«Αχ μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας». Έτσι ξεκινάει το δελτίο τύπου της παράστασης «Πέρσες» του Αισχύλου σκηνοθετημένη από τον Χρήστο Θεοδωρίδη που είναι και η πρώτη του φορά που σκηνοθετεί για το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Αυτή τη φράση που πολύ μου αρέσει, την ένιωσα όταν αρχίζοντας η παράσταση συνειδητοποίησα ότι η χρήση μικροφώνων ήταν περιορισμένη. Στην αρχή έμπαιναν μέσα στην ορχήστρα ένας – ένας τα μέλη του Χορού κι έπειτα μπήκαν ως πλήθος και γίνανε ένα σώμα. Στην αρχή φορώντας καθαρά ρούχα – καθημερινά κι όσο περνούσε η ώρα γέμιζαν χώμα. Η κίνηση τους θα πω δίχως υπερβολή ότι με κέρδισε, οι χορογραφίες ήταν καταπληκτικές που πάταγαν πάνω σε μουσική με δυνατό το μπιτ. 17 μέλη είχε αυτός ο Χορός κι ήταν όλη την ώρα επί σκηνής, παρόν δίχως να ‘ναι στιγμή υπερβολικός ή μήπως ως θεατής υπερβάλω; 

Οι Πέρσες του Αισχύλου από την πρώτη φορά που τους είχα διαβάσει με είχανε ως αναγνώστη κερδίσει. Μου ‘χε κάνει μεγάλη εντύπωση η αίσθηση που μου προκαλούσαν, μια αίσθηση οξύμωρη. Έπρεπε ως Έλληνας να χαίρομαι με τα δεινά των εχθρών μου μα τους λυπόμουν, ένιωθα την ήττα τους σαν να τανε δικιά μου κι ας τους είχαμε νικήσει ιστορικά τότε στην Σαλαμίνα. Το άλλο μαγικό με αυτό το έργο είναι ότι είναι η αρχαιότερη ακέραια σωζόμενη τραγωδία, το 472 π.Χ. γραμμένη που δεν βασίζεται σε μύθο αλλά σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Το μεγαλείο αυτού του έργου ως κείμενο είναι επίσης ότι λειτουργεί ως καταγραφή.

Ο Αισχύλος ήτανε πολεμιστής στη Σαλαμίνα και τον Μαραθώνα, άρα αυτόπτης μάρτυρας. Έχασε και τον αδελφό του στη μάχη κι αντί να γράψει θριάμβους για τη νίκη των Ελλήνων επέλεξε τον δρόμο τον υψηλό. Επιλέγει να στήσει το έργο του στην αυλή του εχθρού υποχρεώνοντας τους Αθηναίους θεατές να κοιτάξουν κατάματα τον πόνο που προκάλεσαν στους ηττημένους. Δεν πανηγυρίζει, δεν γλεντά, δεν προκαλεί ύβρη καμιά. Διδάσκει το εκεί που ήσουν ήμουνα και κει που είμαι θα ‘ρθεις. Ο θάνατος είναι θάνατος κι ο πόνος μιας μάνας είναι πόνος είτε βρίσκεσαι στην Αθήνα είτε στα Σούσα. 

Είμαστε στα Σούσα, στην πρωτεύουσα της Περσικής Αυτοκρατορίας και η βασιλομήτωρ Άτοσσα και ο Χορός των γερόντων περιμένουν τα νέα με αγωνία από την τεράστια εκστρατεία του βασιλιά Ξέρξη κατά των Ελλήνων. Ο λαχανιασμένος αγγελιαφόρος κάνει την αγωνία τους έναν θρήνο για την ολοκληρωτική καταστροφή του στόλου τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Μέσα στην απόγνωσή τους ως και το πνεύμα του νεκρού Δαρείου επικαλούνται και ερχόμενος για λίγο ξανά ανάμεσα στους ζωντανούς καταδικάζει την ύβρη και την αλαζονεία του γιου του που θέλησε όλη την πλάση να διαφεντέψει. Επιστρέφει στον κάτω κόσμο ο πατέρας, επιστρέφει και ο ηττημένος και ταπεινωμένος πια Ξέρξης, και ένας συλλογικός θρήνος ολοκληρώνει το έργο του Αισχύλου.

Ο Αισχύλος μας διδάσκει ένα μάθημα χρήσιμο για όλους, η δύναμη ο πλούτος με την αλαζονεία προκαλούν την ύβρη κι όλα τα δεινά. Ήθελες Ξέρξη μέγα βασιλιά -που κυριαρχούσες της Ασίας- την ξηρά να κάνεις περίπατο πάνω στον Ελλήσποντο και να δαμάσεις τη θάλασσα; Κολύμπα τώρα μέσα στο αίμα και άκου τις κραυγές της ήττας σου. Αθηναίοι και ’σείς επίσης μην ξιπάζεστε με τη νίκη σας, δείτε τι έπαθε ο Ξέρξης κι αν του μοιάσετε στον καθρέφτη της δημοκρατίας σας τα ίδια θα πάθετε και ’σείς. Καμία αυτοκρατορία δεν είναι ανίκητη, όταν χάνει το μέτρο και την ανθρωπιά της και καμία δημοκρατία επίσης. Η δύναμη κρύβεται στην ελευθερία και στη συλλογική ευθύνη κι όχι στην τυφλή υποταγή σ’ έναν ηγέτη ακόμη κι αν ο ηγέτης είναι δημοκράτης. 

Αυτά ως προς την ωφέλιμη ιστορική αναδρομή αλλά ας επανέλθω στο παρόν και σε αυτό που βίωσα ως θεατής βλέποντας τους Πέρσες στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Μου άρεσε πολύ η προσέγγιση του Χρήστου Θεοδωρίδη στο έργο ειδικά σε ό,τι αφορά τον Χορό και την ορθή του χρήση. Με συνεπήρε πολύ η μουσική του Jeph Vanger, γιατί είχε μπιτ και θα τολμήσω να πω δίχως να κάνω συγκρίσεις ότι μπορεί και ν’ άγγιξε λίγο από το μεγαλείο του Γιάννη Χρήστου που έγραψε τη μουσική για τους θρυλικούς Πέρσες που σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν το 1965. Παρένθεση: Επισκεφθείτε το ΕΜΣΤ που έχει την έκθεση ΕΝΑΝΤΙΟΔΡΟΜΙΑ για κείνον και θα δείτε και τις παρτιτούρες για την παράσταση και μπορείτε ν’ ακούσετε τον ήχο του. Ο Γιάννης Χρήστου, ένας μουσικός φιλόσοφος και πρωτοπόρος που πέθανε νωρίς αλλά κατάφερε να συνθέσει – από διηγήσεις που ’χω ακούσει και έχω διαβάσει – μουσική για τους Πέρσες με μεταφυσικά χαρακτηριστικά.

Ένιωσα μουσικά και χορογραφικά από την Ξένια Θεμελή αυτή τη μέθεξη, το μεταφυσικό, το απόκοσμο ειδικά στην χορογραφία επίκλησης του Δαρείου. Ο Χορός εκτός ορχήστρας στο βάθος, μακριά μας σήκωνε σκόνη. Πολλή σκόνη. Η σκόνη κυριάρχησε στην παράσταση. Τα ρούχα που σχεδίασε η Τίνα Τζόκα σταδιακά άσπριζαν, όπως μαύριζαν οι ψυχές του Χορού που δεν ήταν γερόντων αλλά νέων με καθημερινά, σε λιτές γραμμές, ρούχα.

Το σκηνικό είχε ένα καρεκλάκι από αυτά τα δίχως πλάτη, τ’ αναδιπλούμενα. Το φως κυριαρχούσε της Ιωάννας Αθανασίου και του Τάσου Παλαιορούτα κι ειδικά αυτή η κόκκινη γραμμή φωτός που έφερνε μέσα από φαντάσματα νεκρών ή ηττημένων βασιλιάδων. Είχε και παύσεις δυνατές η παράσταση που μου άρεσαν. Παύσεις όμως που γέμισαν κι από τον βήχα θεατών. Πολύς ο βήχας κι ένιωθα λες κι ήμουν σε πόλεμο εν καιρώ κόβιντ και υπό αυτή την σκέψη πολύ περίεργα εμένα μου λειτούργησε.

Η Άτοσσα – Μαρία Ναυπλιώτου σαν να ‘ταν αποστασιοποιημένη, σαν να ‘ταν μια βασίλισσα που δεν ξέρει να χάνει, σαν να έλεγε τα λόγια της, τα όνειρά της, τα δεινά της και να έφευγε. Ναι, διαλυθήκαμε, ηττηθήκαμε αλλά πάω ν’ αλλάξω κι έρχομαι. Ο Δαρείος – Δημήτρης Καταλειφός σαν να ‘ρθε από τον κάτω κόσμο σε άλλο έργο με την απίστευτη τέχνη του στον λόγο να μας διδάξει εκφορά. Η χρήση μικροφώνου σ’ εκείνον το έκανε ακόμη πιο απόκοσμο. Η χρήση μικροφώνων σε αυτή την παράσταση έδινε ποιότητες, γιατί ο Χορός ήταν δίχως μικρόφωνα. Μικρόφωνο από τον Χορό φορούσε μόνο εκείνος που τραγούδησε την επίκληση στον νεκρό Δαρείο. Κάποια στιγμή στάθηκαν μπρος στο μικρόφωνο μέλη του Χορού και η Άτοσσα να πουν κάτι ακόμα, και ο υπερβολικός ΑγγελιαφόροςΣταύρος Σβήγκος στάθηκε με την τόσο υψηλή ένταση της φωνής του να κουράζει στ’ αυτιά μου. Ο Ξέρξης – Αναστάσης Ροϊλός ξεσκισμένος στο τέλος μπήκε ηττημένος και αδιάφορος με τον Χορό να τον ρωτούν που είναι ο τάδε και ο τάδε στρατηγός και πολεμιστής που πια είναι νεκροί. 

Επέστρεψα στην Παλαιά Επίδαυρο σκεπτόμενος πόσο εύστοχη βρήκα την προσέγγιση του Χρήστου Θεοδωρίδη στον Χορό. Τα κοστούμια, η κίνηση και η μουσική λειτούργησαν και ξεχώρισαν· θα ήθελα, όμως, σε αρκετά σημεία να είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Για παράδειγμα, να είχε τον Jeph Vanger επί σκηνής μαζί με έναν ντράμερ, δημιουργώντας μια πραγματική drum and bass συνθήκη. Μου άρεσε που το μικρόφωνο, δεν ήταν προϋπόθεση. Αντίθετα, οι φωνές του Αγγελιαφόρου, λειτούργησαν μόνο όταν συνέπιπταν με τις σειρήνες του πολέμου. Δεν αναζητούσα ουρλιαχτά, αλαλαγμούς πένθους και τρέλα στη φωνή, αλλά σοκ παύσεις και θυμό. Ήθελα και οι φωνές όλων των μελών του Χορού να ήτανε πιο καθαρές, πιο δυνατές, πιο «επιδαύριες». Προτιμούσα την αποστασιοποίηση της Άτοσσας και όχι εύκολες λύσεις του να το φέρεις το έργο στο σήμερα αναφέροντας και κάποια ονόματα ανθρώπων από διάφορες χώρες του πλανήτη που έδωσαν τη ζωή τους σε μάταιους ή μη αγώνες.

Το παραδοσιακό μοιρολόι της Θράκης «Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς» που ακούστηκε και οι σειρήνες που ηχούσαν κάποιες στιγμές μου ήταν αρκετά. Κι αυτά που έγραψα ήταν πιστεύω αρκετά για τους Πέρσες που παρακολούθησα. Δεν με πιάνει και ύπνος σε λίγες ώρες ξημερώνει κι ακούω το κύμα από το δωμάτιο και οι φωνές του κόσμου που πια κοιμάται κάνουν παύση. Η παύση η γεμάτη, η ηχηρή σιωπή, η δράση και η αντίδραση με σοφή αποστασιοποίηση πάντα σκέψη και εικόνες προκαλούν. Όχι εικόνες ήττας απαραίτητα μα μήτε νίκης. Αυτά έχουν οι πρώτες φορές είτε είναι η πρώτη φορά που φιλάς είτε που κάνεις έρωτα είτε που ανεβαίνει παράστασή σου στην Επίδαυρο το θέμα δεν είναι η νίκη ή η ήττα, το θέμα είναι να κάνεις την κάθε σου φορά να είναι σαν να ‘ναι η πρώτη σου φορά ξανά και ξανά. Πως κάνει κι ο λαός μας εδώ και αιώνες κάθε φορά που χάνει; Εκπλήσσεται σαν να ‘ταν η πρώτη του φορά, αντιδρά σπασμωδικά μα τα ίδια λάθη ξανακάνει. Και θα τα ξανακάνει, γιατί το μάθημα του Αισχύλου μπορεί να το κατανοούμε μα στην ουσία μας δεν το ασπαζόμαστε, απλά απευχόμαστε να ‘μαστε οι χαμένοι.