Ο Δημήτρης Σκύλλας ανήκει στη νέα γενιά των Ελλήνων συνθετών που έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τα εθνικά όρια και να χαράξουν πορεία στη διεθνή μουσική σκηνή. Σπούδασε στην Αγγλία, το Λονδίνο είναι η έδρα του και μουσικές του συνθέσεις έχουν φιλοξενηθεί σε κορυφαία ευρωπαϊκά θέατρα και αίθουσες, όπως το Barbican Centre και το BBC όπου εμφανίστηκε ως ο πρώτος Έλληνας της Συμφωνικής τους Ορχήστρας. Έχει κερδίσει αναγνώριση για το ιδιαίτερο ύφος του, το οποίο έχει έντονο το μυσταγωγικό τελετουργικό στοιχείο. Η παρουσία του στις 12 Σεπτεμβρίου με το έργο “The Big Other” στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης (Istanbul Modern), αποτελεί μια ξεχωριστή στιγμή όχι μόνο για τον ίδιο πιστεύω αλλά και για την ελληνική σύγχρονη δημιουργία συνολικά. Σε έναν χώρο που φιλοξενεί κορυφαίες μορφές της παγκόσμιας τέχνης, εκείνος τοποθετείται μέσα σε έναν διάλογο που ξεπερνά τα γεωγραφικά και ιστορικά σύνορα, αναδεικνύοντας τη δύναμη της μουσικής ως κοινής γλώσσας σε ένα χώρο μοντέρνας τέχνης. Με αφορμή αυτήν την παρουσία του στην Τουρκία, μίλησα μαζί του για τη μουσική του, την καλλιτεχνική του φιλοσοφία και λόγω τίτλου του έργου “The Big Other” για την ψυχανάλυση και τον Ζακ Λακάν. Η «γνωμάτευσή» μου είναι πως ο Δημήτρης Σκύλλας είναι ο φίλος που θα θέλαμε όλοι να έχουμε. Ένας άνθρωπος σεμνός, ένας καλλιτέχνης που δημιουργεί απολαμβάνοντας τη ζωή του και εμπνέεται από αυτή.

Δημήτρη τον χειμώνα σε είδα στο Ωδείο Αθηνών στη μουσική παράσταση “Last Anthem” να υποκλίνεσαι στο τέλος.

Ναι, στην Τουρκία είχε γίνει η πρεμιέρα, στην Κωνσταντινούπολη και το μεταφέραμε και στην Ελλάδα, γιατί αφορούσε την ανταλλαγή πληθυσμών και τους πρόσφυγες.

Μου άρεσε το στοιχείο με τα λουλούδια που ήταν ριγμένα στη σκηνή, αυτό μου έμεινε πολύ, πέρα από την όμορφη σύνθεση. Υπήρχε μια δραματικότητα.

Αυτό τώρα θα πάει στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Νοέμβριο, γιατί ήταν συμπαραγωγή με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε εκεί θα κλείσει κάπως το κεφάλαιο του.

Μετά παρακολούθησα στο Μέγαρο Μουσικής το “Judgement Day”. Είδα και άκουσα μέσα σε μια χρονιά τι μπορείς να συνθέσεις. Και τώρα θα μιλήσουμε για τη νέα σου σύνθεση το “The Big Other” στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης.

Είναι ωραίο που θα μιλήσουμε για ένα έργο, το οποίο είμαι μόνος μου στο πιάνο, οπότε από την ορχήστρα που έχεις δει, ξαφνικά πάμε από το 100 στο 1.

Ολομόναχος εσύ στο πιάνο και τριγύρω σου τέχνη.

Είναι μεγάλο μουσείο το Istanbul Modern, οπότε είναι μεγάλη η μετατόπιση από τα 80 όργανα στο ένα. Είναι μεγάλη για την ψυχολογία και για το πώς γράφεις και για ποιο λόγο γράφεις και τι σημαίνει να γράφεις. Έχω πάρα πολύ καιρό να παίξω εγώ έργα μου. Θέλω χρόνια να παίξω και κάνω προσχέδια για πιάνο αλλά συνεχώς τυχαίνουν αναθέσεις, οπότε δεν το κάνω.

Δεν τυχαίνουν οι αναθέσεις. Κάτι αξίζεις και σου ανατίθενται δουλειές.

Πώς εννοώ το τυχαίνουν. Εσύ τα κάνεις τα πράγματα με μια πορεία και με ένα ήθος και με μια δικιά σου, ας πούμε, αντιμετώπιση και πολλά έρχονται. Έρχονται γιατί το έχεις χτίσει προφανώς, αλλά δεν είναι ότι το κυνηγάω. Δεν είμαι ο καλλιτέχνης που θα κάτσει να κάνει αιτήσεις και να ψάξει. Το λέω με μια ασφάλεια επειδή μου έρχονται. Προφανώς και θα έκανα αιτήσεις αν δεν μου ερχόντουσαν, αλλά κάπως πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κινήσεις τη δουλειά σου ως δημιουργός και ένας από αυτούς είναι να είσαι πάρα πολύ ο εαυτός σου, όσο κλισέ και να ακούγεται. Αλήθεια το λέω όμως. Να είσαι ο εαυτός σου, να κυκλοφορείς όσο μπορείς, να γνωρίζεις κόσμο, να προμηνύεις το όραμά σου και κάποιοι άνθρωποι θα συντονιστούν με αυτό, θα έρθουν να συνεργαστείτε. Κι αυτό δουλειά είναι, γιατί όπως ξέρουμε το 50% της δουλειάς πλέον είναι οι δημόσιες σχέσεις.

Εσύ έχεις ατζέντη;

Έχω μάνατζερ, έχω τα πάντα στο Λονδίνο. Αλλά τις καλύτερες δουλειές τις κλείνω εγώ, σε μένα έρχονται, για κάποιο λόγο.

Έχω και μια αίσθηση επίσης ότι ήσουν παιδί θαύμα.

Δεν θα απαντήσω. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.

Στο δικό μου μυαλό το παιδί θαύμα σημαίνει ένα παιδί που από μικρό στο είδος του, παραδείγματος χάριν στη μουσική, κατανοεί, αποσυνθέτει και συνθέτει τους ήχους χωρίς να έχει διδαχθεί κάτι.

Θεωρώ ότι ήταν προδιαγεγραμμένο να γίνω συνθέτης. Θεωρώ ότι είμαι πραγματικά συνθέτης, ότι είναι γνήσιο το DNA μου με του συνθέτη. Δεν το πολέμησα να το κατακτήσω. Μπορώ να σου πω ότι πήγα και από την άλλη πλευρά, δηλαδή στην αρχή έκανα μόνο πιάνο. Θεώρησα ότι με αγχώνει το να γράψω μουσική και ξανάρθε αυτό μόνο του, ερχόταν συνέχεια, οπότε κάπως μου βγήκε με πολύ οργανικό τρόπο.

Ήσουνα ο συμμαθητής που θα είχα στο σχολείο και απλά θα μου έβγαζε τραγούδια εκείνη την ώρα για την παρέα ή ήσουν το παιδί που πήγαινες να μελετήσεις και έβγαζες τη σύνθεσή σου;

Ήμουν το παιδί που είχε όλους τους φίλους του τριγύρω και όποτε είχε πάρτι στο σχολείο, έπαιζε πιάνο και όλοι μαζεύονταν τριγύρω. Ή με έβαζαν οι γονείς σε διάφορα πάρτι να παίζω πιάνο εγώ, αλλά δεν με ενδιαφέρει πολύ το show off. Καθόλου, γι’ αυτό και δεν παίζω τα έργα μου τόσο συχνά.

Άρα αφού δεν σε ενδιαφέρει το show off θα είναι άβολη στιγμή για σένα που θα είσαι στο επίκεντρο τώρα στο Istanbul Modern;

Πολύ ωραία ερώτηση, αλλά θα μπορώ να σου απαντήσω σε λίγες μέρες. Εμένα δεν με ενδιαφέρουν τα ακροβατικά και τα τρικς στην τέχνη και πόσο μάλλον στην κλασική μουσική και πόσο μάλλον στο πιάνο. Όταν βλέπω πιανίστες που παίζουν δύσκολο ρεπερτόριο και πάρα πολύ απαιτητικό μου φαίνεται ότι είναι πάρα πολύ μακριά από την ψυχοσύνθεσή μου. Μου φαίνεται δηλαδή μία συνθήκη και μία στιγμή τελείως δισδιάστατη, η οποία δεν έχει αυτό το τρισδιάστατο το οποίο αγγίζει εμένα. Μου φαίνεται ότι όλο εξελίσσεται μπροστά απ’ τα μάτια μου χωρίς να με αγγίζει, όταν βλέπω μαέστρους της ορχήστρας να κάνουν χορογραφίες και να κινούνται και να γίνεται χαμός και να χειροκροτάει το κοινό, μου φαίνεται ένα πολύ φτηνό θέαμα. Δεν είναι καθόλου ο κόσμος μου δηλαδή, κι ας είναι στην ίδια συνομοταξία δουλειάς. Όταν κάτι δεν έχει φιοριτούρες, δεν έχει κόλπα, σε όλες τις τέχνες και στον χορό και στο θέατρο και σε όλα και έχει μόνο το απόσταγμα μιας ειλικρίνειας και μιας δεξιοτεχνίας, έκφρασης και βάθους. Συνήθως έχει να κάνει αρκετά και με το ιερό στην τέχνη και το λατρευτικό στοιχείο συνολικά μιλώντας. Ε, τότε αρχίζει και με ενδιαφέρει εμένα, το έργο που θα γράψω εγώ δεν έχει καθόλου «ακροβατικά», είναι πολύ μεστό και είναι πολύ εσωτερικό και είναι πολύ ειλικρινές. Είναι πολύ ειλικρινές όντως, αλλά καλό η κακό δεν ξέρω, οπότε νιώθω ότι απλά θα δώσω ένα κομμάτι από τον εαυτό μου πολύ μεγάλο. Και για τη θεματολογία του έργου και τα πάντα, οπότε κάπως δεν νιώθω ντροπή, δεν νιώθω κάτι τέτοιο. Αλλά νιώθω ότι είναι πολύ μεγάλη η έκθεση. Δεν μπορώ να κρυφτώ, δεν μπορώ να πάω να κάτσω στη θέση να δω την πρεμιέρα από κάτω και να χειροκροτήσω. Εκεί πρέπει να το φέρω εις πέρας εγώ, οπότε είναι μια συνθήκη η οποία από μόνη της με βγάζει από το comfort zone μου, αλλά από την άλλη δεν βασίζομαι σε κανένα μαέστρο ή σε κανένα μουσικό για να εκτελέσει τον ήχο μου. Είμαι εγώ υπεύθυνος για τον εαυτό μου.

Παίρνεις την κατάσταση στα δάχτυλά σου.

Ναι, και είναι λίγο ωραίο για λίγο να συμβαίνει αυτό, γιατί για πολύ δεν ξέρω. Είναι ωραίο που το κάνω μία φορά στα λίγα χρόνια και δεν είναι ποτέ σε concert hall, είναι σε μουσεία συνήθως κι αυτό έχει μεγάλη διαφορά.

Ναι, είναι ωραίοι οι αντισυμβατικοί χώροι.

Ακριβώς, πηγαίνω σε ένα τεράστιο διεθνές Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, σε ένα καταπληκτικό καινούριο κτίριο πάνω στον Βόσπορο και θα φέρουν ένα πιάνο με ουρά για το event μας. Θα το στήσουν σε ένα πολύ ωραίο, μεγάλο, πολύ ψηλό χώρο που βλέπει και την Κωνσταντινούπολη, τη μία πλευρά της και τον Βόσπορο και θα είμαι μόνο εγώ. Οπότε και εκεί νιώθω πολύ καλά, γιατί δεν νιώθω κάποια πίεση από το concert hall, από το θέατρο. Δεν νιώθω κάποια πίεση από την αποστειρωμένη ας πούμε πλευρά του κοινού της κλασικής μουσικής που ενδέχεται να υπάρχει στα θέατρα.

Ο τίτλος του έργου που έχεις συνθέσει είναι The Big Other. Με πήγε τελείως στον Ζακ Λακάν. Σε επηρέασε δηλαδή η φιλοσοφία του Μεγάλου Άλλου, του Λακάν;

Εν μέρει, αν και δεν ακολουθώ τη θεωρία του Λακάν. Καταρχάς να ξεκινήσουμε λίγο πώς συνέβη αυτό το έργο για να φτάσουμε στο σημείο. Όταν έκανα το The Last Αnthem πέρυσι στην Κωνσταντινούπολη. Ήρθε αρκετός κόσμος από διάφορους φορείς να το δει, γιατί ήταν μια σημαντική πρεμιέρα για το Φεστιβάλ Μουσικής Κωνσταντινούπολης. Ήρθαν και από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης να ακούσουν και υπήρχαν συζητήσεις ότι ξέρανε ότι παλαιότερα είχα κάνει μία πρεμιέρα στο Victoria and Albert Museum στο Λονδίνο. Πάλι είχα παίξει εγώ πιάνο. Οπότε ξεκίνησε μια συζήτηση, γι’ αυτό σου είπα με βρίσκουν οι αναθέσεις. Εξέφρασα ότι κάποια στιγμή θα ήθελα να παίξω ξανά σε ένα μουσείο. Μου είπαν υπάρχει αυτή η χρηματοδότηση από το British Council της Τουρκίας, όπου επειδή εγώ θεωρούμαι ότι έχω έδρα το Λονδίνο, όπως και ισχύει, θα μπορούσα να πάρω μια χρηματοδότηση από το Βρετανικό Συμβούλιο. Και πώς θα σου φαινόταν να σε κάνουμε τον πρώτο resident artist του μουσείου; Τους είπα είναι πάρα πολύ ωραίο, αλλά δεν θέλετε να πάρετε κάποιον εικαστικό; Όχι, θέλουμε να το κάνεις εσύ. Θα το κάνω εγώ με μεγάλη χαρά, απάντησα. Οπότε κάπως ξεκινήσαμε με το τι θέλεις να γράψεις και σκέφτηκα ότι θέλω να παίξω εγώ κάτι. Δεν μπορούσα να φέρω εύκολα συμφωνική ορχήστρα στο μουσείο, γιατί θα ήταν τεράστια η διαδικασία και επειδή είχα κάνει και πολλές μεγάλες σκηνές, είπα θα ήθελα πολύ να ξαναγυρίσω στο πιάνο. Έτσι ξεκινήσαμε κάπως να με καλούν εκεί πέρα για μεγάλες περιόδους να μείνω εκεί, να έρθω σε επαφή ξανά που ήμουν ήδη έτσι κι αλλιώς, με τον πολιτισμό τους, με την κουλτούρα τους, με την Πόλη. Εγώ δεν έγραφα τίποτα, έβγαινα μόνο τα βράδια και έπινα ποτό και τη μέρα έκανα ραντεβού με ανθρώπους και μιλούσα σε διάφορα ινστιτούτα, σε μουσεία, σε private γκαλερί. Απλά έπινα καφέ και τσάι με ανθρώπους και ντόπιους και του καλλιτεχνικού κόσμου. Συζητούσα, έκανα βόλτες, πήγαινα σε event. Υπήρχα, ήμουν σαν τις γάτες τις αδέσποτες της Κωνσταντινούπολης που είναι πολλές. Έτσι ήμουν κι εγώ, αλλά με σκοπό να συλλέξω υλικό.

Αλλά μια μουσική γάτα.

Μία μουσική γάτα λοιπόν, πολύ οργανικά δηλαδή, άκουγα μουσική, άλλες φορές στα ακουστικά μου, άλλες φορές άκουγα από τον δρόμο, έβγαινα, πήγαινα σε βραδιές με οθωμανική μουσική, με ποπ, δηλαδή άκουγα τα πάντα… Και άρχισα να σκέφτομαι μαζί με το μουσείο, ότι επειδή είναι πολύ περήφανοι για το καινούριο κτίριο -είναι και σε πάρα πολύ ωραία γεωγραφική θέση, ανάμεσα στον Βόσπορο και την ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης- ότι θα ήταν πολύ ωραίο να γράψω μια σύνθεση, η οποία παίρνει την έμπνευσή της από το ίδιο το κτίριο του μουσείου. Μου είπαν θέλουμε να κάνεις αυτοτελή μουσική σύνθεση και μπορείς να επηρεαστείς από ό,τι θέλεις. Οπότε ξεκίνησα να επηρεάζομαι από το μουσείο το ίδιο και από τις συλλογές του μουσείου, τα έργα αλλά κυρίως τον χώρο. Σε συνάρτηση πάντα με την Πόλη, γιατί το μουσείο αυτό έχει δύο στοιχεία. Το ένα είναι η λευκότητα που έχει, όπως πάρα πολλά μουσεία στον κόσμο, είναι πάρα πολύ λευκό και έχει πάρα πολύ γυαλί, τζάμι και πολύ φως. Είναι σαν να κάνει framing την πόλη ή τον Βόσπορο. Δηλαδή είναι σαν να ξαναβλέπεις την πόλη ή τη θάλασσα μέσα από το μουσείο. Σαν να σε κλείνει σε σινεματική οθόνη, οπότε ξαναφιλτράρεις λίγο την αίσθηση της πόλης. Προφανώς εκεί μέσα άρχισα να φτιάχνω τις δικές μου θεωρίες. Κατέληξα στο “The Big Other” πριν διαβάσω για τον Λακάν και πριν έρθει στη ζωή μου αυτή η θεωρία, εμένα με ενδιέφερε πολύ ότι όταν μπαίνεις στο μουσείο, περνάς από την πολύ πυκνή πλευρά της Κωνσταντινούπολης, από το κέντρο της ευρωπαϊκής Κωνσταντινούπολης και εισχωρώντας βλέπεις ήδη ότι η άλλη πλευρά είναι μόνο νερό. Οπότε είναι σαν να μπαίνεις σε μια μύηση. Περπατάς στο μουσείο και βγαίνεις από την μπροστά πλευρά, όπου είναι ο Βόσπορος, όπου ουσιαστικά γίνεσαι ένα με το νερό και ηρεμείς. Είναι σαν να περνάς από μια μύηση, μια εμπειρία, μια τελετουργία και βγαίνεις σ’ αυτό και μετά είσαι χαλαρός και ηρεμείς. Είδες έργα τέχνης αν σε ενδιέφεραν, μπορεί να μίλησες και με ανθρώπους του μουσείου και βγαίνοντας είσαι μόνο εσύ και το νερό. Είναι μια μετάβαση για μένα. Άρχισα να φτιάχνω, θα το πω λογοτεχνικά, θα το πω κινηματογραφικά μια δομή, μια αφήγηση. Ενός ανθρώπου ή ενός επισκέπτη, ο οποίος μπαίνει από τον θόρυβο, από την πυκνότητα, περνάει από μια διαδικασία αναμνήσεων κοιτώντας πίνακες και με τα όποια συναισθήματα βγαίνει σε αυτήν την κάθαρση όπου είναι το νερό. Στην ταράτσα του κτιρίου πάνω έχουν 20 εκατοστά νερό, σαν πισίνα, το οποίο όπως το βλέπεις συνδέεται το νερό του κτιρίου με τον Βόσπορο και είναι σαν να είναι προέκταση το νερό του ενός με του άλλου. Οπότε είναι σαν το μουσείο ουσιαστικά να ανήκει μεταξύ των κτιρίων της πόλης και του νερού. Έφτιαξα μια αφήγηση για το “The Big Other”, η οποία έχει να κάνει με την πρόσφατη εμπειρία μου, επειδή έχω ξεκινήσει ψυχανάλυση από τον Νοέμβριο που μας πέρασε.

Α, εκεί έρχεται ο κύριος Λακάν αντί να πιάσεις Γιουνγκ και Φρόυντ πήγες κατευθείαν στα λακανικά τα δύσκολα.

Πήγα όπου με πάει η ζωή, όπως ξεκίνησα τις συνεδρίες μου. Έχω αρχίσει ψυχανάλυση για πάρα πολλούς προσωπικούς λόγους, αλλά το ότι κάνω κυρίως ψυχανάλυση έχει να κάνει με το ότι ψάχνω ουσιαστικά να επαναδομήσω τον εαυτό μου, γι’ αυτό είναι μια μεγάλη διαδικασία.

Παύση. Το κοινωνικό μήνυμα της συνεντεύξεως: Όλοι χρειαζόμαστε ψυχανάλυση.

Μπα, όχι, ψυχοθεραπεία χρειάζονται οι περισσότεροι. Ψυχανάλυση δεν ξέρω ποιος χρειάζεται, γιατί θεωρώ ότι αν μπεις με πολλά τραύματα, τα οποία πρέπει να λύσεις δεν πας σε ψυχανάλυση, γιατί όπως λέει κι ο ψυχαναλυτής μου, σε εισαγωγικά οι υγιείς ξεκινούν ψυχανάλυση, διότι τα αποτελέσματα που βλέπεις δεν είναι καθόλου άμεσα. Αναλύεις μόνος σου μιλάς, μιλάς, μιλάς. Έτσι και για έναν δημιουργό που θέλει να μπει σε διαδικασία ετών ανάλυσης που εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι πολύ αναλυτικός άνθρωπος. Κάθομαι με τους φίλους μου σε ένα καφέ και λέω ωραία, ας αναλύσουμε και λένε Δημήτρη, μα τόση ώρα μιλάμε; Ναι, αλλά δεν ήταν οργανωμένο. Τώρα θα αναλύσουμε και όλη μας τη φάση, ας πιούμε ένα ποτό. Έτσι για μένα θέλω να πιστεύω ότι άλλαξε και αλλάζει και τη φύση του έργου μου γενικά η ψυχανάλυση.

Θ’ αλλάξει και εσύ θα αλλάξεις και το έργο σου θα αλλάξει.

Ελπίζω. Οπότε σκέφτηκα ότι η όλη διαδικασία στο μυαλό μου, μπαίνοντας σε μία πλατφόρμα που έχει να κάνει με τον χρόνο και βγαίνοντας από την άλλη πλευρά, βλέποντας όλους αυτούς τους πίνακες – έργα τέχνης, είναι σαν μια πύλη, σαν ένα παράθυρο που σε οδηγεί κάπου. Κάθε πίνακας γενικά, δηλαδή ζωγραφικής και έργου τέχνης. Είναι σαν να περπατάς με ένα χρονοδιάγραμμα στο μουσείο και έρχονται μέσα αναμνήσεις και συνειρμοί και όνειρα. Έτσι είναι η δομή του έργου μου, όπου στο τέλος καταλήγεις να αφήνεις το δέρμα σου πίσω σαν φίδι που αλλάζει και να μεταμορφώνεσαι σε κάτι άλλο, το οποίο για μένα το “The Big Other” είναι πάρα πολλά πράγματα. Είναι καταρχάς η μύηση για τον άλλο μας εαυτό, για αυτό που μεταμορφωνόμαστε ουσιαστικά σε κάτι. Το “The Big Other” έχει να κάνει με τον Θεό που είναι το Big Other που ορίζει τη ζωή μας σαν ιερό στοιχείο. Έχει να κάνει πάρα πολύ με τον έρωτα και τη λίμπιντο που πάλι μας ορίζει λίγο ως ανθρώπους. Έχει να κάνει λοιπόν με όποια δύναμη ή όποια πλευρά είναι μεγαλύτερη από εμάς ή επιθυμούμε να φτάσουμε προς τα εκεί. Σε μία από τις συνεδρίες που ανέλυα το έργο μου, γιατί και για αυτό κάνω ψυχανάλυση για ν’ αναλύω τα έργα μου, προφανώς τον «εκμεταλλεύομαι» φουλ τον ψυχαναλυτή με καλό τρόπο για να παίρνω ιδέες, μου ανέφερε το The Big Other. Μόλις το άκουσα, πριν γνωρίσω τη θεωρία, είπα περίμενε λέω αυτός είναι ο τίτλος του έργου μου. Αυτό είναι. Ακόμα αν σκεφτείς και το έργο της Κωνσταντινούπολης που είχε να κάνει με τους πρόσφυγες που είχα κάνει πέρυσι και το ιερό στοιχείο που είχα βάλει μέσα για την προσευχή πάλι ένα The Big Other είναι. Να φτάσουμε στην άλλη πλευρά, να εξιλεωθούμε και να σωθούμε. Γι’ αυτό και η μουσική μου και το έργο μου, γενικά η εργογραφία μου έχει να κάνει πάντα με τις μεγάλες έννοιες, γιατί μάλλον αυτό με παρακινεί εμένα να γράψω για τη μικρότητα της δικιάς μας ύπαρξης μπροστά σε κάτι μεγάλο. Ε, και όπως διάβαζα για τον Λακάν δηλαδή, θεωρώ ότι είναι αντιστρόφως ανάλογη η δικιά μου πορεία του έργου αυτού από τη θεωρία του Λακάν. Ο Λακάν διάβαζα ότι έλεγε ότι όσο ξεκινάει ένα παιδί και γεννιέται στην αρχή, δεν υπάρχει ο Big Other, δεν υπάρχει ο μεγάλος άλλος μέσα του. Είναι πιο ελεύθερο το παιδί και σιγά σιγά καταλαβαίνεις κοινωνικά μεγαλώνοντας…

…μας βάζει αυτή την παγίδα ο μεγάλος άλλος.

Ακριβώς. Οπότε εγώ ξεκινάω με το να μπεις μέσα σε αυτό από την Κωνσταντινούπολη και να βγεις σαν παιδί… Γι’ αυτό και πρώτη φορά στη ζωή μου έκανα ένα πείραμα μουσικό, το οποίο δεν θα τολμούσα να κάνω με ορχήστρα. Ξεκινάω το έργο με την κορύφωση. Φουλ – μπαμ! Δηλαδή σαν να είναι τραγωδία και ξεκινάς με τον φόνο. Γιατί, σκέφτηκα μπαίνοντας μέσα εκεί από τη φασαρία της Κωνσταντινούπολης, θα το δώσω όλο το υλικό και μετά όλη η μελωδία, όλο το μουσικό και το αισθητικό υλικό της κορύφωσης το αποδομώ σιγά σιγά και γίνεται θεϊκό στοιχείο. Υπάρχει ένα ερωτικό τραγούδι μέσα, μια ανάμνηση έρωτα που βάζω τζαζ μέσα με οθωμανικά στοιχεία και αρχίζει και διαλύεται αυτό. Λιώνει, λιώνει, λιώνει και μένει ένα απόσταγμα στο τέλος που είναι μεταμορφωμένη η κορύφωση σε μία προσευχή. Έχει μια πορεία, ξεκινάει από τα χαμηλά του πιάνου, τα μπάσα και στα 20 λεπτά του έργου σιγά σιγά μεταμορφώνεται και τελειώνει στα πολύ ψηλά. Είναι σαν να πέρασες από το μουσείο, τα είδες όλα και βγήκες σε μια καθαρτική κατάσταση, η οποία είναι πολύ λιτή, αλλά είναι το ίδιο υλικό από την κλιμάκωση στην αρχή. Κάπως έτσι το φτιάχνω το έργο. Θα δούμε.

Στο μυαλό μου δεν ξέρω αν ήσουν παιδί θαύμα, αλλά μύστης είσαι με μία έννοια. Το πας τελετουργικά, τουλάχιστον τα δύο έργα που άκουσα, ένιωσα αυτό που λέμε την κατάνυξη, παγανιστικά τη λατρεία ας πούμε.

Ναι, ναι, με ενδιαφέρει πολύ το θεϊκό στοιχείο. Δεν είμαι θρησκευόμενος, γι’ αυτό με ενδιαφέρουν πάρα πολλές πτυχές της ζωής.

Όποτε δηλαδή θα έχει μέσα αυτή η σύνδεσή σου και τζαζ στοιχεία.

Έχω βάλει πρώτη φορά πολύ πειραματισμό. Θεωρώ ότι ο πειραματισμός στους καλλιτέχνες γίνεται στη μικρή κλίμακα. Γιατί πρέπει να σκεφτόμαστε τη δουλειά και με διπλωματική διάσταση. Δεν μπορείς να πας με μία πολύ μεγάλη ορχήστρα και να ριψοκινδυνεύσεις να κάνεις κάτι που θέλεις να δοκιμάσεις, γιατί μπορεί να μην σου πετύχει. Το κάνεις σε μικρή κλίμακα σε ένα μικρό φιλμ, σε ένα σκηνοθέτη, σε έναν πίνακα, σε σκίτσα ένας ζωγράφος. Σε ένα κομμάτι για πιάνο, εκεί έχεις τη δυνατότητα το κόστος αποτυχίας να είναι μικρότερο. Οπότε εκεί μπορείς να δοκιμάσεις πολλά πράγματα. Έχω την κορύφωση για αρχή που είναι κάτι πολύ καινούργιο για μένα και πρώτη φορά βάζω τρία όνειρα μέσα στο έργο, τρεις συνειρμούς, τρεις θεματολογίες. Ο ένας είναι μια προσευχή ουσιαστικά που είναι μεταξύ προσευχής και ουτοπίας. Το άλλο είναι ένα ερωτικό κομμάτι τρίλεπτο και το άλλο είναι η ανάμνηση του χρόνου και της παιδικής ηλικίας και της οικογένειας. Άρχισα να βάζω ένα περίεργο, απλό τζαζ, πολύ αργό, που δένει μαζί με στοιχεία ανατολής και οθωμανικής μουσικής κλασικής που δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό ακριβώς. Είμαι μεταξύ του να το παρουσιάσω ή είναι ντροπιαστικό και θα είναι πολύ cheesy που λέμε στα αγγλικά. Θα είναι πολύ κλισέ, αλλά από την άλλη τους δίνω αυτή την εντύπωση για τρία λεπτά ότι μαλακώνει και μετά τους ξαναφέρνω στον κορμό του έργου, οπότε έτσι δικαιολογείται να βάλεις αυτό το guilty pleasure μέσα.

Η σύνθεσή σου πόση διάρκεια θα ‘χει;

20 λεπτά είναι. 60 είναι η διάρκεια όλης της παρουσίασης, επειδή θα έχω και λόγο.

Εμείς αυτή τη σύνθεση στην Ελλάδα δεν θα τη δούμε, αλλά θα «παγιδευτεί» στο χρονοντούλαπο του YouTube.

Έτσι φαίνεται. Ευελπιστώ να τη φέρω σε κάποιο μουσείο που μπορεί να φιλοξενήσει τη σύγχρονη τέχνη. Αλλά η Ελλάδα είναι λίγο αργή και θα μπορούσε να είναι λίγο πιο γρήγορη. Το καλλιτεχνικό στερέωμα της Κωνσταντινούπολης, είναι πραγματικά άκρως επαγγελματικό, με πολύ μεγάλο όραμα και πολύ μεγάλη θέληση για διεθνείς σχέσεις. Επίσης θεωρώ ότι οι δύο μου δουλειές στην Κωνσταντινούπολη είναι οι δύο μου συνεργασίες με την πιο ισχυρή αίσθηση φιλοξενίας που έχω αντιμετωπίσει ως καλλιτέχνης.

Τώρα αυτό έχει άλλη βαρύτητα όταν το λέει ένας άνθρωπος που η έδρα του είναι το Λονδίνο.

Ναι, η φιλοξενία των Τούρκων είναι πραγματικά απίστευτη και με το προηγούμενο έργο που με κάλεσαν εκεί για καιρό. Τους ενδιαφέρει πολύ να καταλάβεις την κουλτούρα τους, να σε φιλοξενήσουν. Δεν υπάρχει αυτή η δυτική καπιταλιστική στεγανότητα, είναι εγκάρδιοι άνθρωποι στο να συνδεθούν μαζί σου, οπότε μόνο καλό μπορεί να φέρει αυτό το πράγμα. Θεωρώ δηλαδή ότι έχουν να μας διδάξουν πολλά από την Κωνσταντινούπολη στα ιδρύματα και τα μουσεία για το πώς λειτουργούμε στην Ελλάδα. Δεν έχουν ξαναφέρει συνθέτη να γράψει έργο, οπότε μαζί ψάχναμε να το βρούμε. Εγώ με το να δουλέψω με ένα μουσείο, αυτοί με το να δουλέψουν με έναν συνθέτη. Το ψάξαμε πολύ, ο ένας ο curator, ο οποίος «οδηγεί» και το πρότζεκτ ήρθε στην Επίδαυρο πέρυσι στις Βάκχες που έκανα με το Εθνικό. Ήρθε να τις δει. Τους ενδιαφέρει και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Έχει και μεγάλη σημασία ότι έχεις κατακτήσει να είσαι σε αυτή την ηλικία που είσαι και να σου δίνεται η δυνατότητα να δημιουργείς.

Ναι, αυτό που λες είναι πολύ ωραίο όντως. Νομίζω ότι κάνω ό,τι θέλω.

Ποιο είναι το όνειρο για τον κάθε καλλιτέχνη; Να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.

Γενικά θεωρώ ότι όλο και λιγοστεύει στις μέρες μας η ηθική στάση απέναντι στο όραμά σου, όλο και λιγοστεύει και έχει κόστος αυτό. Δεν έχω γράψει ούτε μία νότα, ούτε ένα τέταρτο που να μην θέλω. Πάντα γράφω ό,τι θέλω. Τώρα αυτό πετυχαίνει δεν πετυχαίνει …κάποια έργα τα έχω κλείσει στο ντουλάπι δεν θέλω να το ξαναδώ, κάποια είμαι πολύ χαρούμενος που τα έχω γράψει. Αλλά είναι πολύ ωραίο να κάνεις αυτό που θες, αυτό που λες και κάπως να νιώθεις ότι είσαι πιστός σε αυτό που κάνεις. Ξέρεις υπάρχει αυτή η ιδέα ότι πρέπει να κάνεις γνωριμίες. Γνωριμίες μπορείς να φτιάξεις, βγες εκεί έξω, επικοινώνησε αν έχεις κάτι να πεις, θα έρθουν οι άνθρωποι γύρω σου, αλλά πρέπει να το επικοινωνήσεις. Σαν να έχεις ένα εστιατόριο, δεν μπορείς να φτιάξεις το μενού και να το έχεις σπίτι. Πρέπει να το βγάλεις προς τα έξω λοιπόν, αλλά θέλει να παραμείνεις πιστός στο όραμά σου, αλλιώς θα είσαι έρμαιο των παραγωγών και του εμπορικού.

Πάντως το κάνεις να ακούγεται πολύ εύκολο.

Δεν κάνεις ποτέ διακοπές και κάνεις πάντα διακοπές. Αυτό είναι η ζωή των καλλιτεχνών. Δηλαδή ήμουν στην Ανάφη, χόρευα για δύο βδομάδες σαν τρελός. Ξέρεις πόσες ιδέες μου ήρθαν εκεί; Στις 7 η ώρα το πρωί που χορεύαμε. Και μπορεί να καθόμουν δέκα λεπτά να σκεφτόμουν το έργο και μετά πάλι να χόρευα. Έχω μάθει με την εμπειρία και αυτό μου πήρε πάρα πολλά χρόνια συγκριτικά με όσα τελοσπάντων δουλεύω έτσι, να μπορώ να μπαινοβγαίνω ανάμεσα στους δύο πόλους της ζωής μου, μεταξύ του να χορεύω ποπ και να γράφω το έργο μου αστραπιαία, σε δευτερόλεπτα. Ξέρεις και τώρα επειδή θα κάνω και την ομιλία, γιατί το Βρετανικό Συμβούλιο θα έχει κλείσει να κάνω μια ομιλία πριν το έργο και με Q&A και είμαι σίγουρος θα με ρωτήσουν πόσο χρόνο πέρασα στην Κωνσταντινούπολη και πώς ξεκίνησα να γράφω στην Κωνσταντινούπολη, θα τους πω «Δεν έχω κάνει ούτε μια νότα στην Κωνσταντινούπολη. Δεν έχω γράψει τίποτα, δεν έκανα τίποτα. Έτρωγα πατσά, κεμπάπ, έπινα ποτά και καθόμουν στον δρόμο στην Ιστικλάλ». Καθόμουν ειλικρινά, έπινα μπύρες, ουίσκι, ρακί, αλλά το μυαλό μου λειτουργούσε. Ένα βράδυ περπατούσα στην Ιστικλάλ, την Ερμού της Κωνσταντινούπολης. Μου ήρθε ο ήχος από το κεντρικό θέμα του έργου. Εκεί περπατούσα βράδυ, μία ώρα, δύο το βράδυ. Θυμάμαι έναν καθηγητή που μας δίδασκε φιλοσοφία της μουσικής στη Σκωτία, όταν σπούδαζα που μας είπε η καλύτερη συμβουλή που έχω να σας δώσω, ειδικά τους δημιουργούς: long walks. Περπατήστε πολύ. Απλά περπατήστε και λες τώρα ως φοιτητής τι μας λέει δηλαδή ο τύπος; Πες μας να κάνουμε δουλειά. Και μετά παρατηρείς πόσο δίκιο έχει και πως αν αφήσεις τον εαυτό σου έχει να κάνει με την ψυχανάλυση. Πόσο θα μουδιάσεις τελικά με το να πεις εμπειρίες, να μοιραστείς ώστε το ασυνείδητό σου να αρχίσει λίγο λίγο να μαλακώνει και να σου βγει ένα ποτάμι πληροφοριών και αισθήσεων και αναμνήσεων. Έτσι πρέπει να κάνεις και με το σώμα σου. Πρέπει να ζεις τη ζωή σου έχοντας ανοίξει ή προσπαθώντας να ανοίξεις τον εαυτό σου, ώστε να ‘ρθουν ερεθίσματα και μια στιγμή θες να σου έρθει μια ιδέα. Μια στιγμή εκεί που κάθεσαι και τρως ένα κεμπάπ στον δρόμο και είσαι μεθυσμένος ή σε ένα πιάνο δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε, μπορεί και σε ένα πιάνο και να πεις: Αχ ρε συ, αυτό είναι το έργο.

Αυτό ήταν τέλειο για κλείσιμο που είπες, μα σκέφτομαι τώρα τι να γράψω στο εισαγωγικό της συνέντευξης. Νιώθω πως πρέπει να γράψω ο Δημήτρης Σκύλλας δεν φοβάται να πει ότι πίνει, ξενυχτάει με τους φίλους του χορεύοντας ποπ και απολαμβάνει τη ζωή του. Χαλάς την πιάτσα είσαι από τους τύπους που ενώ το είδος της μουσικής σου πρεσβεύει το καθωσπρέπει εσύ το σπας αυτό.

Μου ‘χουνε πει διάφορα, αλλά χαλάς την πιάτσα είναι πρώτη φορά που μου το λένε, πολύ ωραίο.