Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις το Ethno☰hauntology vol1 με μια μόνο φράση. Στο δελτίο τύπου συστήνεται ως ένα νέο φεστιβάλ κινηματογράφου και τέχνης που έρχεται αυτόν τον Ιανουάριο στην Αθήνα για να εξερευνήσει πώς τα ιστορικά τραύματα, οι καταπιεσμένες μνήμες και οι χαμένες εκδοχές του μέλλοντος επιστρέφουν και στοιχειώνουν τη σύγχρονη πολιτισμική μνήμη.
Όταν όμως ξεκινά η συζήτησή μας με τον Ράφαελ Ραμίρεζ και τον Ιάκωβο Βρούτση, γίνεται ξεκάθαρο ότι πίσω από τον τίτλο και τον προγραμματισμό υπάρχει κάτι πιο προσωπικό και συνάμα οικουμενικό: μια μέθοδος, ένα βλέμμα, ένας τρόπος να ακούμε το παρελθόν σαν δύναμη που δρα μέσα στο παρόν.
Πρώτα απ’ όλα: Πώς προφέρεται; Και τι σημαίνει αυτό το σύμβολο στον τίτλο;
Ξεκινώ την κουβέντα μαζί τους με κάτι απλό, όπως θα έκανε κάθε αναγνώστης που βλέπει τον τίτλο πρώτη φορά στεκόμενη στο σύμβολο ανάμεσα στις δύο λέξεις. Ο Ιάκωβος Βρούτσης εξηγεί: «Είναι ένα σύμβολο από τη λογική και τα μαθηματικά. Σημαίνει συσχέτιση, συν-εξάρτηση. Αυτό που λέει είναι ότι το ethnos εξαρτάται από το φαντασματικό. Γιατί το hauntological, το ontological, έχει να κάνει με το φάσμα, με το φάντασμα, με πράγματα που “δεν είναι εκεί” και όμως είναι εκεί, λειτουργούν μέσα μας. Όπως οι πολιτικές πεποιθήσεις ή η θρησκεία», θα μου πει ο Ιάκωβος Βρούτσης.
Το Ethno☰hauntology, ωστόσο, δεν διεκδικεί τον ρόλο μιας κλειστής θεωρίας για λίγους. «Είναι ένα πολιτικό εργαλείο με την έννοια ότι μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για διαφορετικούς σκοπούς, για διαφορετικές πραγματικότητες». Όλα ξεκινούν με ένα μανιφέστο.

Η εκκίνηση από το μανιφέστο
«Το μανιφέστο είναι στην πραγματικότητα μια συμπύκνωση», λέει ο Ιάκωβος. «Ιδέες και σκέψεις του Ράφαελ και κάποιων άλλων ανθρώπων καταλήγουν σε ένα κείμενο που δεν είναι “διακήρυξη” με τη στενή έννοια. Είναι αφορμή για καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και για πολιτική σκέψη και προβληματισμό γύρω από όσα προϋπήρξαν. Και πάνω απ’ όλα, μιλά για μια κατάσταση limbo που τη νιώθουμε όλοι: αυτή την παγωμένη συνθήκη επιβίωσης, ο καθένας βέβαια από το δικό του μετερίζι. Ο Ράφαελ μιλά για την Κούβα, αλλά μπορούμε να δούμε μέσα σε αυτό και μια πιο κοντινή, ευρωπαϊκή πραγματικότητα».
Στο μανιφέστο εμφανίζεται μια έννοια-κλειδί: Η «νεκροπολιτική του παρόντος», όπως εξηγεί, η αφετηρία της είναι θεωρητική (από Καμερουνέζο φιλόσοφο που μίλησε κυριολεκτικά για κρατικές δομές που εξαθλιώνουν ομάδες ανθρώπων), όμως εδώ αξιοποιείται με έναν διαφορετικό τρόπο: ως μια κοινή εμπειρία του σήμερα. «Το χρησιμοποιούμε λιγότερο κυριολεκτικά», λέει, «ως την αίσθηση ότι είμαστε παγιδευμένοι σε ένα συνεχές άγχος επιβίωσης δεχόμενοι επίθεση από παντού, από το σούπερ μάρκετ μέχρι, σε κάποιες χώρες, πολύ πιο κυριολεκτικές επιθέσεις…
Και αυτή η συνθήκη μας εμποδίζει να κάνουμε δύο πράγματα: πρώτον, να σκεφτούμε το παρελθόν σοβαρά, όχι νοσταλγικά, αλλά για να αναγνωρίσουμε λάθη. Kαι δεύτερον, να ονειρευτούμε ένα μέλλον χωρίς αυτά τα λάθη. Γι’ αυτό ο Ράφαελ φέρνει μαζί δύο λέξεις: το έθνος και το στοίχειωμα. Το έθνος ως έννοια γεννά ερωτήματα: ποιοι μένουν απέξω από τα εθνικά αφηγήματα και τι σημαίνει αυτό στη ζωή τους. Και το στοίχειωμα ως εμπειρία: τι σημαίνει έθνος και πατρίδα όταν είσαι ξεριζωμένος, όταν ζεις αλλού και η σημαία σε ακολουθεί παντού. Οι δύο έννοιες έρχονται σε διάλογο και αυτό είναι και το σύμβολο του φεστιβάλ: για εμάς είναι ισότιμες, καμία δεν είναι υποδεέστερη της άλλης».

Πώς γεννήθηκε το μανιφέστο; Είναι προσωπικό ή συλλογικό;
Ζητώ από τον Ράφαελ Ραμίρεζ να γυρίσει πίσω στην απαρχή. Πώς γεννιέται μια ιδέα ώστε να γίνει μέθοδος και ύστερα φεστιβάλ;
«Το μανιφέστο είναι φυσικά εστιασμένο στον κινηματογράφο», μου λέει. «Γιατί προέκυψε από τη δική μου κινηματογραφική δουλειά. Μέσα από τα γυρίσματα, μέσα από τις ταινίες, κατάλαβα πώς εφαρμόζεται αυτό. Η βαθύτερη κατανόηση ήρθε όταν έφυγα από την Κούβα».
Μιλά για τον μετανάστη ως ψυχική και πολιτική κατάσταση. Για τον τρόπο που μια χώρα, ειδικά όταν κουβαλά δικτατορία, φόβο, κρίση, δεν σε αφήνει ποτέ πραγματικά. «Δεν είσαι ποτέ ελεύθερος από τη χώρα σου», επιμένει. «Το μανιφέστο δεν γεννήθηκε τόσο από μια θεωρία όσο από μια αίσθηση. Σε ορισμένα σημεία αναφέρομαι συγκεκριμένα στην Κούβα, όμως αυτό που περιγράφω μπορεί να εφαρμοστεί και αλλού και στην Ελλάδα. Γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον και αυτό που λέει ο Ιάκωβος στον πρόλογο ενός καταλόγου που ετοιμάζουμε: γιατί κάνουμε αυτό το φεστιβάλ εδώ, στην Αθήνα; Τι χρησιμότητα έχει για τη δική σας πραγματικότητα; Η δική μου βασική θέση είναι ότι αυτή η “εφαρμογή” μπορείς να την κάνεις πιο αποτελεσματικά στη γη όπου ανήκεις. Όμως όταν δεν βρίσκεσαι στη χώρα σου, γίνεται ακόμη πιο έντονη. Εγώ, για παράδειγμα, δεν είμαι στην Κούβα αλλά είμαι στην Κούβα. Είναι σαν τους Έλληνες της διασποράς: ζουν στην Αυστραλία ή στην Αμερική, όμως ένα κομμάτι τους μένει πάντα στην Ελλάδα. Εξαρτώνται συναισθηματικά και υπαρξιακά από τη χώρα που άφησαν πίσω. Έτσι, κατά έναν τρόπο, η πατρίδα σε “κυνηγά”. Δεν είσαι ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που βρίσκεσαι.
Αυτή τη συνθήκη την καταλάβαινα ήδη στην Κούβα, όμως όταν έφυγα, έγινε ακόμη πιο κρίσιμη. Τότε καταλαβαίνεις πόσο “αιχμαλωτισμένος” είσαι από τη χώρα σου και όταν μιλάμε για χώρες με δικτατορία ή με βαθιά κρίση, αυτό αποκτά ένα επιπλέον επίπεδο. Ακόμη και εκτός χώρας δεν είσαι πάντα ελεύθερος: για παράδειγμα, δεν μπορώ να είμαι δημόσια φωνητικός σε μια διαδήλωση ενάντια στο κουβανικό καθεστώς, γιατί ξέρω ότι μπορεί να υπάρξουν συνέπειες. Άρα, τελικά, δεν είσαι ποτέ πραγματικά ελεύθερος από την πατρίδα σου.
Και σήμερα, με όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη και με την επιστροφή του εθνο-εθνικισμού, αυτό γίνεται ακόμα πιο ορατό: όλοι θυμούνται ξανά “ποιοι είναι”, ποια ταυτότητα προηγείται, τι τους καθορίζει. Τα φαντάσματα του παρελθόντος λειτουργούν διαρκώς στο παρόν. Ακόμη και πολιτικά δόγματα του 19ου αιώνα επιστρέφουν ως ενεργές πολιτικές πλατφόρμες σήμερα. Γι’ αυτό, όταν διαβάσεις το μανιφέστο και αρχίσεις να το εφαρμόζεις στην πραγματικότητα, μπορείς να δεις πολλά πράγματα πολύ καθαρά. Και δεν χρειάζεται η τέχνη να είναι “καταγγελτική” για να είναι πολιτική. Η δική μου αφετηρία ήταν η βαθιά κατανόηση της συνθήκης μου ως μετανάστη, όχι ως ανθρώπου που έφυγε από πόλεμο ή για να σωθεί, αλλά ως ανθρώπου που έφυγε για προσωπικούς λόγους. Αυτό σου δίνει μια απόσταση: έναν χώρο για σκέψη και για προβληματισμό».


«Όταν δεν σου φτιάχνουν χώρο, πρέπει να φτιάξεις εσύ τον χώρο σου»
Αυτό το φεστιβάλ δεν γεννήθηκε μέσα σε μια νύχτα. Πριν γίνει διοργάνωση, τίτλος, μανιφέστο και πρόγραμμα, ήταν μια πορεία συχνά μοναχική. Ο Ράφαελ Ραμίρεζ ήρθε από την Κούβα στην Ελλάδα πριν από αρκετά χρόνια, μαζί με την Ελληνίδα σύντροφό του, για να ξεκινήσουν εδώ την κοινή τους ζωή. Και παρότι με τη δουλειά του ταξίδευε διεθνώς, για μεγάλο διάστημα στην Αθήνα έμοιαζε να κινείται “εκτός κάδρου”. Δημιουργός που κινείται από τα πρώτα του mockumentaries και τις υβριδικές μικρού μήκους έως την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (Winter Campaigns, 2019), παραμένει σταθερά προσηλωμένος σε ένα σινεμά όπου ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία συνυπάρχουν. Σπούδασε στην Αβάνα και στη διεθνή κινηματογραφική σχολή EICTV, έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε προγράμματα από την Ευρώπη ως την Αμερική και την Ιαπωνία και δρα ενεργά και στον χώρο της κινηματογραφικής εκπαίδευσης ως επικεφαλής του μεταπτυχιακού INTERZONA στην EICTV.
«Στην Ελλάδα, για πολύ καιρό, ένιωθα ότι οι πόρτες ήταν κλειστές. Έστελνα τις ταινίες μου σε χώρους, σε ανθρώπους, προσπαθούσα να βρω πλαίσιο παρουσίασης αλλά δεν υπήρχε ενδιαφέρον. Σχεδόν κανείς δεν ανταποκρινόταν. Οι μόνοι που μου άνοιξαν πραγματικά χώρο ήταν μια ομάδα νέων ανθρώπων εδώ, μαζί και μια ανθρωπολόγος, που με κάλεσαν να παρουσιάσω τη δουλειά μου. Έκανα και ένα masterclass. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι κάποιος με “διαβάζει” όπως είμαι, όχι όπως περιμένει να είμαι…Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γνώρισε τον Ιάκωβο: «Τον είδα από την αρχή ως άνθρωπο που ξέρει σινεμά σε βάθος και έχει μια σπάνια οργανωτική δύναμη. Κυρίως όμως είδα έναν άνθρωπο με γενναιοδωρία και καθαρότητα. Από το 2019–2020 έχουμε σχέση φιλίας. Και πριν περίπου έναν χρόνο μου είπε κάτι πολύ απλό: “Διάβασα το μανιφέστο. Πρέπει να το κάνουμε αυτό.” Και έτσι ξεκίνησε η δουλειά».
Το παράδοξο, λέει, είναι ότι την ίδια στιγμή που εδώ έμοιαζε αόρατος, στο εξωτερικό υπήρχε αναγνώριση: αφιερώματα στην Ισπανία, παρουσία στη Documenta Kassel και όμως στην Ελλάδα σιωπή, αδιαφορία. «Κάπου εκεί κατάλαβα κάτι: όταν δεν σου φτιάχνουν χώρο, πρέπει να φτιάξεις εσύ τον χώρο σου. Να τον δημιουργήσεις από την αρχή. Και μετά να δεις τι θα ακολουθήσει».
Στο ίδιο σημείο, ο Ιάκωβος περνά από τη θεωρία στην πράξη και στις παραγωγικές δυσκολίες. Όχι μόνο γιατί οι πόροι είναι περιορισμένοι, αλλά γιατί η ίδια η εποχή κάνει τα πάντα πιο δύσκολα. «Δεν έχεις τους πόρους, δεν έχεις τους ανθρώπους, δεν έχεις το περιθώριο χρόνου», λέει, εξηγώντας ότι η φροντίδα μιας διοργάνωσης αυτού του επιπέδου, από την ποιότητα της κόπιας μέχρι τους υπότιτλους, απαιτεί κάτι που σπανίζει: χρόνο και χρήματα. Κι όμως, το Ethno☰hauntology χτίστηκε πάνω σε αυτό ακριβώς το παράδοξο: να προσπαθείς να κάνεις πολλά με λίγα, και να το κάνεις καλά. Γι’ αυτό και η έννοια της «επιτυχίας» δεν είναι στενά αριθμητική. Πριν ακόμη σηκωθεί η αυλαία, η αίσθηση που έχουν οι δημιουργοί είναι πως το εγχείρημα έχει ήδη “πιάσει”: από τη ζεστή ανταπόκριση, το κλίμα, τη δίψα ενός κοινού που δείχνει ότι υπάρχει.

Τι θέλετε να πετύχετε; Τι είναι αυτό τελικά: φεστιβάλ ή εργαστήριο;
«Ουσιαστικά προσπαθούμε να ανοίξουμε έναν διάλογο. Να φέρουμε κοντά ανθρώπους από διαφορετικά πεδία – κινηματογράφο, ανθρωπολογία, τέχνη. Δεν υπάρχει στο μυαλό μας πομπός και δέκτης», θα πει με ενθουσιασμό ο Ιάκωβος Βρούτσης. Σταματά λίγο, σαν να θέλει να αποφύγει την παρεξήγηση που ίσως κουβαλά η λέξη “μανιφέστο”. «Δεν είναι μανιφέστο με την έννοια: “σας λέω μια ιδέα, ελάτε να συνταχθείτε πίσω της”. Είναι κάτι πολύ πιο ανοιχτό. Ο καθένας μπορεί να το διαβάσει, να διαλέξει αυτό που του ταιριάζει, να το ερμηνεύσει όπως του μιλάει και από αυτό να προκύψει κάτι, κυρίως ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Κείμενο, κινηματογράφος, ήχος… Ο σκοπός είναι ο διάλογος και η σκέψη».
Γιατί Αθήνα;
Η Αθήνα, τα τελευταία χρόνια, έχει πυκνώσει από φεστιβάλ, προβολές, δράσεις. Το ρισκάρεις εύκολα να χαθείς μέσα στον “θόρυβο”. Τους ρωτώ ευθέως: Γιατί να γίνει εδώ; Και ποιο κοινό φαντάζονται; Ο Ιάκωβος είναι ειλικρινής: «Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Ξέρω τα κίνητρά μας. Το αν θα καταφέρει να επικοινωνήσει και με ποιον κόσμο, δεν το ξέρω.»
Όμως ξέρει πολύ καλά γιατί άξιζε να γίνει. Το περιγράφει ως αντίδραση σε ένα διεθνές φεστιβαλικό τοπίο όπου συχνά οι ταινίες -λέει- ακολουθούν συγκεκριμένες πεπατημένες, ώστε να είναι “αναγνωρίσιμες” και “επιλέξιμες”. Κι αυτό οδηγεί σε ένα παράδοξο: έργα που θα μπορούσαν να ανήκουν παντού, που ξεχωρίζουν μόνο από τη γλώσσα. Το Ethno☰hauntology, μου εξηγεί, αναζητά ένα σινεμά πιο άμεσο, πιο ανθρώπινο, πιο ριζωμένο σε αλήθειες που δεν “φιλτράρονται” για να χωρέσουν σε καλούπια.

Πώς επιμεληθήκατε τις ταινίες; Ποια highlights να κρατήσει ο θεατής;
Ο πυρήνας του κινηματογραφικού προγράμματος περιλαμβάνει 31 ταινίες (μικρού και μεγάλου μήκους), πολλές σε ελληνική πρεμιέρα, με προβολές που συνοδεύονται από συνομιλίες (online) με δημιουργούς και ερευνητές. «Το ζητούμενο δεν είναι να δει κάποιος μία ταινία», λέει ο Ιάκωβος. «Το ζητούμενο είναι ο διάλογος μεταξύ τους. Το όλον δημιουργείται όταν δεις τρεις ή τέσσερις». Αν και δυσκολεύεται να ξεχωρίσει, παραδέχεται πως κάποιες ταινίες τον σημάδεψαν. Τα Θραύσματα της Natalia Garayalde, λέει, ήταν τόσο σκληρά που χρειάστηκε να διακόψει την προβολή δύο φορές: «Είναι μια πάρα πολύ δυνατή ταινία».
Όμως η πιο ξεκάθαρη επιλογή του είναι η ταινία έναρξης: Η φωνή μας από γη, μνήμη και μέλλον των Marta Rodríguez και Jorge Silva, ένα εμβληματικό υβρίδιο ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, αποτέλεσμα επταετούς συμβίωσης των δημιουργών με μια ιθαγενική κοινότητα στα υψίπεδα των Άνδεων. Εκεί, ο αγώνας για τη γη γίνεται κινηματογραφική μνήμη και πολιτική πράξη. Και κάπου εδώ, το φεστιβάλ δείχνει ακριβώς τη στόχευσή του: το λατινοαμερικάνικο σινεμά δεν λειτουργεί ως “άλλος κόσμος”, αλλά ως καθρέφτης, κάτι που αφορά και τον Έλληνα θεατή, εδώ και τώρα. Φυσικά, ο Ιάκωβος δεν μπορεί να μην κάνει ξεχωριστή μνεία στην Τριλογία της Γλώσσας (Trilogía del Lenguaje, 2017–25) του Ράφαελ Ραμίρεζ: ένα τρίπτυχο που ο ίδιος περιγράφει ως κορύφωση της μέχρι τώρα δουλειάς του, μια μυστηριακή εκδοχή της Κούβας που δεν έχει αποτυπωθεί ποτέ ξανά.

Η έκδοση που θα κυκλοφορήσει μετά το Φεστιβάλ
Παράλληλα με το κινηματογραφικό πρόγραμμα και την έκθεση, οι δημιουργοί του Ethno☰hauntology προετοιμάζουν μια δίγλωσση (ελληνικά/αγγλικά) έκδοση που θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα μετά το πέρας της διοργάνωσης. Ο Ράφαελ επιμένει ότι δεν πρόκειται για έναν απλό “κατάλογο”, αλλά για ένα βιβλίο με αυτονομία: μια χαρτογράφηση του θεωρητικού πεδίου του μανιφέστου, με κείμενα που ανατέθηκαν ειδικά για την έκδοση από Έλληνες ερευνητές και Λατινοαμερικάνους κριτικούς, με στόχο να αποτυπωθεί η μεθοδολογία του Ethno☰hauntology πέρα από τη χρονική διάρκεια του φεστιβάλ.
«Ανάμεσά τους, η Λυδία Ξυνογαλά, Αρχιτέκτονας με θεωρητικό έργο, ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, Κριτικός Κινηματογράφου και μεταφραστής του Μαρκ Φίσερ στα Ελληνικά ο οποίος γράφει για τον Αγγελόπουλο σε σχέση με την έννοια της στοιχειοντολογίας. Ο Ιάκωβος γράφει τον πρόλογο πριν από το μανιφέστο, ενώ από τη Λατινική Αμερική συμμετέχουν με κείμενα μερικοί από τους πιο δυνατούς κριτικούς του “σκληρού” και πειραματικού σινεμά όπως οAntonio Enrique Gonzalez Rojas, ο Pablo Gamba, ο Jerónimo Atehortua. Όλοι γράφουν ειδικά για το βιβλίο κείμενα που συνδέουν τις ιδέες του Ethno☰hauntology με τα έργα και τα πεδία που ανοίγονται μέσα στο φεστιβάλ».
Το Ethno☰hauntology vol1 παρουσιάζεται από τις 21 έως τις 29 Ιανουαρίου στον κινηματογράφο NEWMAN, ενώ παράλληλα στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης (21–27 Ιανουαρίου) θα παρουσιαστεί μια διευρυμένη έκθεση σύγχρονης τέχνης με επίκεντρο την υπερμεσική εγκατάσταση Pabellónde Melancólicos.
