Στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, έναν από τους κεντρικούς χώρους του 13ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου, τίποτα πλέον δεν θυμίζει όλα όσα έγιναν πριν από λίγες ημέρες. Τα ξύλινα σπίτια που φιλοξενούσαν λειτουργίες του, οι αφίσες, οι φωτογραφίες, τα τραπεζάκια έξω για τις παρέες, όλα έχουν δώσει και πάλι τη θέση στους στην κανονικότητα. Η γιορτή έλαβε τέλος. Μέχρι την επόμενη φορά που τα γρανάζια της ομάδας των Κρητικών – μιας παρέας ερωτευμένων με τη μεγάλη οθόνη – θα ξαναπάρουν μπρος για την επόμενη διοργάνωση.
Το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων, με τις προβολές, τις συναντήσεις, τις ομιλίες, μοιάζει να ανανεώνει αυτόν τον άρρητο δεσμό – το πάθος μιας πόλης που βλέπει ταινίες με πάθος. Οι δώδεκα ημέρες του 13ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων ήταν μια γιορτή όχι μόνο για την έβδομη τέχνη, αλλά και για την ίδια την πόλη. Στις αίθουσες προβλήθηκαν 334 ταινίες από όλο τον κόσμο, πραγματοποιήθηκαν δεκάδες masterclasses και συζητήσεις, ενώ κατά τη διάρκεια ολόκληρης της χρονιάς εκατοντάδες παιδιά γνώρισαν τον κινηματογράφο – άλλοτε ως θεατές, άλλοτε ως μικροί δημιουργοί που ανακάλυπταν τη δύναμη τα εικόνας για να αφηγηθούν μια καλή ιστορία.
Πριν από κάθε προβολή, ένα σύντομο βίντεο μάς θύμιζε τον αγώνα του παλαιστινιακού λαού, μια συμβολική πράξη ευθύνης αλλά και υπενθύμισης πως το σινεμά δεν είναι ποτέ αποκομμένο από τον κόσμο.


Οι Χανιώτες και το χειροποίητο πάθος για το σινεμά
Στον πρώτο όροφο του Πνευματικού Κέντρου Χανίων, η έκθεση «Αφίσες Χειροποίητες» του Κώστα Μαυρακάκη θύμιζε πως η αγάπη των Χανιωτών για το σινεμά είναι κάτι βαθιά προσωπικό, φτιαγμένο με κόπο, μεράκι και αφοσίωση. Οι τοίχοι γεμάτοι από αφίσες διαφορετικών δεκαετιών, με το πρόγραμμα του Δημοτικού Κινηματογράφου «Κήπος» καθεμία κι ένα μικρό τεκμήριο μνήμης, ένα ίχνος της πόλης που έμαθε να βλέπει τον κόσμο μέσα από την κινούμενη εικόνα.
Η ιστορία του Μαυρακάκη ξεκινά το 1974, όταν γίνεται μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Χανίων και αργότερα της επιτροπής επιλογής ταινιών για τον Δημοτικό Κινηματογράφο «Κήπος», ίσως τον πρώτο θερινό κινηματογράφο της Ελλάδας. Από τα χέρια ιδιωτών, ο «Κήπος» πέρασε τη δεκαετία του ’80 στον Δήμο Χανίων, ο οποίος, ευτυχώς, εμπιστεύθηκε τη διαχείρισή του σε ανθρώπους που είχαν το βλέμμα στραμμένο αποκλειστικά στην τέχνη. Από το 1982, ο Μαυρακάκης αναλαμβάνει μόνος του την επιλογή και την παρουσίαση των ταινιών. Η προσέλευση του κοινού, ιδιαίτερα μετά το 1987, είναι εντυπωσιακή – περίπου 27.000 εισιτήρια μέσα σε τέσσερις μήνες λειτουργίας. Αυτή η επιτυχία γεννά μια νέα ανάγκη: την έγκαιρη ενημέρωση του κόσμου για το πρόγραμμα προβολών. Έτσι γεννιέται η ιδέα της αφίσας.
Η χειροποίητη αφίσα θα αποδειχθεί καθοριστική για την επιτυχία του Δημοτικού Κινηματογράφου «Κήπος». Σε κάθε μία από αυτές, ο Μαυρακάκης κατάφερε να χωρέσει δεκάδες τίτλους, συνολικά πάνω από 1.400 ταινίες φιλοξενήθηκαν στις αφίσες του. Μια ζελατίνα με ράστερ γράμματα, μικρά ορθογώνια, κείμενα γραμμένα σε γραφομηχανή και κολλημένα με κόλλα, ώσπου τα δάχτυλά του να χάσουν την αφή τους, όπως θυμάται ο ίδιος χαμογελώντας. Η έκθεση τον τιμά προσωπικά, αλλά ταυτόχρονα φωτίζει μια ολόκληρη εποχή: εκείνη που στάθηκε προπομπός του σημερινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων. Γιατί ο «Κήπος», με τις χειροποίητες αφίσες του και τη ζεστασιά του κοινού του, υπήρξε το πρώτο μεγάλο μάθημα συλλογικότητας, και πίστης στην τέχνη του σινεμά.

Ο Παντελής Βούλγαρης και η τρυφερή καρδιά του ελληνικού σινεμά
Από τις χειροποίητες αφίσες του «Κήπου» ως τις σύγχρονες προβολές του Φεστιβάλ, η πορεία των Χανίων με το σινεμά είναι μια ιστορία συνέχειας και πίστης. Αυτή η ιστορία βρήκε τη φυσική της κορύφωση στη τιμητική βραδιά για τον Παντελή Βούλγαρη, έναν δημιουργό που υπηρέτησε την έβδομη τέχνη με τρυφερότητα, συνέπεια και βαθιά ανθρωπιά.
Ο Βούλγαρης, συγκινημένος, μίλησε για τη δική του σχέση με τα Χανιά – έναν τόπο που, όπως είπε, «Δεν ξεχνά ποτέ να αφουγκράζεται». Αναφέρθηκε στα χρόνια και στις συνεργασίες του στην Κρήτη, στη δύναμη των ανθρώπων και των ιστοριών που τον εμπνέουν, αλλά και στο πώς ο κινηματογράφος παραμένει ένας τρόπος να κρατάς ζωντανές τις φωνές του παρελθόντος.






«Τα Χανιά είναι ένας τόπος που ξέρει να θυμάται», είπε, «κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο που μπορεί να έχει ένας τόπος σήμερα». Η βραδιά δεν ήταν απλώς μια αναδρομή σε μια σημαντική φιλμογραφία – από τα Πέτρινα Χρόνια και τη Μικρά Αγγλία μέχρι το Τελευταίο Σημείωμα – αλλά μια συνάντηση γενεών που αναγνωρίζουν στο έργο του Παντελή Βούλγαρη ένα κοινό βλέμμα πάνω στον άνθρωπο και τη μνήμη. Κάθε λέξη του κουβαλούσε τη γαλήνη της εμπειρίας και τη σοφία ενός ανθρώπου που εξακολουθεί να κοιτά τον κόσμο με ταπεινότητα και αγάπη. Στην κατάμεστη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου και στο πρόσωπο του σπουδαίου Παντελή Βούλγαρη, τιμήθηκε η ίδια η πίστη στη δύναμη του κινηματογράφου.
Στην ομιλία του, ο Παντελής Βούλγαρης δεν μίλησε μόνο για τον κινηματογράφο, αλλά για τη ζωή μέσα από τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε συγκινημένος, με τη σκέψη στραμμένη στον Διονύση Σαββόπουλο, τον πολυαγαπημένο του φίλο και συνεργάτη που έφυγε λίγες μέρες νωρίτερα: «Είχα σημειώσει τα λίγα λόγια για απόψε από την προηγούμενη Κυριακή, αλλά έφυγε ο Διονύσης Σαββόπουλος, πολυαγαπημένος φίλος και συνεργάτης, και το μυαλό μου είναι κοντά του… Το φευγιό του μετράει πολύ, και θα μετρήσει ακόμη περισσότερο στα ρηχά του καιρού».
Από εκεί, ο λόγος του κύλησε σαν κινηματογραφική αναδρομή στις αγκαλιές μιας ζωής – με πρόσωπα, ανθρώπους της τέχνης που τον συντρόφεψαν: «Αγκαλιάστηκα με τον Θανάση Βέγγο, με τον Μάνο Χατζιδάκι, με τον Διονύση Σαββόπουλο, με την Έλλη Λαμπέτη, την Άννα Καλουτά, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Θάνο Μικρούτσικο, την Αλέκα Παΐζη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Νίκο Κούνδουρο, τον Μάνο Κατράκη, τη Σωτηρία Λεονάρδου… ευλογημένες, συναρπαστικές, αλησμόνητες υπάρξεις. Αγκαλιάστηκα με κόσμο της πιάτσας του σινεμά, της τέχνης γενικά που συνεχίζει ακόμα και στις μέρες μας να δουλεύει με πείσμα, με πολύ ταλέντο, με πολλή δουλειά. Μιλώ για τη Θέμιδα Μπαζάκα, τον Δημήτρη Καταλειφό, τον Σταύρο Ξαρχάκο, την Άννα Βαγενά, τον Σταμάτη Σπανουδάκη, τον Γιώργο Αρμένη, τον Γιώργο Πανουσόπουλο, τον Νίκο Καβουκίδη, τον Περικλή Χούρσογλου, τον Μανώλη Μητσιά, τον Γιάννη Ιακωβίδη, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, τον Μιχάλη Αεράκη και πόσους ακόμα». Κι έπειτα, πέρα από τους μεγάλους, θυμήθηκε τους ανθρώπους της «πιάτσας» του σινεμά, εκείνους που συνεχίζουν να δουλεύουν με πείσμα και ταλέντο, με το ίδιο μεράκι που τον συνοδεύει εδώ και δεκαετίες. «Όχι δημοσιοσχεσίτικες ψεύτικες αγκαλιές, αλλά ειλικρινείς – του ενθουσιασμού όταν πετυχαίναμε κάτι συναρπαστικό, της συμπαράστασης όταν τα πράγματα στράβωναν».
Μίλησε με ευγνωμοσύνη για τους θεατές, για το βλέμμα που ολοκληρώνει μια ταινία, για τις δεκάδες αληθινές αγκαλιές που τον συνδέουν με την Κρήτη και τους ανθρώπους της. Θυμήθηκε τα Πέτρινα Χρόνια και το πλήθος συγγενών και φίλων που γέμισε το δικαστήριο της σκηνής στην Κάρυστο, αλλά και το Τελευταίο Σημείωμα, που γυρίστηκε στις φυλακές του Ιτζεδίν – «μια εμπειρία δεμένη με νήματα ακριβών συναισθημάτων, σεβασμού, συντροφικότητας, ομαδικής υπόκλισης στη δύναμη της ιστορίας και της μνήμης».
Η βραδιά συνέπεσε και με την κυκλοφορία του βιβλίου “Παντελής Βούλγαρης – Μίας ζωής ταινίες” (εκδόσεις Πυξίδα, επιμέλεια Γιάννης Γροσδάνης), μιας έκδοσης που συγκεντρώνει πενήντα χρόνια δημιουργικής πορείας μέσα από κείμενα, φωτογραφίες και μαρτυρίες.

Κι ύστερα, μ’ ένα χαμόγελο, θυμήθηκε τι σημαίνει μεράκι: «Το μεράκι είναι να εξαντλήσεις όλες τις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν ζημιά σε κάτι που επιθυμείς. Ακόμα και στην ανθρώπινη σχέση. Δηλαδή ένα φιλάκι στην Ιωάννα (Καρυστιάνη) όλα τα κάνει πέρα». Στο τέλος, μοιράστηκε μια σκέψη που συνοψίζει ίσως όλη του τη φιλοσοφία: «Όταν τίθεται ένα ερώτημα, η απάντηση έρχεται λίγο καθυστερημένα από αυτόν που οφείλει να πάρει θέση. Και αυτό το κενό – η στιγμή που δεν απαντάς αμέσως – είναι αυτό που κάνει τον θεατή να ενεργοποιηθεί. Σαν να είναι κι εκείνος κάπου μέσα στην ταινία».
Πριν μας αποχαιρετήσει, ο Παντελής Βούλγαρης, συγκινησιακά φορτισμένος, έκλεισε τη βραδιά με μια φράση που έμεινε να αιωρείται στην αίθουσα σαν υπόσχεση: «Να βλέπετε κινηματογράφο. Να αναζητάτε το βλέμμα των νέων κινηματογραφιστών». Μια φράση που αν μη τι άλλο δείχνει το μεγαλείο ενός ανθρώπου και γνωρίζοντας βαθιά τη δύναμη της εικόνας, περνάει με γενναιοδωρία τη σκυτάλη σε εκείνους που τώρα ξεκινούν να αφηγούνται τον κόσμο με τη δική τους ματιά. Κι έτσι, μέσα στον πλούτο των ταινιών που είχα την τύχη να δω τις τελευταίες ημέρες του φεστιβάλ, ξεχώρισα μερικές προβολές που με συγκίνησαν, με τάραξαν, με έβαλαν σε σκέψεις· ταινίες που, όπως και η φράση του Βούλγαρη, μου θύμισαν γιατί αγαπάμε το σινεμά.
Οι εικόνες που μένουν
Κάθε φορά, φεύγοντας από την αίθουσα, είναι δύσκολο να εστιάσεις σε ένα και μόνο θέμα. Βγαίνω πλημμυρισμένη από εικόνες, από φωνές, από ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους. Ωστόσο, ανάμεσα στις δεκάδες προβολές των τελευταίων ημερών που πρόλαβα να δω, υπήρξαν ταινίες που με συγκίνησαν, άλλες που με ξάφνιασαν. Ορισμένες από αυτές αναγνωρίστηκαν και από το ευρύτερο κοινό, λαμβάνοντας βραβεία κοινού στις κατηγορίες τους – αποδεικνύοντας πως το βλέμμα του θεατή παραμένει ανήσυχο και διεισδυτικό.
Ξεχώρισα τις «Άδικες διαδρομές» του Γιώργου Λογοθέτη· μια ταινία που, πίσω από τη φαινομενική απλότητα των διαδρομών ενός επαγγελματία οδηγού, κρύβει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Για τον ίδιο, κάθε επιβάτης είναι ένας καθρέφτης – κάθε διαδρομή, μια θεραπευτική συνεδρία. Μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων που μπαίνουν στο αυτοκίνητό του, φωτίζονται μικρές πτυχές της κοινωνίας: τοξικές σχέσεις, εκφοβισμός, χειριστική συμπεριφορά, υπαρξιακές αγωνίες. Κάθε διαδρομή και μια ξεχωριστή συνάντηση, κάθε διαδρομή και μια ιστορία για τις αποστάσεις που μας χωρίζουν ή/και μας ενώνουν ταυτόχρονα.

Ανάμεσα στις πιο αναπάντεχες στιγμές του φεστιβάλ, το μικρού μήκους animation “Holy Shit” των Ταξιάρχη Δεληγιάννη και Βασίλη Τσιουβάρα. Μια σάτιρα για την Αθήνα που μεταλλάσσεται βίαια, για να χωρέσει την υπερβολή του τουρισμού, μέχρι που το ίδιο της το σώμα – η πόλη – εκρήγνυται. Πίσω από τον σαρκασμό και την αισθητική του χάους, υπάρχει μια προειδοποίηση για την αλλοίωση των τόπων και των ανθρώπων, για το πώς το «φαίνεσθαι» καταπίνει το «είναι».
Και τέλος, η ταινία «Το Δόντι και ο Βράχος» του Κωστή Αλεβίζου· μια ιστορία που επιστρέφει στον τόπο για να μιλήσει για τη μεταμόρφωση και την απώλεια. Η Μαργαρίτα και ο πατέρας της, επιστρέφοντας στην Πύλο, βρίσκουν έναν τόπο αγνώριστο, βουτηγμένο στη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη. Μέσα από αυτή την αλλαγή, ξεπηδά ένα άλλο, πιο βαθύ ερώτημα: τι σημαίνει ανήκω κάπου όταν ο τόπος σου αλλάζει πιο γρήγορα από σένα; Το καλοκαίρι, ο ήλιος, οι τουρίστες, ο ίσκιος του πλάτανου – όλα γίνονται σκηνικά μιας μάχης για τη διατήρηση της μνήμης και της παράδοσης.
Το ντοκιμαντέρ «Ο Έρωτας στα χρόνια της γιαγιάς μου» της Ζωής Σταυρίδη-Μιχαλοπούλου, ανοίγει μια μικρή χαραμάδα στον κόσμο των γυναικών μιας γενιάς όχι και τόσο μακρινής – εκείνων που έμαθαν να αγαπούν μέσα στη σιωπή. Πώς βίωναν τον έρωτα, τόσο τη ρομαντική όσο και τη σωματική του διάσταση, σε μια εποχή γεμάτη περιορισμούς και άγραφους κανόνες; Μέσα από τις αφηγήσεις, τα βλέμματα και τις παύσεις των πρωταγωνιστριών, η σκηνοθέτις υφαίνει έναν ευαίσθητο ιστό από αναμνήσεις και μικρές αποκαλύψεις, αναδεικνύοντας τη βαθιά τρυφερότητα και τη δύναμη αυτών των γυναικών. Κάθε τους κίνηση μοιάζει να κουβαλά τις χαρές και τις ενοχές μιας εποχής που τώρα μοιάζει μακρινή, αλλά είναι ακόμη μέσα μας.

Και ύστερα, η «Al Amal (A journey of hope)» του Thomas Kunstler, ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ κινουμένων σχεδίων που γεννήθηκε μέσα σε έναν καταυλισμό προσφύγων στη Λέσβο. Δημιουργημένο από τους ίδιους τους ανθρώπους του καταυλισμού, ακολουθεί την ιστορία του Orhan, ενός Κούρδου που έφυγε από τον πόλεμο το 2013 με την οικογένειά του, αναζητώντας ασφάλεια στην Τουρκία – μόνο για να ανακαλύψει πως η ειρήνη παραμένει ένα μακρινό όνειρο. Η ταινία, λιτή και συγκλονιστική, αποπνέει ανθρώπινη αλήθεια και ελπίδα, αποδεικνύοντας πως το σινεμά μπορεί να γεννηθεί ακόμα και μέσα από τα πιο σκληρά περιβάλλοντα, μια πράξη αξιοπρέπειας και αντίστασης.
Και τέλος, η «Επιστροφή στην Πατρίδα» της Χρύσας Τζελέπη και του Άκη Κερσανίδη, μια ταινία που επιστρέφει στα βάθη της μνήμης και στο συλλογικό τραύμα. Ένα έργο που μοιάζει περισσότερο με εσωτερική εξομολόγηση παρά με αφήγηση. Ο Titus Milech, ψυχίατρος που έχει ζήσει στη Μασσαλία, αποφασίζει να επιστρέψει στη γενέτειρά του, το Tübingen της Γερμανίας. Όμως, η επιστροφή του δεν είναι μια πράξη νοσταλγίας· είναι μια πορεία προς τη ρίζα του τραύματος. Ο ίδιος αρνείται να αυτοπροσδιοριστεί ως Γερμανός, κουβαλώντας το βάρος μιας ιστορίας που δεν έζησε αλλά τον καθόρισε – το συλλογικό έγκλημα του ναζισμού, τη σιωπή των επόμενων γενεών, τη δύσκολη σχέση με την ενοχή και την ευθύνη.
Καθώς περιπλανιέται στους τόπους της παιδικής του ηλικίας, ανάμεσα σε γνώριμα πρόσωπα και σκιές, αρχίζει να αναμετριέται με το ίδιο το νόημα της μνήμης. «Η γερμανική τρέλα» που επικαλείται ο ίδιος γίνεται το όχημα μιας προσωπικής κάθαρσης, μιας αποδοχής της Ιστορίας μέσα από το ατομικό βίωμα. Το παλιό του ημερολόγιο, γεμάτο μυστικά και φωνές από το παρελθόν, λειτουργεί σαν καθρέφτης της συνείδησης – ένας οδηγός προς τη συμφιλίωση, ή ίσως προς την οριστική απώλεια.

Σε κάθε κλείσιμο προβολής εμφανιζόταν στη μεγάλη οθόνη η φετινή αφίσα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων. Το κεντρικό της εικαστικό – πρόσωπα που ξεπροβάλλουν το ένα μέσα από το άλλο, σε πολλαπλά επίπεδα, κοιτάζοντας σε αντίθετες κατευθύνσεις – θεωρώ πως είναι άκρως επιτυχημένο. Μια εικαστική μεταφορά για την ίδια τη φύση του κινηματογράφου: πολλαπλές οπτικές που συνυπάρχουν, αντιφάσεις που φωτίζουν την ίδια ιστορία από διαφορετικές γωνίες. Όπως η κάμερα που κινείται και το κάδρο αλλάζει, έτσι κι εμείς, ως θεατές, βλέπουμε τον κόσμο να μεταμορφώνεται ανάλογα με τη θέση μας απέναντί του.
Νομίζω πως τελικά αυτό είναι ένα Φεστιβάλ Κινηματογράφου: μια άσκηση στο να βλέπεις αλλιώς. Να αναγνωρίζεις ότι κάθε ιστορία, όσο ξένη κι αν φαίνεται, είναι κομμάτι ενός μεγαλύτερου προσώπου που μας περιλαμβάνει όλους.
Ο Μίκης και ο Μάνος – Μια αρμονία από διαφορές
Πριν ολοκληρωθεί η φετινή διοργάνωση, μια ακόμη ιδιαίτερη στιγμή ήταν η ομιλία για τη συνάντηση του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Χατζιδάκι, δύο ανθρώπων που αντιπροσώπευσαν διαφορετικές εκδοχές της ελληνικότητας, αλλά μοιράστηκαν τον ίδιο πόθο για ενότητα και δημιουργία.
Όπως ανέφερε ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Αλλαμανής, «η πρώτη τους συνάντηση έγινε την άνοιξη του 1945, μέσα στην ΕΠΟΝ. Εκεί, ο νεαρός Μίκης διηύθυνε τη χορωδία και ο Μάνος συνόδευε ένα θεατρικό σύνολο. Από τότε, οι δρόμοι τους δεν χώρισαν ποτέ πραγματικά». Ο Αλλαμανής ανέσυρε «ξεχασμένες ιστορίες» από τη δεκαετία του ’70, μίλησε με νοσταλγία για τις ζωές δύο ταιριαστών ανθρώπων που διέφεραν περισσότερο απ’ όσο έμοιαζαν, αλλά συμπορεύονταν με βαθιά εκτίμηση.



Ανάμεσα στις αφηγήσεις και τις αναμνήσεις, ο πιανίστας Γιώργος Σαλτάρης έντυσε τη βραδιά με γνωστές μελωδίες που σφράγισαν μια ολόκληρη εποχή. Γνώριμα θέματα των δύο συνθετών διαμόρφωσαν ένα χαλί από ήχους με το κοινό συχνά να σιγοτραγουδάει στίχους αυθόρμητα, γλυκά.
Kάπου ανάμεσα στις νότες και στις αφηγήσεις, ένιωθες πως το σινεμά και η μουσική μοιράζονται την ίδια ουσία – και οι δύο σώζουν μνήμες που δεν πρέπει να ξεθωριάσουν. Φεύγοντας από τα Χανιά, σκεφτόμουν πόσο παράξενα λειτουργεί ο χρόνος μέσα σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου. Μερικές ημέρες γεμάτες εικόνες, πρόσωπα, ιστορίες, κι όμως στο τέλος μένει μια αίσθηση επιστροφής – στους ανθρώπους που συνάντησες, στους σκηνοθέτες που μίλησες, στους θεατές που συγκινήθηκαν πλάι σου. Και μιας πόλης που συνεχίζει να αγαπά τον κινηματογράφο ως τρόπο να υπάρχει. Φεύγω με αυτό το πιο όμορφο δώρο: την πίστη πως ο κινηματογράφος, όπως και η ζωή, είναι πάντα ένας τρόπος να επιστρέφεις σε εκείνα που σε κάνουν να καρδιοχτυπάς, σε εκείνα που νοηματοδοτούν τη ζωή και τη δημιουργία.

