Ο ποιητής Μάριος Χατζηπροκοπίου έκανε μεγάλη έρευνα για μήνες ώστε να γράψει το λιμπρέτο για την παράσταση Κουταλιανοί ή Το βάρος της ιστορίας. Σε αυτήν φωτίζονται στιγμές από τη ζωή των Κουταλιανών, όπως ονομάστηκαν οι Μικρασιάτες μασίστες σε διάφορες ιστορικές περιόδους και τα μυθικά ονόματα: Παναγής Κουταλιανός και ο απόγονός του Δημήτρης, ο Χάρης Καρπόζηλος και o Γιάννης Κεσκελίδης ή Σαμψών, ο γίγαντας του ελληνικού κατς «Αττίλιο» ή «Ασιάτης», υπάρχουν ακόμα στην ιστορική μας μνήμη.
Με τη «μουσικοεικαστική καντάτα» Κουταλιανοί ή Το βάρος της ιστορίας η Ομάδα Μουσικού Θεάτρου Ραφή επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την πρώτη αθηναϊκή παρουσίαση του έργου, σε συνεργασία με το μουσικό σύνολο Oros Εnsemble, τον συνθέτη Αποστόλη Κουτσογιάννη, τον ποιητή Μάριο Χατζηπροκοπίου και τον εικαστικό Πέτρο Τουλούδη.
«Αναρωτήθηκα αν είναι πρώιμοι περφόρμερς που, πέρα από κάθε αναπαράσταση και τρικ, έχουν ως μόνο υλικό τα σώματά τους», μοιράζεται στο ελc o Μάριος Χατζηπροκοπίου, «– και μάλιστα, χωρίς την προστασία των θεσμών της τέχνης, ξεβρασμένοι από το κράτος, διαθέσιμοι για θυσία».
Μιλήσαμε με τον Μάριο Χατζηπροκοπίου για τον θρυλικό βίο αυτών των προσώπων, πώς η ιστορία τους προσεγγίζει και με τι ματιά είδε ο ίδιος αυτούς τους «υπερανθρώπους» ή αλλιώς τους «γίγαντες με τα πήλινα πόδια»:
Από την έρευνά σου για τους «Κουταλιανούς», ποια είναι τα στοιχεία που ξεχώρισες και τα χαρακτηριστικά που εστίασες για να γράψεις το λιμπρέτο;
Στόχος μου ήταν να φωτίσω θραύσματα από τις ζωές των Κουταλιανών σε διάφορες ιστορικές περιόδους, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τη μεταπολεμική Ελλάδα. Με ενδιέφερε να αναδειχθεί αλληγορικά η μετάβαση από τον κόσμο του fin de siècle –ο Παναγής Κουταλιανός που ανδρώνεται στην πολυπολιτισμική Μικρά Ασία και εν συνεχεία περιπλανάται από τις Η.Π.Α. έως τη Λατινική Αμερική– στους αλλεπάλληλους εκτοπισμούς των αρχών του 20ού αιώνα, τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα στενά όρια του νεοελληνικού κράτους: ο απόγονος του Παναγή Δημήτρης Κουταλιανός-Μακρής, αλλά και όσοι άλλοι πλέον θα χαρακτηρίζονταν, λόγω της εξαιρετικής μυϊκής τους δύναμης, Κουταλιανοί, όπως οι πόντιοι πρόσφυγες Χάρης Καρπόζηλος και Γιάννης Κεσκελίδης ή νέος Σαμψών.
Θέλησα, λοιπόν, να ιχνηλατήσω στίγματα μιας νοερής διαδρομής: από το υπερπόντιο ταξίδι, τους κόνδορες των Άνδεων και τις πλατείες του Ρίο ντε Τζανέιρο στην προσφυγιά και το Μοναστηράκι· από την παγκόσμια φήμη και τη δύναμη της νιότης στο εύθραυστο σώμα του γήρατος – σε μια βαμμένη γενειάδα πρώην υπερήρωα που περιμένει κέρματα, πριν ταφεί στη λήθη.
Με αυτή την πρόθεση, κολύμπησα για μήνες σε αρχειακά νερά: στον Κόντογλου και τον Πετρόπουλο, αλλά και σε ρομάντζα εποχής, εικονογραφημένες αφηγήσεις, απομνημονεύματα, κυπριακές ριμάδες, άρθρα εφημερίδων, κάθε λογής καταγραφές, ταινίες φιξιόν και ντοκιμαντέρ. Από τον Παναγή ως τον ημίθεο Διγενή στον αντιήρωα Τζίμη τον Τίγρη – ή στον Τρομάρα, έξω απ’ τον Βερόπουλο. Βαθιά συγκίνηση ένιωσα διαβάζοντας τους Παλαιστές του δαιμόνιου Δημήτρη Καρακίτσου, που έγιναν κομβική αναφορά, γιατί ακριβώς δίνουν ανάγλυφο το θέαμα και το παρασκήνιο της λαϊκής πανήγυρης, αλλά και το ιδεολογικό/πολιτικό υπόβαθρο των επιδείξεων ρώμης, με έντονη την επίγευση της λησμονιάς, της παρακμής, του άδοξου τέλους. Από τους Παλαιστές μάλιστα άντλησα για τους στίχους: «Σπάγαν αλυσίδες, Λύγιζαν λοστάρια/ Απ’ τα χοντρά ρουθούνια ξεφύσαγαν φωτιές/ Τώρα παλιές σπασμένες τσατσάρες».
Εν πρώτοις όμως, ο θρύλος Παναγής Κουταλιανός. Αναρωτήθηκα: ποιες φωνές τον αναγγέλλουν και πώς; Είναι ο «Ανατολίτης»; Ο «διαβατικός»; Ο Οδυσσέας που –όπως στο Καθαρτήριο του Δάντη– μπαρκάρει ξανά, μετά τον νόστο; Ο ανυπόταχτος –«φτυστός […] Ρήγας Φεραίος»– που υποστηρίζει τον αγώνα των Μαπούτσε; Κανείς δεν τον γνωρίζει και όλοι μιλούν για αυτόν. Είναι ο ερχόμενος; Ο απών πρωταγωνιστής; Κρατώντας αυτά τα ερωτήματα ανοιχτά, θέλησα να αξιοποιήσω την πραγματική επί σκηνής συνθήκη: τα σώματα και τις φωνές δύο λυρικών τραγουδιστριών που, αντί να γίνονται –στερεοτυπικά– βορά του βλέμματος, στοχεύουν με μια κουήρ ματιά τον παλαιστή και εκφράζουν χειραφετημένα την επιθυμία τους – κάποτε με όπλα το παιχνίδισμα, την ειρωνεία, ή/και το κιτς. Όσο το έργο προχωρά, το θάμβος καταρρέει χάριν της ζωής – και ο πόθος δίνει μερτικό στην κατανόηση.
Κλειδί για το λιμπρέτο υπήρξε η γραφή του Νίκου Εγγονόπουλου: στο ποίημα Πολυξένη που ακούγεται –αυτούσιο και παραλλαγμένο– στην παράσταση, μας λέει για «το μήνυμα του Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτη,/ του Isidore Ducasse/ και του Παναγή του Κουταλιανού». Από την Πολυξένη, οδηγήθηκα στον Μπολιβάρ. Άκουσα και ξανάκουσα την ηχογράφηση με τη φωνή του ποιητή. Αυτό καθόρισε το ποίημα-ραχοκοκαλιά του έργου: ένας αντεστραμμένος Μπολιβάρ ως Παναγής· άνθρωπος-γεωγραφία, που εκτείνεται ως τη Γη του Πυρός και τους εκεί αντιαποικιακούς αγώνες, αλλά προέρχεται από τον Μαρμαρά, τους εδώ –προηγούμενους και τωρινούς– εκτοπισμούς.
Κι εγώ που γράφω, δεν βρίσκομαι, όπως ο Εγγονόπουλος, «στην κορφή του βουνού Έρε/ Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας» αλλά στο Βόρειο Αιγαίο, «στην ακτή της Εφταλούς./ Καλοκαίρι του δύο χιλιάδες εικοσιδυό./ Κομμάτια λάστιχο/ Ανάμεσα στα βράχια. Σιδεριές σκουριασμένες/ από βάρκες που εξόκειλαν. Το 2015. Το 2019. Πριν λίγες ημέρες. Αύριο». Λίγα μίλια μακριά από την Παλαιστίνη.
Η ιστορία πώς προσεγγίζει τους Κουταλιανούς; Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι;
Οι πηγές που έχουμε στα χέρια μας θολώνουν την εικόνα μεταξύ θρύλου και Ιστορίας. Περισσότερο από μια ανατομία της πραγματικότητας, με ενδιέφερε, με άξονα όσα αναφέρω παραπάνω, να εξερευνήσω το –διαρκώς τρεμάμενο– άνυσμα μεταξύ βεβαιότητας και πιθανότητας. Έτσι, το διάγραμμα της μακροϊστορίας, εντός του οποίου εκτυλίσσεται η καντάτα, εισδύει στα μικροσυμβάντα ως κρουστός ήχος. Πρόκειται για τη βία της διπλωματικής γλώσσας («Θέλουσιν αποβάλει την ιθαγένειαν…. Θέλουσιν αποκτήσει την υπηκοότητα…»), για το αναπόδραστο του συντελεσμένου («Άρθρον 3 Άρθρον 11 Άρθρον 7»), για τις τσεκουριές τοπωνυμίων και ημερομηνιών («18.10. 1912. 30.1.1923. 1.5.1923. Μαγνησία. Μάλγαρα. Εκινλίκ. Κορδελιό»).
Ποιοι ήταν όμως «αυτοί οι άνθρωποι»; Όταν δεν αγιογραφούν –και όσο προχωράμε προς το σήμερα–, οι πηγές αποκαλύπτουν την αθέατη πλευρά των παλαιστών-ηρώων: την προετοιμασία τους για το σόου, τον ίλιγγο της θεαματικής υπέρβασης, αλλά και τους κινδύνους και το τίμημα. Λέει ο Σαμψών: «το αίμα δεν είναι μπογιά, δεν είναι ζωγραφιά, δεν είναι έβδομη τέχνη. Είναι αν θα πεθάνεις ή θα ζήσεις». Αναρωτήθηκα αν είναι πρώιμοι περφόρμερς που, πέρα από κάθε αναπαράσταση και τρικ, έχουν ως μόνο υλικό τα σώματά τους – και μάλιστα, χωρίς την προστασία των θεσμών της τέχνης, ξεβρασμένοι από το κράτος, διαθέσιμοι για θυσία. Σκέφτομαι επίμονα το διήγημα του Κάφκα «Ένας καλλιτέχνης της πείνας» – κάπως έτσι θα τους περιέγραφα. Ένα πάντως μπορώ να πω με σιγουριά: οι «μασίστες των δικών μας πόλεων» αντιστρέφουν το βλέμμα –οι ιστορίες τους δεν μιλούν τόσο για τους ίδιους αλλά και, κυρίως, για το κοινό τους.
Τι είναι μετά από αυτό το έργο πλέον οι Κουταλιανοί για σένα προσωπικά.
Την άνοδο και την πτώση του σώματος. Και τις όποιες δυνατότητες μνήμης.
Το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου για τον Κουταλιανό, ήχησε στ’ αυτιά σου όταν άκουσες για το έργο; Υπάρχει κάτι από αυτό που συναντάμε ως σύνδεση με τη λαϊκή μουσική ιστορία;
Μεγάλωσα με το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ξεκινώντας, ήταν στοίχημα να μπορέσω να απαγκιστρωθώ, ώστε να γράψω για πληθυντικούς Κουταλιανούς. Παρόλα αυτά, οι γνωστοί στίχοι δεν έπαυαν να ηχούν στα αυτιά μου: μεταξύ ύμνου και ελεγείας, δόξας και συμπόνοιας. Κι αυτό το «μεταξύ» νομίζω πως ενσωματώθηκε στο έργο – έστω ως απόηχος
Μοιράσου μαζί μας κάποιες στροφές που απολαμβάνεις να ακούς κατά την εξέλιξη του έργου.
«Απ’ τις συσπάσεις των μυών σκαμμένο πρόσωπο/ Απ’ τα ιώδια ο Σαμψών, γυμνό κεφάλι
Από τις πέτρες πέντε πόντους κόντυνα/ Με πιάνει ίλιγγος Μου έρχεται ζάλη
Περνούν αμάξια απ’ το θώρακά μου/ Τρυπάν στομάχι Σπάν’ τα πλευρά μου
Ο κόσμος στην πλατεία διψά για νούμερα/ Διψά για δόντια που τραβάν οχτώ αυτοκίνητα»
[Μοιράστηκε μαζί μας και σκόρπιους στίχους:
-Παναγή, είσαι ωραίος σαν αντίδοτο
-Είσαι ωραίος σαν ετοιμοθάνατος
-Είσαι ωραίος σαν νόστος
-Παναγή, είσαι ωραίος σαν καμπαναριό
-Παναγή, είσαι ωραίος σαν ρυτίδα
-Είσαι ωραίος σαν ξεφωνητό νεογέννητου.
-Παναγή, είσαι ωραίος σαν στάχτη]
Πες μου λίγα λόγια για τη μέχρι τώρα πορεία σου και τι οραματίζεσαι για την καλλιτεχνική σου δημιουργία.
Στη δουλειά μου, επιχειρώ να συνδέσω τη γραφή, τη φωνή και το σώμα. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η «ατομική έκφραση» αλλά η έρευνα, η επεξεργασία και ο μετασχηματισμός των υλικών. Με απασχολεί πώς να ενσωματώσω –αλλά και να ειπωθώ μέσα από– πολλές φωνές. Ό,τι γράφω πάντα πρώτα ηχεί στα αυτιά μου – συχνά στην αρχή άναρθρο. Αυτή η ακουστική σχέση με τη γλώσσα με οδηγεί στη ζωντανή της επιτέλεση: είτε μέσα από τη δική μου φωνή είτε, όπως στη συγκυρία των Κουταλιανών, μέσα από τις φωνές των άλλων. Αντίστοιχα κινούμαι στη μεταφραστική μου πρακτική – όπως γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ, ίσως περισσότερο από συγγραφέας να είμαι ηθοποιός: «υποχρεώνω την αλλότρια ανάσα να μου κρατά συντροφιά στο κείμενο».
Κοντολογίς, είμαι ωτακουστής: τα κείμενά μου τα χρωστώ σε άλλες φωνές –που άκουσα, διάβασα, ή φαντάστηκα–, οπότε η εκ νέου μοιρασιά τους από ένα σύνολο –εμού απόντος– είναι οργανική προέκταση. Είναι ένα είδος δικαιοσύνης. Έγραψα το βιβλίο Τοπικοί Τροπικοί (εκδ. Αντίποδες, 2019) με στόχο, μεταξύ άλλων, να ερευνήσω τις φωνές της γενιάς μου –ό,τι και αν σημαίνει αυτό– μαζί με τις φωνές των προγόνων, να δοκιμάσω αν επουλώνεται το τραύμα, εστιάζοντας όχι στη ρήξη αλλά στην επανόρθωση. Έθεσα εμπειρίες πουστιάς και ολολυγμού, ζητήματα κουήρ θρήνου και επιθυμίας σε διάλογο με το δημοτικό τραγούδι –μια σχέση μεταξύ προφορικής και γραπτής παράδοσης, πολυφωνίας και λογιοσύνης που εξερευνώ και στους Κουταλιανούς. Τον χειμώνα που πέρασε, το βιβλίο έγινε παράσταση από τις «Πλειάδες», ένα γυναικείο πολυφωνικό συγκρότημα, επιστρέφοντας τα ποιήματά μου στη φωνητική, πολλαπλή τους καταγωγή. Στο μέλλον, με ενδιαφέρει να εμβαθύνω σε αυτή την πορεία μεταξύ γραφής, φωνής και σώματος. Προχωρώντας από τον θρήνο στη μεταμόρφωση.





