτες ότι έχω αντοχές και μπορώ να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις ενός μεγάλου ρόλου.

Είσαι και μια γυναίκα που δεν φοβάσαι να εκτεθείς στα νούμερα.

Ετών 66. 67 πια, στις 5 Ιουλίου τα έκλεισα.

30 χρόνια από τον πρώτο επώνυμό σου ρόλο στην Επίδαυρο.

Την Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία του Μίνου Βολανάκη, με το Εθνικό Θέατρο το 1995. Ούτε κατάλαβα πως πέρασαν τριάντα χρόνια από τότε. Φυσικά είχα ξεκινήσει νωρίτερα, από το ’84 ήδη, δηλαδή έντεκα χρόνια πριν και είχα κάνει και τέσσερις χορούς στην Επίδαυρο.

Ποια ήταν η πρώτη αίσθηση;

Έδωσα οντισιόν τότε στο Εθνικό Θέατρο, ήταν ο Ιππόλυτος, σε σκηνοθεσία του Νίκου Περέλη με τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο. Μόλις είχα κατέβει, κάνα χρόνο πριν, στην Αθήνα για να είμαι στο Αεικίνητο Θέατρο του Κώστα Αρζόγλου μαζί με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Εκεί γνώρισα και τον Μηνά Χατζησάββα, που μέσω αυτού πήγα μετά στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη. Το καλοκαίρι δεν υπήρχαν χρήματα για να συντηρηθεί κανείς. Έπρεπε να δουλεύουμε και αφού έληξε η χειμερινή περίοδος, έδωσα οντισιόν στο Εθνικό για να είμαι στον χορό και όταν με πήραν χάρηκα πάρα-πάρα πολύ, γιατί ήταν ένα μεγάλο μου όνειρο, πήγαινα ως θεατής στην Επίδαυρο και ήμουν μαγεμένη.

Ως μαθήτρια πήγαινες και παρακολουθούσες;

Όχι. Η πρώτη φορά που πήγα στην Επίδαυρο ήταν όταν τελειώσαμε τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος το 1979, που είχα δασκάλα τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Εκείνο το καλοκαίρι το Θέατρο Τέχνης ανέβαζε τις Τρωάδες σε σκηνοθεσία του Κουν με την Αλέκα Παΐζη ως Εκάβη και η Μάγια έκανε την Ελένη, η Ρένη Πιττακή την Ανδρομάχη και η Κάτια Γέρου την Κασσάνδρα. Ήταν η πρώτη φορά που είχα δει παράσταση στην Επίδαυρο, γιατί από τη Θεσσαλονίκη, ήμασταν και φτωχά παιδιά, δεν ήταν εύκολο να κατέβεις στην Αθήνα, δεν είχαμε λεφτά. Διακοπές εκεί κοντά, μέχρι τη Χαλκιδική, με οτοστόπ πηγαίναμε και μέναμε σε σκηνή. Δεν είχαμε χρήματα για ξενοδοχεία, ήμασταν με σλίπινγκ μπαγκ και τέτοια.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Οι γονείς σου ανησύχησαν όταν η κόρη τους έγινε ηθοποιός;

Καθόλου. Ίσα-ίσα το χάρηκαν πάρα πολύ. Ήταν απλοί άνθρωποι, από το χωριό. Ζήσανε εκεί τη μισή τους ζωή, κι ύστερα μετακόμισαν στη μεγάλη πόλη για να δώσουν στα παιδιά τους καλύτερες ευκαιρίες ζωής.

Όταν σε πρωτοείδαν στην Επίδαυρο τι σου είπανε, χάρηκαν;

Ήταν μεγάλη χαρά για τους γονείς μου αυτό. Τι να σου λέω τώρα; Είναι πολύ προσωπικά πράγματα αυτά. Δεν μου αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου μ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά ήτανε χαρά για εκείνους. Δεν είχαν ευτυχώς αυτού του τύπου τις επιφυλάξεις που είχαν άλλοι γονείς, που θεωρούσαν ότι το παιδί τους θα γίνει θεατρίνα και θα εκτεθεί σε διάφορα επικίνδυνα πράγματα. Εκείνοι ξέρανε την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Τζένη Καρέζη από τις ταινίες κι επειδή τις αγαπούσανε, θεωρούσαν ότι κι εγώ θα γίνω κάτι σαν αυτές, κάτι ευχάριστο, γλυκό, τρυφερό, που θα το αγαπάει όλος ο κόσμος. Απλοί άνθρωποι ήτανε.

Εσύ τι απολαμβάνεις πιο πολύ, Καρυοφυλλιά; Τον εαυτό σου στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στην Επίδαυρο, στο Ανοιχτό θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη, στο θέατρο των πέντε ανθρώπων;

Αγαπάω όλες τις εκφάνσεις της δουλειάς. Με το θέατρο έχεις την ευκαιρία να αναμετρηθείς με τα μεγάλα κείμενα. Τον σπουδαίο Λόγο με Λ κεφαλαίο, που δεν θα τον συναντήσεις εύκολα σε ένα σενάριο μιας τηλεοπτικής σειράς. Είναι μια τέχνη άμεση, ζωντανή, έχει τρομερό ενδιαφέρον καλλιτεχνικής δημιουργίας και μέσα στον χρόνο εξελίσσεται με τις καινούριες φόρμες που δοκιμάζονται. Έχει να πει πράγματα στον κόσμο, υπάρχει ένα θεατρόφιλο κοινό πολύ φανατικό, πολύ μυημένο και έχει αναπτυχθεί μια συνεχής διάδραση μαζί του. Αγαπώ πολύ και το σινεμά, γιατί η κάμερα μού δίνει την ευκαιρία να δουλέψω με στοιχεία της υποκριτικής, με εκφραστικά μέσα που στο θέατρο λίγο χάνονται. Το βλέμμα, η φωνή, τα ημιτόνια, οι ψίθυροι. Στο θέατρο ο ήχος και το σώμα σου, ειδικά αν παίζεις στην Επίδαυρο ή σε μεγάλα θέατρα, πρέπει να μεγεθυνθούν. Άρα η υποκριτική του βλέμματος και των χαμηλών τόνων είναι κάτι που δεν μπορείς να το ασκήσεις εύκολα στο θέατρο. Κι εμένα μου αρέσει πολύ η σχέση με την κάμερα, έχει μια άλλου τύπου αμεσότητα με τον θεατή. Όχι πια της ζωντανής επαφής, αλλά του ότι μπορεί να πλησιάσει η κάμερα πάρα πολύ κοντά, να εστιάσει στο βλέμμα σου και να δώσεις τα περισσότερα με τα ελάχιστα.

Εσύ συνήθως το έχεις από την πρώτη λήψη; Σου λέει ο σκηνοθέτης κάτι και αποδίδεις από την πρώτη λήψη ή είσαι από αυτούς που θέλεις να το πάμε πάλι κι άλλη λήψη;

Κοίταξε, γνωρίζω πολύ καλά τις δυσκολίες με τις οποίες γίνονται και οι ταινίες και οι σειρές. Εννοώ οικονομικές δυσκολίες, την πίεση του χρόνου, δεν έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε εκεί για πολλή ώρα και να κάνουμε και να ξανακάνουμε τις σκηνές. Είναι πολύ συγκεκριμένα τα χρονικά όρια, ο χρόνος είναι χρήμα, οι χώροι κοστίζουν. Πρέπει λοιπόν να βγει το πρόγραμμα της ημέρας. Ούτε υπερωρίες μπορείς να κάνεις, γιατί στοιχίζει αυτό στην παραγωγή. Προσπαθείς φυσικά να τα δώσεις όλα και εννοείται από την πρώτη λήψη, γιατί μπορεί να είναι αυτή η μία και μόνη. Το πολύ-πολύ να πει ο σκηνοθέτης «πάμε άλλη μία», εάν πάνε όλα καλά και δεν υπάρχει κάποιο τεχνικό πρόβλημα, γιατί πολλές φορές πχ μπήκε το μπουμ στο πλάνο ή ακούστηκε σε ένα έργο εποχής ένα αυτοκίνητο απέξω. Μια δεύτερη πάντως, για σιγουριά, σίγουρα θα σου ζητήσει και από κει και πέρα μπορεί να κάνεις και 5 και 6 και 7, ανάλογα. Το θέμα είναι κάθε φορά να προσπαθείς να δώσεις τον καλύτερό εαυτό σου. Την αγαπάω αυτή τη δουλειά με πάθος και της δίνομαι με όλο μου το είναι. Παλιότερα την εποχή που ήμουν στον χορό, στις τραγωδίες, άκουγα ότι οι πρωταγωνιστές συχνά -δεν λέω ότι το έκαναν όλοι- δεν δίνανε όλο τους το φωνητικό εύρος, γιατί πρόσεχαν τον εαυτό τους, να μην κλείσουν, να μην κουραστεί η φωνή τους. Εγώ έπαιζα χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Όταν έπαιζα τους μεγάλους ρόλους, τα έδινα όλα. Ήδη από την πρώτη πρόβα ήταν σαν να κάνω παράσταση στην Επίδαυρο. Γιατί; Γιατί όσο πιο βαθιά πήγαινα, τόσο πιο αληθινά μπορούσα να βγάλω το υλικό μου προς τα έξω. Δεν έλεγα εντάξει, ας κάνω τώρα οικονομία και θα παίξω στην παράσταση, γιατί μετά η παράσταση θα ήταν άγνωστη χώρα, αν δεν είχες ήδη δοκιμαστεί. Η πρόβα αυτή την έννοια έχει. Λέμε γενική δοκιμή. Δοκιμάζεις τα πάντα, τα φώτα, τα ρούχα, το μακιγιάζ και φυσικά πάνω απ’ όλα την υποκριτική σου σε όλο της το εύρος, και της εσωτερικής επένδυσης στον ρόλο αλλά και της φωνής και της κίνησής σου. Δεν ξέρω, εγώ έτσι λειτουργώ, αλλιώς είναι σαν να βρίσκομαι εκτός ρόλου.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου
©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, δεν έχεις το δικαίωμα του πάμε πάλι από την αρχή;

Δεν το έχεις το δικαίωμα, ο ηθοποιός είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Επειδή, όπως είπαμε, ο χρόνος είναι χρήμα, εάν είναι ικανοποιημένος ο σκηνοθέτης ή ο παραγωγός που μπορεί να είναι παρών και να παρακολουθεί, δεν σου δίνουν το δικαίωμα να πας ξανά. Αν εσύ είσαι τελειομανής, είσαι συνεχώς διαθέσιμος. Εγώ μπορώ να κάνω μια σκηνή όσες φορές χρειαστεί. Παλιότερα, την εποχή που κάναμε τα Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά ή τον Κίτρινο Φάκελο ή το Η Αγάπη Άργησε Μια Μέρα με τον Κώστα Κουτσομύτη, τότε δουλεύαμε για μήνες και δεν ήτανε καθημερινές σειρές. Ήτανε μια φορά την εβδομάδα και δουλεύαμε πχ. εννέα μήνες. Έκανε λήψη με τρεις κάμερες, μέσα από βαν. Έκανε δηλαδή μοντάζ στον αέρα, ζωντανά εκείνη την ώρα. Αυτό ήταν πολύ καλό, γιατί δεν είχες το άγχος του ρακόρ. Έπαιζα δηλαδή και δεν χρειαζόταν να προσέχω σε ποιο σημείο θα πιω απ’ το ποτήρι ή θα τραβήξω τη ρουφηξιά του τσιγάρου για να ξέρω και στην επόμενη λήψη να κάνω ακριβώς τα ίδια. Που αυτή η τεχνική ανάγκη κάτι σου αφαιρεί από τη βαθύτητα του ρόλου, γιατί η προσοχή σου διασπάται, πρέπει να είσαι σωστός και σ’ αυτά. Εκεί λοιπόν με το τρικάμερο αφηνόμασταν ελεύθεροι, παίζαμε και μας έλεγε ο Κώστας ελάτε να δούμε τη σκηνή. Και αν εγώ έβλεπα κάτι που θεωρούσα ότι θα μπορούσα να το είχα κάνει καλύτερο και του το έλεγα, είχε τη γενναιοδωρία να πει: άντε πάμε άλλη μία φορά. Αλλά αυτά ήταν εκείνες τις εποχές. Τώρα πια, στις τελευταίες δεκαετίες των αλλεπάλληλων κρίσεων, ούτε καν μας αφήνουν να δούμε τη λήψη. Θα τη δει ο σκηνοθέτης στο μοντάζ και θα αποφασίσει εκείνος τι θα μπει και τι δεν θα μπει. Εμείς δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο.

Αφού πήγαμε σε εκείνα τα χρόνια ας πάμε στο 1997 με την ταξιδιάρα Μήδεια που σκηνοθέτησε η Νικαίτη Κοντούρη. Μια παράσταση που ταξίδεψε σχεδόν σε όλο τον πλανήτη. Εκεί τα λάθη πώς τα σώζαμε; Υπήρχαν λάθη;

Στο θέατρο εκπαιδεύεσαι στο να μην κάνεις λάθη.

Δεν σου έχει συμβεί κάποιο λάθος τότε στη Μήδεια που παίχτηκε παντού;

Κάναμε τρεις μήνες πρόβα, κάθε μέρα… κάθε μέρα πια τα λόγια είναι νεράκι.

Σου είχε γίνει δεύτερη φύση εκείνη η Μήδεια;

Όχι μόνο εκείνη η Μήδεια, ο κάθε ρόλος.

Δεν πάθαινες από τα τόσα ταξίδια τζετ λαγκ;

Κοίτα, όταν είσαι ηθοποιός είσαι σαν τον στρατιώτη. Θα πάω στον πόλεμο και δεν έχει σημασία αν χθες κοιμήθηκα καλά ή όχι. Οφείλεις να διατηρείς την φυσική σου κατάσταση, τη σωματική σου ενέργεια στα ύψη. Δεν έχει σήμερα δεν είμαι καλά. Εδώ έχεις 40 πυρετό και οφείλεις να παίξεις. Είσαι τραυματισμένος, έχει πεθάνει ο πατέρας σου, η μητέρα σου και πρέπει να πας στην παράσταση να παίξεις. Είμαστε ασκημένοι για κάθε συνθήκη.

Και ταγμένοι σε ένα στόχο.

Ταγμένοι, και ειδικά οι δικές μας οι γενιές. Από την εποχή της πανδημίας όμως και μετά, άλλαξε αυτό, επειδή ακριβώς ήταν αυτό το πολύ σοβαρό θέμα του κόβιντ, που αν κολλούσε κάποιος ακυρωνόταν η παράσταση, γιατί δεν έπρεπε να κολλήσουν οι άλλοι ηθοποιοί. Παλιότερα όμως μόνο με τις γρίπες παίζαμε και με 40 πυρετό.

Φοβήθηκες τον κόβιντ; Φοβήθηκες μην χάσεις τη φωνή σου ή τη ζωή σου;

Φυσικά, ποιος άνθρωπος δεν φοβήθηκε; Τη ζωή μου πάνω απ’ όλα. Μα αυτό ήταν το θέμα. Ήταν θέμα ζωής ή θανάτου.

Την εκτιμάς τη ζωή σου, ε;

Πάρα πολύ. Την αγαπώ, τη λατρεύω τη ζωή γενικά και θέλω να είμαι σ’ αυτόν τον πλανήτη όσο γίνεται περισσότερο, γιατί θέλω να δω πού πάνε τα πράγματα, τι γίνεται, τι θα γίνει. Είναι σαν να βλέπεις μια ταινία και να λες «τώρα πώς θα τελειώσει αυτό το πράγμα»; Είναι ωραίο να βλέπεις τον ήλιο, να αναπνέεις, να αγαπάς, να δημιουργείς, να υπάρχεις. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός είχε πει κάποτε πως όταν είχε πάει στην Ιαπωνία να δει μια παράσταση του θεάτρου Νο, είδε να σταματάει μια λιμουζίνα έξω από το θέατρο και να κατεβάζουν έναν άντρα μεγάλης ηλικίας με το φορείο, να τον βάζουν στο θέατρο για να δει μια παράσταση και του έκανε πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση αυτό. Φυσικά, στον καθένα μας θα έκανε εντύπωση. Και ρώτησε «Τι είναι αυτός άνθρωπος;» Και του είπαν «Α, εμείς εδώ στην Ιαπωνία λέμε όσο δεν πεθαίνω ζω». Να αντλούμε εμπειρίες, να ζούμε, να βλέπουμε, να μαθαίνουμε, να κοιτάμε τι γίνεται, πού πάει ο κόσμος.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Τώρα όμως μου ’ρθε στο μυαλό εικόνα με τα παιδιά που πεθαίνουν. Είναι αυτές οι γενοκτονίες που συμβαίνουν. Είναι αυτά τα πράγματα που δεν ξέρω πώς ν’ αντιδράσω. Δεν σε θυμώνουν εσένα αυτά;

Είναι δυνατόν να μη με θυμώνουν; Φυσικά και με θυμώνουν και με σοκάρουν και με φρικάρουν. Αγανακτώ. Με τις γενοκτονίες που γίνονται, με τους βομβαρδισμούς στη Γάζα, με τους πολέμους δεξιά κι αριστερά στον πλανήτη παντού και στην Ουκρανία και στο Ιράν, με όλα αυτά.

Αναρωτιέμαι υπάρχει τρόπος αυτό να το πολεμήσουμε κάπως;

Δυστυχώς εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι οι ισχυροί του χρήματος και της εξουσίας έχουν τόσο πολύ χρήμα και τόσο μεγάλη εξουσία που είναι ασύδοτοι και ασταμάτητοι, σαν να μην μπορεί κανείς να αντισταθεί σ’ αυτό το πράγμα. Φυσικά από την άλλη μεριά και ο απλός άνθρωπος, ο απλός πολίτης που βλέπει όλη αυτή την αδικία και αγανακτεί, δεν μπορεί να μη βγει και να διαμαρτυρηθεί. Δεν μπορεί να μη βγει στους δρόμους και να διαδηλώσει.

Βγήκαμε και τι έγινε;

Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, αλλά από την άλλη μεριά το να σε παίρνει από κάτω και ο πεσιμισμός, να λες και τι έγινε και να μην κάνεις τίποτε… δεν ξέρω, το κάνεις για να ακουστείς. Με την ελπίδα κάτι να ξεκουνηθεί, κάτι ν’ αλλάξει. Φυσικά η απογοήτευση είναι τεράστια, αλλά μη φτάσουμε και στον κυνισμό ότι τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, άρα ας παρακολουθούμε ως παθητικοί θεατές. Ό,τι μπορεί να κάνει κανείς, ας το κάνει.

Εσύ που έχεις έρθει σε μια βαθιά επαφή με τα αρχαία κείμενα, τραγωδίες και κωμωδίες, κείμενα που διδάσκουν, πιστεύεις μπορεί να κινητοποιήσει την κοινωνία μας η σοφή μελέτη τους;

Αυτά τα κείμενα μιλάνε για όλα τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, είναι καθαρά υπαρξιακά, μιλούν για τη ζωή, τον θάνατο, τον Θεό, τη μοίρα. Από την άλλη έρχεται και η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ηθική, έρχονται τα πάντα. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την τροφή του πνεύματος και της ψυχής του, οπότε θα ζητήσει καταφύγιο, στους πολύ δύσκολους καιρούς, στην τέχνη. Μαζί με την αγάπη στον πλησίον είναι μια άλλη μεγάλη, βαθιά παρηγοριά και αλίμονο εάν δεν σκύψουμε προς τα εκεί, γιατί τότε θα μας φάει το σκοτάδι, θα μας φάει η μαύρη μαυρίλα. Η τέχνη, ο πολιτισμός είναι μια αχτίδα φωτός, κι ας μην μπορεί να αλλάξει τον κόσμο στον βαθμό που το έχουμε ανάγκη όλοι, εδώ και τώρα.

Κι εμείς όμως απαιτούμε εδώ και τώρα ν’ αλλάξουν όλα προς το καλύτερο.

Πολύ καλά κάνουμε κι αυτό είναι το αίτημα. Η τέχνη μπορεί τουλάχιστον κάποιες ανθρώπινες συνειδήσεις λίγο να τις μετατοπίσει, να τους δώσει ένα έναυσμα να σκεφτούνε και λίγο παραπέρα, να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι. Γιατί και ο κόσμος θα αλλάξει αν όλοι μας λίγο-πολύ αλλάξουμε τον εαυτό μας και τη συμπεριφορά μας και τη στάση μας απέναντι στους άλλους και στα πράγματα. Να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, αυτό για μένα είναι καταφύγιο και παρηγοριά. Και δεν είναι μόνο για μένα, το βλέπω και σε πολύ κόσμο. Δεν μιλάω για τους δημιουργούς, μιλάω για το κοινό. Στους καιρούς της μεγάλης κρίσης ερχόντουσαν άνθρωποι με δάκρυα στα μάτια και μας έλεγαν «σας ευχαριστούμε πολύ, γιατί κρατάτε έναν ολόκληρο κόσμο όρθιο». Αυτή είναι μια φράση που δεν είναι δική μου, την άκουσα από άντρα θεατή. Μου ’κανε μεγάλη εντύπωση και ο τρόπος που το είπε και τα βουρκωμένα μάτια του και λέω ναι, έστω για αυτόν τον ένα άνθρωπο αξίζει που δίνω όλη μου την ψυχή και χτυπιέμαι και βασανίζομαι. Τουλάχιστον κάτι έδωσα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που σίγουρα δεν είναι ένας μόνο.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Δεν είναι. Το είδαμε και σήμερα στη Λαχαναγορά. Υπήρχαν διάφοροι που σε έχουν αγαπήσει και σου λέγανε συγχαρητήρια και υποθέτω ότι μέσα στην καθημερινότητά σου το βιώνεις αυτό.

Ναι, αλλά ξέρεις, δεν μιλάω σε προσωπικό επίπεδο, δεν επιτρέπεται να γίνεται κανείς ναρκισσιστής και εγωκεντρικός. Μιλάω για μια κοινωνική ανάγκη και ένα κοινωνικό καθήκον που έχουμε και εμείς οι άνθρωποι της τέχνης.

Μα και ’μείς ως κοινό, γιατί αγαπάμε κάποιους ηθοποιούς; Γιατί έχουν σταθεί με μια συμπεριφορά στον βίο τους, μας έχουν απασχολήσει με το έργο τους, μας έχουν απασχολήσει με τον λόγο τους και μας κάνουν να θέλουμε να τους παρακολουθούμε, γιατί και κάθε τους επιλογή ρόλου είναι και μια πρόταση για το πώς το πάμε κοινωνικά παρακάτω.

Ακριβώς, η πορεία σου η καλλιτεχνική, που εγώ την ονομάζω πολιτική πράξη. Οι επιλογές σου, το αν δεν ενδώσεις στους πειρασμούς του χρήματος, της εύκολης αναγνωρισιμότητας, των εξωφύλλων. Στα νέα παιδιά λέω να είστε συνειδητοί ως προς την επιλογή σας, δηλαδή για ποιο λόγο θέλετε να κάνετε αυτή τη δουλειά; Είναι μια βαθύτερη εσωτερική σας ανάγκη; Επειδή θέλετε να πείτε πέντε πράγματα; Να εκφράσετε τον εσωτερικό σας κόσμο, τις βαθιές σας ανησυχίες, τις αγωνίες σας, τα ερωτήματά σας και να τα μοιραστείτε με τον κόσμο; Να δώσετε στον θεατή που και εκείνος από την ίδια ύλη είναι φτιαγμένος και κάτι θέλει να πάρει και αξίζει να του το δώσεις με όλο σου το πάθος και με όλη σου την αλήθεια, έστω ματώνοντας. Γιατί δεν είναι εύκολο πράγμα να ξύνεις τις πληγές σου. Όμως αλλιώς δεν έχει νόημα. Γιατί, αν το κάνεις για να σε μάθουν πέντε άνθρωποι, ε και; Για να βγάλεις πέντε δραχμές παραπάνω, ε και; Όλα αυτά είναι πράγματα τα οποία δεν έχουν ουσιαστική αξία. Οπότε να καταλάβουν ότι πρόκειται για μια σπουδαία τέχνη, αλλά θέλει δόσιμο και επίγνωση και καλλιτεχνική δημιουργία και όχι πασαλείμματα.

Τα γνώριζες αυτά όταν πρωτοξεκίνησες ή τα έμαθες αυτά στην πορεία;

Τα ήξερα. Το λέω στις συνεντεύξεις μου αυτό πια συχνά. Η μεταπολίτευση με βρήκε στην εφηβεία, που σημαίνει στην πιο τρυφερή ηλικία, τότε που ανακαλύπτεις επί της ουσίας τον κόσμο, που ενηλικιώνεσαι και καταλαβαίνεις πια τι γίνεται γύρω σου. Ήμουν 16 χρονών, μαθήτρια στο εξατάξιο Γυμνάσιο τότε, στην Τετάρτη Γυμνασίου και πέρασα πριν πάω στη Δραματική Σχολή άλλα δυο χρόνια μέσα σε έναν κοινωνικό προβληματισμό, πηγαίναμε στις διαδηλώσεις, βλέπαμε την άνθιση των τεχνών, της μουσικής, της ποίησης, Όλοι οι απαγορευμένοι συνθέτες, οι απαγορευμένες ταινίες.

Ήσουν προσεκτική; Είχες κινδυνέψει;

Όχι, δεν πρόλαβα να κάνω τέτοια πράγματα. Ξύλο έτρωγε κανείς στα χρόνια της χούντας, εγώ ήμουν παιδί εκείνα τα χρόνια. Η μεταπολίτευση με βρήκε στα 16. Ήταν μια κατάσταση κοινωνική και μια πνευματική και ψυχική διάσταση που για εμάς ήταν σαν ανάσταση. Ήταν μια πορεία προς έναν καλύτερο κόσμο. Είχαμε πιστέψει πολύ σ’ αυτό το όραμα. Φαντάσου να ακούς ξαφνικά στα δεκάξι σου Θεοδωράκη, το Άξιον Εστί και τον Ρίτσο και τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Και οι ταινίες που μας ερχόντουσαν ξαφνικά, ταινίες από το ανατολικό μπλοκ, που δεν μπορούσαμε να δούμε μέχρι τότε, ή βιβλία που ήταν απαγορευμένα, και ήμασταν μέσα σε ένα φως και σε μια ελπίδα. Οπότε λοιπόν, ναι, μπήκα στη σχολή, είχα και υπέροχους δασκάλους, πρώτη και καλύτερη η Μάγια Λυμπεροπούλου και μας βάλανε σ’ αυτή την τροχιά, δηλαδή να είσαι πραγματικά καλλιτέχνης-πολίτης, ο οποίος ναι μεν θα μιλήσει και για τα θέματα τα βαθιά, τα ανθρώπινα, τα υπαρξιακά, αλλά θα μιλήσει και για τα κοινωνικά. Εκείνη την εποχή όλα τα θέατρα παίζανε Μπρεχτ. Οι ομάδες στη Θεσσαλονίκη, και κυρίως το Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης, που ήτανε παιδιά ενταγμένα στην αριστερά, κάνανε τέτοιου τύπου παραστάσεις. Υπήρχε ένα ξύπνημα. Το ξύπνημα της άνοιξης.

Σήμερα;

Σήμερα φάγαμε πάρα πολλά χαστούκια. Η δική μου η γενιά ανέβηκε στην εξουσία και τα έκανε μην πω …τέλος πάντων. Μεγάλη απογοήτευση, τεράστιες διαψεύσεις. Ωριμάζεις και βλέπεις πόσο αδιέξοδα είναι τα πράγματα κι αυτή τη στιγμή είμαστε σε μια κατάσταση όπου δεν ξέρεις τι μας ξημερώνει. Μ’ αυτά που συμβαίνουν ήδη και είναι φρικτά. Και αναρωτιέσαι είμαστε στα όρια ενός πυρηνικού ολέθρου; Θα γίνει ο τρίτος παγκόσμιος; Αυτά που βλέπουμε στις ειδήσεις θα μας έρθουν κι εδώ; Όλο αυτό, ακόμα και αν δεν μας πάει σε έναν πόλεμο, θα μας φέρει όμως ενώπιον μιας τεράστιας οικονομικής κρίσης; Από την άλλη μεριά τι γίνεται; Περάσαμε ήδη μια τεράστια υγειονομική κρίση με την πανδημία. Συνεχώς σου λένε ότι από εδώ και πέρα έχει ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και δεν ξέρεις τι θα γίνει με την κλιματική αλλαγή και με τη μόλυνση του περιβάλλοντος και με όλο αυτό το κακό που έχει κάνει ο άνθρωπος στη φύση και στα ζώα. Τι άλλο κακό θα μας βρει;

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Εσύ πώς ξέφυγες από τη γενιά σου; Βοήθησε λες η τέχνη;

Δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις, να πω ότι αυτή η γενιά είναι έτσι 100% και ή άλλη γενιά είναι έτσι 100%. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις από άνθρωπο σε άνθρωπο. Εγώ έχω καταγωγή από ένα ακριτικό χωριό στον Έβρο, όπου είχα την τύχη να ζήσω μια πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία μέσα στη φύση και σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε κοινωνική αλληλεγγύη. Ξέρεις, αλληλοβοήθεια. Στήριζαν οι άνθρωποι ο ένας τον άλλον. Δεν εξιδανικεύω τα πράγματα. Σίγουρα και εκεί υπήρχαν υπόγειες και δύσκολες καταστάσεις, αλλά εμείς ως παιδιά δεν τα καταλαβαίναμε αυτά. Θυμάμαι όμως την ομορφιά της ζωής, την ομορφιά του παιχνιδιού, την ομορφιά της φύσης, την αγάπη. Αγάπη από παντού. Από την οικογένειά μου, από τους γείτονες, από το χωριό. Όλο γλέντια, γάμοι, πανηγύρια, βαφτίσεις. Χαιρόμασταν τη ζωή.

Ανοιχτές καρδιές.

Ακριβώς. Εισέπραξα αγάπη. Αυτό που βλέπω πια είναι άνθρωποι θυμωμένοι, δυστυχισμένοι, επιθετικοί, που στις περισσότερες των περιπτώσεων έχουν αναπηρίες ψυχικές. Γιατί μεγάλωσαν δύσκολα, γιατί δεν δέχτηκαν αγάπη, γιατί ζήσανε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον δυσλειτουργικό. Δεν είχαμε εκεί ανθρώπους να μας κάνουν μπούλινγκ ή να μας σκοτώνουν επειδή ήμασταν άλλη ομάδα ή να μας βρίζουν στα social media επειδή είμαστε χοντρά παιδιά ή αδύνατα παιδιά ή δεν ξέρω τι άλλο. Αυτά είναι φαινόμενα των καιρών και είναι πραγματικά σοκαριστικά.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Σε απασχολεί η γνώμη του κόσμου;

Νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι θέλουμε να αρέσουμε και ειδικά όταν κάνεις και μια τέτοια δουλειά. Φυσικά και θες να έχει νόημα αυτό που κάνεις.

Έχεις κλάψει δηλαδή από κακή κριτική;

Δεν έχω κλάψει, αλλά έχω στενοχωρηθεί. Να κλάψω όχι, γιατί πια αν φτάσει κανείς σ’ αυτό το σημείο, σημαίνει ότι κάπου δεν έχει και μέσα του ένα γερό κέντρο. Φυσικά όμως και στεναχωριέμαι. Φυσικά και με ενοχλεί. Το κοιτάζω όμως πάντα με ανοιχτά μάτια και αυτιά. Αναρωτιέμαι, μήπως έχει δίκιο; Γιατί και από μια αρνητική κριτική θα μάθεις και θα καταλάβεις ίσως και περισσότερα από μια θετική. Θα καταλάβεις τα λάθη σου. Γενικά θέλω να μου δείχνουν τα λάθη μου και ζητάω και τη γνώμη των φίλων μου, να μου την πούνε ευθαρσώς, να μη μου χαϊδεύουν τα αυτιά, γιατί η αγάπη τους θα με βοηθήσει να σκεφτώ τι μπορώ να κάνω, τι μπορώ να αλλάξω, τι μπορώ να διορθώσω.

Είσαι φίλη με τον Γιάννη Χουβαρδά.

Ναι, φυσικά μετά από τόσα χρόνια.

Τώρα που είναι ο σκηνοθέτης σου υποθέτω δεν σου χαϊδεύει τα αυτιά.

Γι’ αυτό και θέλω να δουλεύω μαζί του. Επειδή ακριβώς είναι πάρα πολύ απαιτητικός σκηνοθέτης, πρώτα από τον ίδιο του τον εαυτό και από τους συνεργάτες του και τους φίλους του. Εγώ το εκτιμώ αφάνταστα αυτό, γιατί αισθάνομαι ότι με προχωράει. Όσες φορές έχουμε συνεργαστεί, αισθάνομαι ότι μου έχει ανοίξει δρόμους. Ότι με έβγαλε από κάποια πράγματα που ίσως μου ήταν λίγο πιο εύκολα και με έβαλε να προβληματιστώ και να χτυπηθώ στο να κατακτήσω άλλα πράγματα που δεν ήταν εύκολο να τα παίξω με τον τρόπο τον γνώριμο, τον δικό μου. Κι αυτή η λοξή ματιά του Γιάννη Χουβαρδά που είναι και μη αναμενόμενη, εμένα μου ερεθίζει το μυαλό. Με κάνει να σκεφτώ, να προχωρήσω παραπέρα, να δοκιμάσω και κάτι άλλο.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Στους Οιδίποδες τώρα πού σε πήγε παραπέρα; Γιατί εντάξει, πέρα από το πανέξυπνο αυτό του εύρημα με τις ορκισμένες παρθένες. Ένα εύρημα που δεν σε εκθέτει καθόλου. Δεν μπορώ να πω ότι έχω μια Καραμπέτη που παίζει έναν αντρικό ρόλο του Κρέοντα.

Ναι, γιατί θα μπορούσε να βρει έναν οποιοδήποτε άντρα να παίξει τον Κρέοντα. Καταρχάς, την παράσταση αυτή δεν την ενδιαφέρουν ούτε οι ηλικίες ούτε τα φύλα. Δεν είμαι δηλαδή εγώ μόνο μια γυναίκα που παίζω τον άντρα. Είναι γενικότερα μια συνθήκη. Δηλαδή ο Ορέστης Χαλκιάς παίζει την Αντιγόνη που κάποια στιγμή υποδύεται και τον Τειρεσία. Η Στεφανία Γουλιώτη παίζει την Ιοκάστη που κάποια στιγμή μέσα στην ταραγμένη συνείδηση του Οιδίποδα παίρνει και τη μορφή του Θησέα. Και χωρίς να γίνεται κάποια αλλαγή κοστουμιών ή κάποιου άλλου εξωτερικού στοιχείου. Απλώς μετατοπίζονται τα πράγματα, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στα όνειρά μας.

Κι ο χρόνος κυλάει ανάποδα.

Δεν υπάρχει χρόνος, είναι κάτι το άχρονο, είναι αυτή η διάσταση του χρόνου, όπου συμβαίνουν ταυτόχρονα πράγματα, τα οποία ανήκουν και στο παρόν και στο παρελθόν. Είναι ένα ταξίδι μέσα στη ζωή, τη μνήμη και τον ψυχισμό ενός ανθρώπου που είχε μια απίστευτη μοίρα επιλεγμένη από τους θεούς και ερήμην του, αλλά μέσα από αυτή την πορεία του προς τον θάνατο, την κάθαρση, την ανάληψη, τελικά βρίσκουν την λύτρωση και όλα τα πρόσωπα γύρω απ’ αυτόν. Ο χορός των τεράτων αυτής της αιμομικτικής οικογένειας.

Οι δύο Οιδίποδες, Τύραννος και Επί Κολωνώ, τα θεωρώ απ’ τα πιο σκληρά έργα της αρχαίας τραγωδίας.

Πολύ σκληρά και πολύ δύσκολα έργα. Όλες οι τραγωδίες είναι δύσκολες, και ο Επί Κολωνώ έχει άλλου τύπου δυσκολίες, γιατί ενώ στον Τύραννο παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός ανθρώπου να ανακαλύψει ποιος είναι πραγματικά, να βρει την αληθινή του ταυτότητα και να καταλάβει το γιατί, στον Επί Κολωνώ υπάρχει ένα φιλοσοφικό, ποιητικό, στοχαστικό κείμενο για έναν άνθρωπο που οδεύει πια προς τον θάνατο και την εξιλέωση. Είναι σαν να του χρωστάνε οι Θεοί έναν αλλιώτικο θάνατο, που θα τον εξιλεώσει για αυτή την άδικη μοίρα που του επιφύλαξαν. Οπότε έχει το κάθε έργο τη δική του δυσκολία. Εδώ λοιπόν, σ’ αυτό το τρίτο έργο-διασκευή που έχει κάνει ο Γιάννης Χουβαρδάς, έχει πάρει σκηνές και από τα δύο έργα και τα έχει πλέξει μεταξύ τους. Δεν βλέπουμε παρατακτικά το ένα έργο μετά το άλλο.

Άρα θα μπορούσε να είναι ένα έργο από μόνο του; Μελλοντικά να λέμε ο Οιδίπους του Χουβαρδά.

Ναι, είναι ένα καινούργιο έργο. Ο «Οιδίπους» σε σκηνοθεσία-διασκευή του Γιάννη Χουβαρδά, που βασίζεται όμως στα δύο έργα του Σοφοκλή, που κι εκείνα είχαν γραφτεί σε διαφορετικές περιόδους του συγγραφέα.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Εσύ που γνωρίζεις και βιώνεις το έργο για πες μου λίγα παραπάνω πράγματα.

Το έργο ξεκινάει από τη συνθήκη ότι έρχεται αυτή η οικογένεια συνοδεύοντας τον Πατέρα, τον Οιδίποδα, που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου. Το σκηνικό είναι σαν ένα παράξενο κοιμητήριο, ένα νεκροταφείο όπου τα μνήματα είναι οι τάφοι αυτών των προσώπων, που όμως είναι ζωντανοί και κινούνται ανάμεσά τους και που ο καθένας έχει το μνήμα του. Αυτό είναι το μνήμα του Κρέοντα, αυτό της Ιοκάστης, αυτό της Αντιγόνης, της Ισμήνης και ούτω καθεξής. Τα πρόσωπα του χορού που μας υποδέχονται είναι κάτι σαν υπάλληλοι ενός ιδιόμορφου γραφείου τελετών που αναλαμβάνουν τις επιτάφιες ή τις επιμνημόσυνες τελετές, που φροντίζουν να δίνουν στους συγγενείς τροφή, κόλλυβα, ποτά της παρηγοριάς και ψάλλουν θρησκευτικούς ύμνους. Η μουσική της παράστασης παίζεται ζωντανά σε ένα εκκλησιαστικό όργανο από τον συνθέτη της παράστασης, τον Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος είναι και ένα από τα πέντε μέλη του Χορού, που κάτι υποβάλλουν στα πρόσωπα, στοχασμούς, σκέψεις, τα συνδέουν με το υπερπέραν, με τον Θεό. Αυτά είναι πλάσματα που πιστεύουν πολύ στον Θεό και είναι κάτι σαν διαμεσολαβητές. Θα βάλουν τα πρόσωπα να σκεφτούν πάνω στην έννοια του Θεού, της ζωής και του θανάτου. Οπότε λοιπόν, για να έρθω τώρα στον Κρέοντα, μέσα σ’ αυτή την παράξενη οικογένεια, το ότι μια γυναίκα έχει ένα αντρικό όνομα είναι το λιγότερο παράξενο. Και δεν παίζω έναν αντρικό ρόλο. Παίζω μια γυναίκα που υποδύεται τον άντρα.

Αυτό είναι το εύρημα για μένα που σε εξυψώνει και μας μαθαίνει κι εμάς τους Έλληνες κάτι που δεν ξέραμε για τις ορκισμένες παρθένες.

Βέβαια, δεν είναι ότι ξαφνικά κάνω μια ορκισμένη παρθένα της Αλβανίας. Απ’ αυτό το έθιμο αντλεί την έμπνευσή του ο σκηνοθέτης. Όπως στα χωριά της βαθιάς πατριαρχίας της Αλβανίας, πάνω στα βουνά, που οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα να εργάζονται και να αμείβονται, όταν πέθαινε ο αρχηγός της οικογένειας και δεν υπήρχαν γιοι για να συνεχίσουν εκείνοι να συντηρούν την οικογένεια, μπορούσε μία από τις μεγάλες κόρες να δώσει έναν όρκο παρθενίας στους γέροντες του χωριού και να αποκτήσει τα αντρικά προνόμια της εργασίας. Αλλά απαρνούνταν τη γυναικεία τους φύση. Απαγορευόταν να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, να γνωρίσουν τον έρωτα, τα πάντα. Και τις σεβόντουσαν όλοι σαν άντρες.

Δεν γύρναγαν πίσω από την πλάτη τους και λέγανε αυτή ξέρεις είναι γυναίκα, τις αντιμετώπιζαν ισάξια και με σεβασμό;

Ναι, ήταν ένα παραθυράκι που το άνοιγε η πατριαρχία στους άγραφους νόμους, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της συντήρησης των φτωχών οικογενειών που δεν είχαν άντρα.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Από την άλλη πάντως, θεωρώ ότι θα μπορούσες να ήσουν μια τέτοια σε άλλες εποχές.

Και ένας άλλος φίλος άντρας μου είπε, ότι τουλάχιστον μέσα σ’ όλη αυτή την αδυναμία της γυναίκας τούς παρέχονταν κάποια προνόμια. Αυτό όμως δεν ήταν καλό, δεν ήταν θετικό στην τελική. Διαφωνώ κάθετα μ’ αυτό, γιατί το πράγμα είναι εντελώς λάθος από τη βάση του. Δηλαδή σ’ έναν άνθρωπο που ήρθε σ’ αυτή τη ζωή, του στερείς το δικαίωμα να ζήσει φυσιολογικά μέσα από το φύλο του. και για να έχει μια ζωή υποτίθεται καλύτερη, πρέπει να υποδυθεί ότι ανήκει σ’ ένα άλλο φύλο και να χάσει το δικαίωμα στον έρωτα, στην τεκνοποίηση, στον γάμο; Το καταλαβαίνεις, είναι η άρνηση της γυναίκας σε όλο της το μεγαλείο, η άρνηση της φύσης της γυναίκας.
Κοιτά που ’γώ νόμιζα ότι αυτές οι ορκισμένες παρθένες ήταν ένα ωραίο χτύπημα στην πατριαρχία, αλλά όπως μου το λες τώρα…
Όχι! Ήταν ένα δημιούργημα της πατριαρχίας.

Άλλος ένας ευνουχισμός.

Ακριβώς! Και σου λέει ναι, σου παρέχω το δικαίωμα, αλλά θα ζήσεις σαν άντρας. Γιατί ρε φίλε να ζήσω σαν άντρας; Θέλω να ζήσω ως γυναίκα, γιατί μου στερείς το δικαίωμα να εργαστώ; Γιατί μου στερείς το δικαίωμα να βγάλω λεφτά, να συντηρήσω την οικογένειά μου; Γιατί μου στερείς το δικαίωμα να κάνω παιδιά, να ερωτευτώ, γιατί; Επειδή έτυχε να γεννηθώ γυναίκα; Μα αυτό μου δόθηκε από τη φύση, από τον Θεό, με το που άνοιξα τα μάτια μου στον μάταιο αυτό κόσμο. Αυτή τη στιγμή στην Αλβανία υπάρχουν μόνο 12 τέτοιες γυναίκες. Λέγονται μπουρνέσα στη γλώσσα τους. Είδα κι ένα ντοκιμαντέρ που το έκανε η ανιψιά μιας τέτοιας γυναίκας. Κινηματογραφούσε τη θεία της στις δουλειές της, στους αγρούς, μέσα στο σπίτι, της έπαιρνε συνέντευξη, τη ρωτούσε πράγματα. Μιλούσε δηλαδή η γυναίκα αυτή για τον τρόπο ζωής της έχοντάς τον αποδεχτεί 100% με εκείνα τα μυαλά. Αλλά οι νεότερες γενιές αυτό το αρνούνται, οι νέες γυναίκες της Αλβανίας διεκδικούν το δικαίωμά τους στη ζωή, στην εργασία, στην οικονομία, στα πάντα. Υπάρχουν 12 τέτοιες γυναίκες και μάλιστα είναι πάνω από 60 πια και τείνει να εκλείψει αυτό το έθιμο ευτυχώς, το οποίο δεν είναι των πρόσφατων ετών. Έρχεται από τα βάθη των αιώνων.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου
©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Θα ήθελες να γνωρίσεις μια μπουρνέσα;

Ναι, αλλά λυπάμαι πολύ τον άνθρωπο, τη γυναίκα που της στερήθηκε η δυνατότητα να ζήσει τη ζωή της όπως θα έπρεπε. Είναι φρικτό. Από την άλλη μεριά λοιπόν, επειδή και ο Κρέοντας είναι ένα πρόσωπο, το οποίο κινείται στις παρυφές της εξουσίας, είναι ο γυναικάδελφος του Οιδίποδα, ο οποίος τον κατηγορεί ότι εποφθαλμιά την εξουσία και τον θρόνο και υπάρχει και μια σκηνή έντονης σύγκρουσης ανάμεσά τους. Φυσικά αυτό συνεχίζεται και αργότερα και στον Επί Κολωνώ, όπου εμφανίζεται ο Κρέων και αρπάζει τις κόρες του Οιδίποδα, θέλει να αρπάξει και τον ίδιο τον Οιδίποδα. Γιατί πια υπάρχει ο χρησμός ότι εκεί που θα ταφεί το σώμα του Οιδίποδα, θα υπάρχει και ευλογία για εκείνον τον τόπο. Γι’ αυτό έχουν έρθει και ο γιος του Πολυνείκης και ο Κρέων από την άλλη μεριά, που είναι στη συμμαχία, στην πόλη της Θήβας με τον άλλο γιο, τον Ετεοκλή, διεκδικώντας τον ο καθένας να πάει στο δικό του στρατόπεδο για να έχει μετά και την ευμένεια, την ευλογία των Θεών. Αλλά ο Οιδίποδας ακριβώς επειδή γνώρισε πολύ κακή συμπεριφορά από αυτούς τους άρρενες συγγενείς του, όχι μόνο αρνείται να το κάνει αυτό, αλλά τους καταριέται κιόλας. Και φυσικά είναι γνωστή η ιστορία, αργότερα τα δύο αδέρφια αλληλοσκοτώνονται. Είμαστε λοιπόν αυτά τα πρόσωπα που μέσα από την πορεία του Οιδίποδα προς την κάθαρση ελπίζουν κι αυτά στη δική τους λύτρωση. Και μαζί μ’ αυτά τα πρόσωπα και εγώ πάνω στη σκηνή αποζητώ και την προσωπική μου κάθαρση, της Καρυοφυλλιάς δηλαδή. Αυτό είναι και το στοίχημα της παράστασης, να πάρουμε μαζί μας και όλον αυτόν τον κόσμο εκεί, τους θεατές, σ’ αυτό το πνευματικό ταξίδι, σ’ αυτή την περιπέτεια της ψυχής του καθενός μας. Στην προσπάθεια της ανακάλυψης του νοήματος της ύπαρξης. Του γιατί έγιναν όλα αυτά που έγιναν στη ζωή του καθενός μας. Γιατί ζήσαμε έτσι όπως ζήσαμε ο καθένας μας; Ο κάθε θεατής, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο οδυνηρά, έτσι; Ανάλογα με το πώς τον έχει σφραγίσει η ζωή.

Αυτό καταλαβαίνεις ότι αν λειτουργήσει στον κάθε ένα θεατή, θα προκαλέσει από οργή μέχρι τέρψη ψυχής, είναι το στοίχημα μεγάλο, θα έχει κρεσέντα αυτό συναισθηματικά.

Εγώ θα ήθελα αυτό να είναι ένα πνευματικό μεταφυσικό ταξίδι, να έχει την κατάνυξη της προσευχής. Γι’ αυτό και το σκηνικό, το κοιμητήριο, η μουσική, η έννοια του Θεού, το ενώπιος ενωπίω με τον θάνατο. Η ανάγκη να σου απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα: γιατί έγιναν όλα αυτά; Είναι για μένα ένα τεράστιο ζητούμενο που με απασχολεί καθημερινά και σ’ όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής μου πορείας και σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου, από την παιδική μου ηλικία μέχρι τώρα.

Αποφάσισε ο Χουβαρδάς στα πενήντα χρόνια καριέρας του να μας άλει τον καθένα μας να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας φέτος στην Επίδαυρο.

Μακάρι. Δεν θα είναι εύκολο. Δεν είναι εύκολη εμπειρία. Ακριβώς επειδή οι σκηνές των δύο έργων δεν είναι σε μια γραμμική αφήγηση. Δεν ξεκινάμε από τη Θήβα στην πρώτη σκηνή του Οιδίποδα Τυράννου για να καταλήξουμε στην τελευταία σκηνή του Οιδίποδα Επί Κολωνώ. Εδώ είμαστε δίπλα σε έναν άνθρωπο που κοντεύει να πεθάνει και ξαφνικά σαν να ανασταίνεται και αρχίζει να θυμάται και να παραληρεί, γιατί έχει και αυτό το παραληρηματικό στοιχείο η μνήμη. Δεν λένε πολλές φορές ότι πεθαίνοντας ο άνθρωπος βλέπει τη ζωή του σαν σε μια κινηματογραφική ταινία; Μέσα σ’ αυτό το όνειρο-εφιάλτη που βλέπει ο Οιδίποδας – πώς γίνεται πολλές φορές στον ύπνο μας και συγχέουμε τα πρόσωπα; Έτσι και εδώ η Ιοκάστη ξαφνικά, μέσα στο συγχυσμένο μυαλό του Οιδίποδα γίνεται ο Θησέας. Φυσικά ο θεατής εκείνη την ώρα, θα τις καταλάβει αυτές τις μεταβάσεις. Αλλά πρέπει να ακούει προσεχτικά. Την ίδια στιγμή που θα αποκαλέσει ο Νίκος Καραθάνος τη Στεφανία Γουλιώτη Θησέα, στον παρακάτω στίχο θα την αποκαλέσει και Ιοκάστη.. Κάποιος λόγος όμως υπάρχει γι’ αυτό.

Δεν είναι μπέρδεμα, πλέξιμο είναι, σαν να πλέκεις ένα μεγάλο σάβανο που πρέπει να με δω και στον καθρέφτη να το φοράω.

Έτσι ακριβώς, και για μένα καθαρά μεταφορικά, το πρόσωπο που τον έφερε στη ζωή είναι και το πρόσωπο που τον συνοδεύει στον θάνατο. Η Ιοκάστη και ο Θησέας. Ή η Αντιγόνη, που κάποια στιγμή εισβάλλει μέσα της ένας δαίμονας και μιλάει ως Τειρεσίας, ή η Ισμήνη της υπέροχης Πηνελόπης Τσιλίκα που γίνεται ο Εξάγγελος που μας μεταφέρει την αυτοκτονία δι’ απαγχονισμού της Ιοκάστης και την αυτοτύφλωση του Οιδίποδα, αλλά όχι ως ένας Άγγελος που το είδε αυτό, αλλά ως η κόρη τους η Ισμήνη που το βίωσε.

Φεύγοντας δηλαδή από την γραμμική αφήγηση της ιστορίας αποχαιρετάμε και τη φόρμα της τραγωδίας όπως τουλάχιστον τη γνωρίζαμε.

Ναι, είναι ένα άλλο έργο, μια άλλη εμπειρία. Ο Πολυνείκης για παράδειγμα, που τον παίζει ο Κωνσταντίνος Μπιμπής είναι παράλληλα και ο Κορίνθιος Άγγελος. Είναι αυτός που έρχεται και του λέει πέθανε ο πατέρας σου ο Πόλυβος και έλα στην Κόρινθο να γίνεις βασιλιάς εκεί. Και μετά του κάνει την αποκάλυψη ότι ο ίδιος τον είχε δώσει μωρό στους θετούς γονείς του. Και δεν έχει σημασία που είναι ο Κωνσταντίνος Μπιμπής νεότερος από τον Νίκο Καραθάνο, είπαμε εδώ δεν υπάρχουν ηλικίες.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Απ’ ότι συνειδητοποιώ ο λόγος θα μας απασχολήσει πολύ σ’ αυτή την παράσταση περισσότερο από την εικόνα.

Ο λόγος κι αυτές οι καταστάσεις οι μεταφυσικές, οι μυστηριακές.

Ο λόγος, τα δρώμενα και ο ήχος.

Ναι, ακριβώς η σχέση του ανθρώπου με το θείο. Αυτό το πράγμα που δεν ξέρουμε τι είναι, αν υπάρχει. Ο Ευριπίδης στις Τρωάδες βάζει την Εκάβη κάποια στιγμή να λέει «δεν ξέρω τι είσαι. Είσαι ο Δίας ή έτσι σε ονομάσανε οι άνθρωποι; Είσαι φύση ή μια επινόηση του ανθρώπου;» Για να παρηγορηθεί, για να εξηγήσει κάποια πράγματα.

Είναι η πρώτη σου φορά στην Επίδαυρο που καλείσαι να συμμετέχεις σε κάτι τόσο άφυλο, άχρονο και νεοδημιουργημένο.

Βέβαια, γιατί μέχρι τώρα είχα κληθεί να ερμηνεύσω συγκεκριμένους ρόλους σε συγκεκριμένες τραγωδίες. Έτσι όπως ήταν γραμμένες. Είναι η πρώτη φορά. Πάντως και το κοστούμι μου και τα μαλλιά μου θα έχουν στοιχεία θηλυκά. Υπάρχει επίσης και ένας άλλος ρόλος, αυτός του Αρχαιοφύλακα, που τον ερμηνεύει ο Νίκος Χατζόπουλος, και που αλλάζει κι αυτός διάφορους ρόλους ανάλογα με το πού τον τοποθετεί η ανάγκη του Οιδίποδα, μέσα στο όνειρό του και τη σύγχυσή του. Γίνεται δηλαδή κάποια στιγμή ο Θηβαίος βοσκός που παρέδωσε το μωρό στον Κορίνθιο και που από εκείνον ξεκίνησαν όλα. Ή είναι αυτός που έρχεται και μας αναγγέλλει το τέλος του Οιδίποδα. Έχουν πολύ ενδιαφέρον αυτά τα περάσματα από τον έναν ρόλο στον άλλον, ώστε να αφηγηθούμε όλοι μας κάποια γεγονότα αναβιώνοντάς τα και βιώνοντας την κάθαρση που μας χαρίζουν.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Τελικά αυτή δεν θα ’ναι παράσταση όπως το βλέπω, κοινωνικό πείραμα θα ’ναι. Αυτό που μου περιγράφεις είναι όνειρο κάποιου ηθοποιού να παίξει σε ένα τέτοιο έργο σε μια τέτοια συνθήκη.

Έτσι κι αλλιώς η Επίδαυρος, χωρίς να θέλω να της προσδώσω τον χαρακτηρισμό ιερός χώρος που πολλές φορές ερμηνεύεται με έναν άλλο τρόπο, λίγο συντηρητικό, που μας κάνει να αρνούμαστε τους νέους τρόπους έκφρασης, λέω όμως ότι ο χώρος όχι μόνο από την ιστορία και την παράδοση αιώνων, αλλά κι από την ίδια του τη φύση, αυτή η αρχέγονη πέτρα, αυτό το φως, οι ήχοι, εκείνα τα δέντρα, έχουν όλα κάτι μαγικό, κάτι εκπέμπουν, κάτι μυστηριακό. Το να έχεις αυτό το δώρο, το προνόμιο να είσαι εκεί και να ερμηνεύεις έναν ρόλο, είναι από μόνο του μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία. Γίνεσαι και το μέσον για να ακουστεί αυτός ο λόγος σε χιλιάδες ανθρώπους. Φυσικά η ψυχούλα σου το ξέρει και το βάρος είναι τέτοιο που δεν μπορείς να κοιμηθείς. Πολύ ισχυρή αδρεναλίνη, κύματα αδρεναλίνης, αγωνίας, άγχους που δεν σ’ αφήνουν να κοιμηθείς. Και φυσικά φοβάσαι, δεν ξέρεις πώς θα το δεχτεί το κοινό, επειδή είναι και ένα δύσκολο πείραμα όπως λες κι εσύ. Αν θα μπουν στο πνεύμα του έργου.

Μα το θέμα είναι ότι αυτό που είπες πριν, αν πάμε όλοι λίγο πιο…

Αθώοι…

Αφεθείτε..

…Στην εμπειρία.

Είναι ένα νέο έργο. Δεν το έχουμε ξαναζήσει, οπότε ας μην το κατακρίνουμε πριν το βιώσουμε.

Ναι, αυτό συμβαίνει δυστυχώς τελευταία, πολλές φορές έχουν γραφτεί σχόλια πριν καν δούνε την παράσταση. Ειδικά αν είναι ξένος σκηνοθέτης και αναρωτιούνται ποια θα είναι η οπτική της παράστασης. Αρχίζουν οι γκρίνιες, η εκ των προτέρων άρνηση.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Εδώ χωράει το αφέσου να νιώσεις. Όπως μου το περιέγραψες θα είναι σαν μια λειτουργία που αντί να μου έχεις έναν καθρέφτη να με κοιτάξω, κοιτάζω κάτω εσάς και θα μου ξυπνήσει στο μέσα μου ό,τι μου πρέπει.

Πώς μπαίνουμε σε μια εκκλησία; Πιστεύουμε, δεν πιστεύουμε, μπορεί να πάμε σε ένα βουδιστικό ναό, για παράδειγμα. Μου έχει τύχει σ’ αυτά τα ταξίδια τότε με τη Μήδεια, που πήγα στην Ιαπωνία, σε έναν βουδιστικό ναό, που δεν είναι η θρησκεία μου, αλλά είναι ένας τόπος λατρείας Θεού. Αυτό από μόνο του έχει κάτι μυστικιστικό και ξέρεις ότι το Υπέρτατο Ον, η υπέρτατη διάσταση στην τελική είναι μία. Μπορεί να αλλάζουν τα ονόματα ανάλογα με τη θρησκεία του κάθε λαού, αλλά επί της ουσίας για το ίδιο πράγμα μιλάμε όλοι. Δεν θέλω να γενικεύω, φυσικά και έχουν τεράστιες διαφορές η μια θρησκεία από την άλλη, αλλά εννοώ ότι πας με δέος, με κατάνυξη. Αν ακούσουμε το κείμενο και μπούμε μέσα σ’ αυτή τη διάθεση, μόνο κέρδος θα είναι για τον καθένα μας. Κι εγώ δεν είμαι ο Κρέων που θα ’ρθει με λυμένο το ζωνάρι για να κάνει καβγά με τον Οιδίποδα, αλλά ένας άνθρωπος της οικογένειας που έχει έρθει εδώ για να συνοδέψει έναν δικό του συγγενή στον θάνατο, ελπίζοντας ότι μέσα απ’ αυτό θα εξιλεωθεί και ο ίδιος. Αυτό αυτομάτως έχει μια άλλου τύπου πνευματική διάσταση. Και είμαστε όλοι επί σκηνής. Δεν φεύγουμε ποτέ, παρακολουθούμε τα πάντα.

Δεν έχει σκηνοθετικά κόλπα, αλλαγές.

Όχι. Αλλάζουν τα πράγματα από κάποιες μεταφορές αντικειμένων κι από τις κινήσεις των προσώπων.

Άρα ό,τι περνάω εγώ ως θεατής το περνάτε κι εσείς παρόντες όλοι στην ίδια λειτουργία.

Ακριβώς.

Στην ίδια λειτουργία και λειτούργημα άμα λειτουργήσει η παράσταση ψυχοθεραπευτικά.

Μακάρι, αν είσαι ανοιχτός θεατής.

Μα γι’ αυτό πάμε στην Επίδαυρο ν’ ανοίξουμε και να ιαθούμε. Στην Επίδαυρο δεν πάμε να κατακρίνουμε.

Ναι, είναι τρομερό, είναι κι αυτό ένα σημείο των καιρών.

Εμείς θέλουμε λιακάδα. Κι εγώ σήμερα είχα την τύχη επίσης να σε δω να κινείσαι σε μια λαχαναγορά. Είχα την τύχη επίσης να σε δω να ανεβοκατεβαίνεις νταλίκες και μου χρωστάς μια εξήγηση. Πώς «ξέρεις» από νταλίκες;

Σε μία από τις πρώτες μου ταινίες που γυρίσαμε το 1989, συγκεκριμένα στην ταινία Το πέρασμα της Βασιλικής Ηλιοπούλου με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Νινιό, έπαιζα τη γυναίκα ενός νταλικέρη. Οπότε υπάρχουν πλάνα που είμαι εγώ στο τιμόνι της νταλίκας. Ανέβα-κατέβα στα γυρίσματα εκεί στη νταλίκα, μια εξοικείωση την έχω. Το σώμα δεν ξεχνάει.

Μια ευκαιρία να δούμε και αυτή σου την ταινία, Το Πέρασμα.

Είχε πάρει και βραβείο τότε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είχε βγει η καλύτερη ταινία της χρονιάς.

Το ’89 οδήγησες νταλίκα, το ’99;

Το ’99 ήμουν στην Κίνα και στην Ιαπωνία με τη Μήδεια.

Το 2009;

Έκανα περιοδεία με την Όπερα της Πεντάρας που έπαιζα την Τζένη σε όλη την Ελλάδα. 60 παραστάσεις μέσα σε ένα καλοκαίρι. Το ’19 ήταν το καλοκαίρι των Νεφελών.

Εκεί έκανες κωμωδία πρώτη φορά. Τα εννιάρια σού πάνε ωραία.

Είναι ένα σημαδιακό νούμερο το 3 το 7 και το 9, είναι ιεροί αριθμοί.

Οπότε περιμένουμε τώρα να δούμε τι θα γίνει το 2029.

Προς το παρόν 30 χρόνια φέτος και για μένα στην Επίδαυρο. 70 τα χρόνια του Φεστιβάλ και 50 χρόνια του Γιάννη Χουβαρδά. Είναι ποιητής ο Γιάννης Χουβαρδάς. Είναι η δεύτερη φορά που παίζω σε δικό του κείμενο, γιατί ήμουν και πρόπερσι στην Ελευσίνα στο Don’t Look Back, που είχαμε κάνει πάλι μια κάθοδο στον Άδη, αλλά μέσα από τον έρωτα.

Ο Χουβαρδάς είναι αμόρε με όλες τις έννοιες της λέξης.

Όντως είναι μια τεράστια αγάπη.

Και σχολή. Θα είμαι εκεί στις κερκίδες να ζήσω την εμπειρία από τις κερκίδες στη θέση εξουσίας του θεατή.

Ο Κρέων είναι στις παρυφές της εξουσίας. Είναι ένα πρόσωπο που στον Τύραννο κινείται εκεί, στη σκιά της εξουσίας. Αργότερα βέβαια, μετά την πτώση του Οιδίποδα, είναι αυτός που παίρνει στα χέρια του τα ηνία και γίνεται και πρωταγωνιστής μετά στην Αντιγόνη.

Τον ακολουθούμε χρόνια τώρα.

Έχει κι αυτός την προσωπική του τραγωδία. Εδώ ακόμα δεν έχουν συμβεί φυσικά όλα αυτά τα πράγματα. Αυτή η σχέση λοιπόν αυτής της γυναίκας πια μ’ αυτά τα θέματα της εξουσίας και αυτές τις συγκρούσεις με έναν συγγενή, αυτού του τύπου η σκληρότητα που υιοθετούν πολλές φορές οι γυναίκες σύμφωνα με τα ανδρικά πρότυπα, όταν καταλαμβάνουν θέσεις ισχύος, είναι κι αυτό ένα δευτερεύον επίπεδο σχολιασμού, με όχημα τον ρόλο. Αυτά που λέω βέβαια είναι παράπλευρες σκέψεις του ηθοποιού, για να βρει κάποια πατήματα, να καταφέρει να μπει στα παπούτσια του ρόλου και να καταλάβει τι γίνεται μ’ αυτό το πρόσωπο. Και το ονομάζω πρόσωπο. Δεν θέλω να το ονομάσω ούτε γυναίκα ούτε άντρα, και όπως γράφει και ο Γιάννης Χουβαρδάς στο έργο, στις οδηγίες, μέσα σ’ αυτή την παράξενη οικογένεια είναι και μια γυναίκα που έχει ένα αντρικό όνομα και κανένας ποτέ δεν ρώτησε και ούτε εξηγήθηκε ποτέ γιατί αυτή η γυναίκα λέγεται Κρέων και της απευθύνονται όλοι σαν να είναι άντρας, γιατί έτσι και αλλιώς αυτό είναι το λιγότερο παράξενο που συμβαίνει εδώ, ανάμεσα σ’ αυτά τα πλάσματα του σκότους.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Με το καλό λοιπόν στην Επίδαυρο, εύχομαι να θριαμβεύσετε.

Όλα έχουν ένα στοιχείο μαθητείας. Καταλαβαίνεις, ακούς, αφουγκράζεσαι, βλέπεις τι γίνεται. Σε ποιο σημείο βρίσκεται η κοινωνία μας αυτή τη στιγμή. Όχι μόνο ως προς την τέχνη, την παιδεία και τον πολιτισμό της, αλλά και ως προς την καθημερινότητά της. Τις τάσεις που αναπτύσσονται καθημερινά. Πάμε προς τα μπρος, πάμε προς τα πίσω; Προοδεύουμε; Συντηρητικοποιούμαστε; Τι γίνεται;

Εγώ τουλάχιστον θα ήθελα στην Επίδαυρο σ’ αυτούς που κάτι δεν αρέσει, αφού του δώσουν την ευκαιρία να το δουν, σιωπηλά, να σηκωθούν να φύγουν ή να μη χειροκροτήσουν ή να σηκωθούν για να χειροκροτήσουν όρθιοι στο τέλος φωνάζοντας μπράβο.

Μακάρι πάντα να γίνεται έτσι, γιατί αυτό θα σημαίνει και ότι λειτουργούν και τα πράγματα σωστά. Δηλαδή, αν ένα έργο αρέσει στον κόσμο βαθιά επί της ουσίας, ανεξαρτήτως τοποθέτησης, παιδείας ή του τι περιμένει να δει από μια παράσταση, σ’ έναν ιδανικό κόσμο βέβαια, αυτό θα ήταν ευχής έργον. Βέβαια, όπως είπαμε και πριν, ζούμε σ’ έναν κόσμο που αυτή τη στιγμή συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν κι εμείς έχουμε το προνόμιο να καθόμαστε εδώ και να μιλάμε για τέχνη.

Εύχομαι να είμαστε καλά να συναντιόμαστε να μιλάμε για τέχνη και να κάνουμε τέχνη. Θες να μου πεις και για τη μεγάλη Χίμαιρα που έρχεται;

Ήταν κάτι που περιμέναμε να βγει το φθινόπωρο στην ΕΡΤ, 6 επεισόδια είναι. Η σκηνοθεσία εξαιρετική. Ο Βαρδής Μαρινάκης, που είναι παιδί του κινηματογράφου και έχει κάνει το Μαύρο Λιβάδι. Η Ελληνοιταλίδα Φωτεινή Πελούζο ερμηνεύει τη Μαρίνα, μια υπέροχη νέα ηθοποιός που κάνει ήδη διεθνή καριέρα στο Παρίσι. Έχει εμφανιστεί σε σειρές στο Netflix και σε ταινίες. Συνεργαστήκαμε εξαιρετικά και είχαμε αυτή τη σχέση πεθεράς-νύφης, της ελληνίδας μαυροφορεμένης καπετάνισσας με την ξένη νύφη που τη βλέπει με μισό μάτι από την πρώτη στιγμή και που μάλιστα συμβαίνει μετά κι αυτό το κακό με τον μικρότερο γιο της. Αλλά μετά ο πόνος και οι απώλειες και οι τραγικές εμπειρίες αυτών των δύο γυναικών σιγά-σιγά τις φέρνουν στο σημείο να καταλάβει η μία την άλλη και να βοηθήσει η μεγάλη τη νεότερη. Ήταν κι αυτό μια πολύ ωραία εμπειρία, γιατί είχαμε εξαιρετική σχέση με τη Φωτεινή, καθώς και με τα άλλα δύο παιδιά που παίζανε τους γιους μου, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου που κάνει το μεγαλύτερο μου γιο και τον Δημήτρη Κίτσο που κάνει τον μικρότερο. Είναι και οι δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί και εξαιρετικά παιδιά και περιμένω κι εγώ με ανυπομονησία να δω το τελικό αποτέλεσμα.

Κι εγώ το περιμένω, αλλά να σου πω την αμαρτία μου, εγώ ήθελα να μην σε ρωτήσω τίποτα για τη Χίμαιρα.

Ε, μη βάλεις τίποτα.

Για να έχω την ευκαιρία να τα ξαναπούμε και να ξαναζήσω την εμπειρία μιας φωτογράφισης μαζί σου.

Α, την φωτογράφιση χάρηκες.

Και την κουβέντα πάντα τη χαίρομαι, αλλά το να βλέπεις την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να τα δίνει όλα δίχως στοπ είναι μαγεία.

Αγαπώ πολύ όλο αυτό το πράγμα. Για μένα η φωτογράφιση είναι όπως το γύρισμα, όπως η πρόβα, όπως η παράσταση. Επενδύω με την ίδια διάθεση, με την ίδια χαρά, με την ίδια απόλαυση. Γιατί χαίρομαι να κάνω καλά αυτό που καλούμαι να κάνω και να κάνω και τους συνεργάτες μου να περάσουν καλά και να είναι χαρούμενοι με το αποτέλεσμα. Η συνεργασία, πάντα αυτό έχει σημασία. Οι άνθρωποι. Δεν έχει σημασία τόσο ούτε το κείμενο, ούτε οι ρόλοι που παίζεις. Με ποιους τα κάνεις αυτά τα πράγματα. Η Μάγια Λυμπεροπούλου το έλεγε συχνά: το θέατρο -και όπου λέω θέατρο διάβαζε όλες οι τέχνες, το σινεμά, η τηλεόραση, ακόμα και η φωτογράφιση- είναι γένους πληθυντικού. Η Μάγια έβλεπε ποδόσφαιρο και έλεγε ο θίασος είναι σαν την ποδοσφαιρική ομάδα. Δεν έχουν νόημα οι προσωπικές επιδείξεις ικανοτήτων, είναι πώς θα δώσω εγώ σε εσένα την πάσα τη σωστή για να βάλεις το γκολ εσύ, η ομάδα.

©Ιωάννα Χατζηανδρέου

Συντελεστές:
Photographer: Ιωάννα Χατζηανδρέου
Styling: Yiorgos Eleftheriades
Creative director: Στέλιος Παρρής
Hairstylist: Ζωή Σπυράκη/Talkin’ heads
Makeup artist: Ειρήνη Γάτου
Παραγωγή: ελculture.gr

Eυχαριστούμε θερμά για τη φιλοξενία την Open Farm Agora

Info

«Οιδίπους – Η ιστορία μιας μεταμόρφωσης: από το σκοτάδι στο φως»
25 και 26 Ιουλίου – Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου