Ένα western δωματίου που μετατρέπει τον μύθο της Αμερικής σε σκοτεινό καθρέφτη της εποχής μας. Ο Γιώργος Βουρδαμής σκηνοθετεί τη Νοχαβελάνδη του Γιάννη Αποσκίτη, μια μαύρη φάρσα για την απληστία, τη μοναξιά και τον πολιτισμό που εμπορεύεται τα ίδια του τα τραύματα. Σε ένα ράντσο εκτροφής βισόνων στην Ντακότα, τα φαντάσματα της αποικιοκρατίας και του θεάματος συναντούν την παράνοια της σύγχρονης κατανάλωσης.

Εμείς μιλήσαμε με τον Γιώργο Βουρδαμή για το πέρασμα από την υποκριτική στη σκηνοθεσία, για τη Νοχαβελάνδη του Γιάννη Αποσκίτη και για τη σκληρή εποχή που ζούμε· μια εποχή όπου η Άγρια Δύση μοιάζει να επιστρέφει μεταμφιεσμένη στην καθημερινότητά μας:

Η «Νοχαβελάνδη» είναι η πρώτη σας σκηνοθετική απόπειρα. Τι σας οδήγησε να περάσετε από την υποκριτική στη σκηνοθεσία;

Είχα την πρώτη μου αρχή το καλοκαίρι με την παράσταση Ιώ: στο Βουνί των μεγάλων θεών στο πλαίσιο του Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός, αλλά ναι, ήταν οι πρώτες απόπειρες. Νομίζω ότι με οδήγησε η ανάγκη για μία άλλη μορφή δημιουργικότητας. Πιο περίπλοκη, πιο απαιτητική, σε περισσότερους τομείς και με περισσότερους συνεργάτες. Η αναζήτηση της δημιουργικής μου φωνής σε μια άλλη σχεδόν τέχνη. Η αγάπη μου από πάντα για τη σκηνοθεσία και τα κείμενα. Το απωθημένο. Το πλήρωμα του χρόνου. Ε, και μια απερισκεψία.

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε στο κείμενο του Γιώργου Αποσκίτη; Πώς συνομιλήσατε μαζί του πάνω στην τελική μορφή του έργου;

Ο κόσμος του Γιάννη Αποσκίτη έχει μια παιδική υπερδύναμη, μια ευφυΐα, μια αμερικάνικη ταχύτητα, μια γεύση από θρίλερ και μια ανακατωσούρα -ίδιον της εποχής μας- μέσα σε μια στιβαρή δραματουργία. Το έργο γράφτηκε για εμάς. Συζήτησα με τον Γιάννη την ιδέα και τον κόσμο της παράστασης, είδε έναν πρώτο πρώιμο αυτοσχεδιασμό της ομάδας τρεις μήνες πριν τις πρόβες και είπε: “ΟΚ, το ‘χω. Είναι στα ενδιαφέροντά μου”. Δεν δουλέψαμε πάνω σε άπειρα ντραφτ, αλλά και λόγω συνθήκης, τελικά πήρα ένα κείμενο που μου είπε “τώρα είναι δικό σου. Πρέπει και εγώ να αντέξω να το κάνεις χάλια ή άλλο από αυτό που φαντάζομαι. Είναι και αυτό μια διαδικασία που πρέπει να περάσω. Οπότε πάρ’το και κάν’το ό,τι θες…” και η αλήθεια είναι πως το έκανα ό,τι ήθελα… (λόγω προετοιμασίας δικής του παράστασης δεν έχει δει πρόβες και την εξέλιξη του έργου του… θα τη δει επί σκηνής!).

Πώς θα περιγράφατε το δικό σας βλέμμα πάνω στο υλικό – ποιο ήταν το πρώτο «κάδρο» που είδατε μέσα σας για να ξεκινήσει η σκηνοθεσία;

Δεν είμαι σίγουρος ποια ήταν τα αρχικά ερεθίσματα, ποιο ήταν το πρώτο κάδρο που ξεκίνησα να βλέπω. Άρχισα μια έρευνα για την Αμερική, τα γουέστερν, την εποχή και τα δικά μου αντικρίσματα σε όλα αυτά, με αποτέλεσμα ν’ αποπροσανατολιστώ σε σχέση με το έργο για πολύ καιρό. Νομίζω ότι άρχισε να καθαρίζει ο κόσμος της παράστασης φανταζόμενος ένα μπλέντερ. Ένα μίξερ. Την εποχή μας σε κομματάκια να γυρνάνε γύρω γύρω. Εκκινώντας από τον Μπιουνγκ Τσουλ Χαν και τη σκέψη του για τις κοινωνίες της πειθαρχίας και της επίδοσης, αναζητώ να βρω τον διπλό καταστροφικό εαυτό μας σε μια εποχή ταχύτητας και εξάντλησης. Θύματα και θύτες, αποικιοκράτες και ιθαγενείς, καουμπόηδες-ινδιάνοι-τραπεζίτες, ονειροπόλοι και φονιάδες. Είμαστε έρμαια σε παγίδες που έχουν στηθεί χωρίς να το καταλαβαίνουμε, σε παγίδες που βάζουμε εμείς οι ίδιοι, στη συνήθεια και στην ανάγκη ύπαρξης παγίδων. Σε ένα αδιέξοδο κατακτητικότητας και απόλυτης παραίτησης ταυτοχρόνως. Κατανάλωσης και αδυναμίας βίωσης. Κατάθλιψης και υστερίας/μανίας.

Το έργο τοποθετείται σε ένα ράντσο εκτροφής βισόνων στην Ντακότα – ένα σκηνικό σχεδόν μυθικό, αλλά και φρικτά ρεαλιστικό. Τι σημαίνει για εσάς αυτό το τοπίο;

Το έργο διαδραματίζεται σε ένα βιομηχανικής κλίμακας σφαγείο βισόνων. Στην Αμερική. Στη χώρα που όλα είναι δυνατά. Στη χώρα της ελευθερίας. Της άγριας δύσης, των καουμπόηδων, του αμερικάνικου ονείρου και της παγκοσμιοποίησης. Πιθανόν ο Τζον Λοκ μιλώντας για την ανακάλυψη της Αμερικής και των ιθαγενών της και την απαρχή των ανθρώπινων κοινωνιών, να αναφώνησε “Αρχικά, όλος ο κόσμος ήταν Αμερική”. Για τον 20ο αιώνα που πέρασε καθώς και για την εποχή μας, η φράση αυτή ισχύει με άλλο νόημα. Η “Αμερική” είναι παντού. Πάλι εδώ φανερώνεται μια αντιπαράθεση. Της άγριας φύσης και της αγριότητας του ανθρώπινου πολιτισμού. Η “άγρια δύση” είναι η κυριολεξία του κόσμου μας.

Η ινδιάνικη κατάρα λειτουργεί ως μεταφορά, ως σχόλιο για την αποικιοκρατία ή και ως μηχανισμός τραγικότητας. Πώς τη διαβάσατε εσείς;

Θα απαντούσα ως μηχανισμός τραγικότητας. Είναι αυτό που δεν καταλαβαίνουμε. Αυτό που έχουμε ξεχάσει να σεβόμαστε. Είναι η εκδίκηση της φύσης. Αυτού που μας υπερβαίνει. Στο βιβλίο Η νύχτα των Ινδιάνων – Ένας λόγος του 1855 (Μτφ.: Αλόη Σιδέρη) ο αρχηγός Σιαλτ καταλήγει λέγοντας: Όταν ο τελευταίος ερυθρόδερμος θα έχει εξαφανιστεί από την επιφάνεια αυτής της Γης και η ανάμνηση των δικών μου θα έχει γίνει μύθος ανάμεσα στους λευκούς ανθρώπους, αυτές οι όχθες θα μυρμηγκιάζουν από τους αόρατους νεκρούς της φυλής μου και, όταν τα παιδιά των παιδιών σας θα νομίζουν πως είναι μόνα μέσα στους κάμπους, μέσα στα μαγαζιά, μέσα στα εργαστήρια, στους δρόμους ή στη σιωπή αδιαπέραστων δασών, δεν θα είναι όπως νομίζουν. Σ’ όλη τη Γη δεν θα υπάρχει μέρος όπου να μπορούν να βρουν τη μοναξιά. Τη νύχτα, όταν στα χωριά μας και στις πόλεις μας θ᾽ απλώνεται σιωπή και σεις θα τις νομίζετε έρημες, οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από πλήθη νεκρών που θα επιστρέφουν στα ωραία μέρη που κατείχαν άλλοτε και ακόμα συνεχίζουν ν’ αγαπούν. Ο λευκός άνθρωπος ποτέ δεν θα είναι μόνος.

Υπάρχει μέσα στο έργο μια έντονη αίσθηση μοναξιάς. Θεωρείτε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πιο μόνος από ποτέ;

Έχουν διαρραγεί οι κοινότητες και οι τόποι συλλογικών συναντήσεων. Δεν ξέρω αν είναι πιο μόνος από ποτέ. Αλλά προσωπικά, για να μη γενικεύσω, νιώθω πολύ μόνος. Με αδυναμία συσχέτισης, με πολλούς φόβους, με διαλυμένες κοινωνικές σχέσεις, με ανυπαρξία ελευθερίας, ελπίδας και πάντα στο τρέξιμο. Και μιλάω από το μετερίζι του καλλιτέχνη που παρόλες τις πρακτικές δυσκολίες, κάνω την τρέλα μου και περνάω τη ζωή μου “εναλλακτικά”. Οι πόλεις είναι απάνθρωπες, αφύσικες. Οι δουλειές μας ένα ανερμάτιστο εξαντλητικό παζλ επιβίωσης που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας χωρίς ανατροφοδότηση. Γύρω μας υπάρχει τόση βία και καταστροφή… και έχω μάθει ή συνηθίσει να ξεκουραζόμαστε σε ατελείωτα scrolling αντί να ξεκουράζομαι συναντώντας άλλους ανθρώπους.

Είχατε στο μυαλό σας συγκεκριμένους ρόλους-αρχετυπικά σύμβολα π.χ. τον τζογαδόρο ως τύπο της απώλειας, την πορνοστάρ ως παραμορφωμένη επιθυμία;

Όχι. Και η αλήθεια είναι πως στην παράσταση δεν υπηρετούν τις ταυτότητές τους ακριβώς. Είναι ζωάκια κλεισμένα σε κλουβί. Είναι φορείς των παλιών τους ιδιοτήτων. Είναι πιο πολύ θραύσματα χαρακτήρων, κράματα ταυτοτήτων παρά ρόλοι ή σύμβολα.

Η σκηνική γλώσσα της παράστασης – φως, ήχος, κίνηση – τι ρόλο παίζει; Σκεφτήκατε τη σκηνή σαν ένα λούνα παρκ, όπως περιγράφεται;

Υπεκφεύγω και θα πω πως δεν έχω ιδέα. Σίγουρα δομικά υπάρχει μια μεγάλη ενασχόληση με την κίνηση και τον χορό. Προσπαθούμε να βρούμε άλλον έναν δραματουργικό άξονα στο σώμα που δεν ακολουθεί ακριβώς τη δραματουργία του κειμένου. Συνομιλεί παράδοξα μαζί του. Δουλεύουμε μια περίεργη σχοινοβασία μεταξύ ρεαλισμού, παράλογου και φόρμας που δεν είμαι σίγουρος πού θα καταλήξει. Είναι πάντως και αυτό ένα κράμα. Ένα μπλέντερ χωρίς πολύ νόημα πέρα από αυτό της λειτουργίας του. Της σύνθλιψης. Μια παραβολή για την κενότητα, ένα ξόδεμα.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο σκηνοθετικό ρίσκο που πήρατε σε αυτή τη δουλειά;

Αποφάσισα να μείνω ανοιχτός μέχρι τελευταία στιγμή ως προς το τι θα είναι αυτή η δουλειά, γιατί θεώρησα ότι έτσι θα υπηρετήσω καλύτερα το υλικό. Έτσι ακροβατούμε μέχρι τώρα ως προς το αποτέλεσμα. Επίσης επί σκηνής είμαστε τρεις ηθοποιοί και μια χορεύτρια που αυτό από μόνο του θέτει πολλά ερωτήματα ως προς τον τρόπο συσχέτισης.

Διαβάζω για το ερώτημα που θέτει το έργο: «Τι απομένει να κατακτήσουμε όταν έχουμε κατακτήσει τα πάντα;», ποια είναι η δική σας απάντηση;

Δεν μένει κάτι μάλλον. Κυνηγάμε με διάφορους τρόπους να νικήσουμε τον θάνατο, αλλά είμαστε ηττημένοι από χέρι πάνω σε αυτό, όταν γίνεται μανία, ανάγκη κυριαρχίας, αθανασία. Ίσως αυτό που μένει σε μια ρομαντική ανάγνωση, να είναι το αντίκρισμα. Να κατακτήσει ένα ανθρώπινο πλάσμα ένα άλλο και τον λίγο χρόνο ζωής που έχει η γη και εμείς τον ακόμα λιγότερο πάνω της. Να κατακτήσουμε την ηρεμία. Την παύση. Το σταμάτημα.

Ιnfo παράστασης:

Νοχαβελάνδη | Θέατρο 104