Για αυτό καθαυτό το “Adolescence” (ή αν προτιμάτε την «Εφηβεία»), έγραψε ήδη ένα εξαιρετικό κείμενο στο ελculture ο Kωστής Καλογρούλης, οπότε θα περιοριστώ να προσθέσω λίγες δικές μου σκέψεις.

Όσο και να προσποιούμαστε το αντίθετο, η αστραπιαία ταχύτητα με την οποία η σειρά έγινε viral και η αντίστοιχη της ταχύτητας ένταση του φαινομένου, δεν γίνεται παρά να ανακατεύονται πολύ σε σχέση με το πώς την προσλαμβάνουμε όταν τη βλέπουμε: με μια φούρια και μια εκκρεμότητα άμεσης και κατηγορηματικής απόφανσης. Ενώ δηλαδή θεωρητικά το viral και το fear of missing out έχουν ως μόνη επίδραση το να μας κάνουν να δούμε κάτι, τελικά επηρεάζουν και το πώς αντιδρούμε απέναντι σε αυτό που βλέπουμε. Γιατί στην πραγματικότητα μας καλoύν να το δούμε προκειμένου να πάρουμε θέση. Αν όχι αναλύοντάς την, τουλάχιστον συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τη θέση των υπολοίπων στις αναρτήσεις τους ή στις από κοντά συζητήσεις μας σε παρέες. 

 

 

Δεν είμαστε απλοί θεατές, απλοί καταναλωτές ενός οπτικοακουστικού προϊόντος, είμαστε εν αναμονή μέλη μιας συζήτησης που όχι μόνο εξελίσσεται τώρα, αλλά εξελίσσεται τώρα και αύριο θα έχει μπαγιατέψει, με τον τρόπο που κάθε θέμα της σοσιαλμιντιακής επικαιρότητας δίνει τη θέση του στο επόμενο. Επείγει η τοποθέτησή σου, είναι αναγκαίο να μην είσαι ο άσχετος της υπόθεσης, είναι κάτι που έπρεπε να έχεις κάνει χθες και κάθε μέρα που περνάει χωρίς να το κάνεις σε αφήνει πίσω. Βιάσου όσο έχει νόημα ακόμα, αν το δεις μερικές εβδομάδες μετά θα είναι περσινά ξινά σταφύλια.   

Κάπως έτσι η πραγματική αξία και το αληθινό μέγεθος της σειράς, τόσο αυτοτελώς όσο και συγκριτικά με άλλες, θα κριθούν στο χρόνο, όταν φύγει από τον χρόνο στον οποίο την έχει εγκλωβίσει το virality της, ώστε να αξιολογηθεί όχι με τον υστερικά αγχώδη τρόπο της επικαιρότητας, αλλά με το πόσο θα την θυμάσαι, πόσο θα έχει κάτσει μέσα σου, τι θα σου έχει αφήσει με όρους ουσιαστικούς και καλλιτεχνικούς. Από την άλλη  θα είχε φτάσει να γίνει viral το “Adolescence” αν δεν είχε οποιαδήποτε αξία και μέγεθος κι αν δεν σε έπαιρνε συναισθηματικό του όμηρο από την πρώτη μέχρι την τελευταία του στιγμή; Φυσικά και όχι.  

Σπεύδοντας λοιπόν να διευκρινίσω ότι ως πρώτη εντύπωση η σειρά και πολύ μου άρεσε και σε σημεία της πολύ με τάραξε, όσο τη σκέφτομαι διατηρώ επιφυλάξεις ως προς την οπτική της απέναντι στα πράγματα. Δεν θα αμφισβητήσω ούτε ότι ο κόσμος των σόσιαλ μπορεί να είναι χαώδης για τους σημερινούς εφήβους και τις ακόμη μικρότερες ηλικίες, δεν θα αμφισβητήσω ότι το να είσαι σε τέτοιες εύθραυστες ψυχικά ηλικίες εκτεθειμένος χωρίς φίλτρα στην επίδραση και αλληλεπίδραση του διαδικτύου μπορεί να εγκυμονεί ένα σωρό κινδύνους, δεν θα αμφισβητήσω ότι υπάρχει ένας ανεξερεύνητος κόσμος που μπορεί δικαίως να τρομάζει τις γενιές των γονιών τους, δεν θα αμφισβητήσω τέλος ότι είναι συχνά τα φαινόμενα πτώσης από τα σύννεφα λόγω εκρήξεων εφηβικής βίας. Από την άλλη εκείνο που μπορώ να καταλογίσω στο “Adolescence” είναι ότι υπό μία έννοια καταλήγει να είναι βγαλμένο απ’ το αλφαβητάρι της καριέρας του Νίκου Ευαγγελάτου: σε τι κόσμο έχουμε φέρει τα παιδιά μας;

Υπερβάλλω σκόπιμα και προβοκάρω συνειδητά: προφανώς τα συστατικά κατασκευής του “Adolescence” μεταφέρουν ένα ύφος, μια αισθητική και μια ευαισθησία, τα οποία το κατατάσσουν σε ένα δημιουργικό σύμπαν, το οποίο απέχει παρασάγγας από εκείνο του Ευαγγελάτου. Σκηνοθετικά αυτό που πραγματοποιεί ο Φίλιπ Μπαραντίνι είναι κάτι πολύ περισσότερο από εντυπωσιακή άσκηση δεξιοτεχνίας (έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν με ένα κινηματογραφικό εγχείρημά του σε μονοπλάνο, πάλι με τον Στίβεν Γκρέιαμ μπροστά στην κάμερα, το «Σημείο Βρασμού»), ενώ ερμηνευτικά ό,τι και να πει κανείς για τον Γκρέιαμ, την Κριστίν Τρεμάρκο ή τον πρωτοεμφανιζόμενο Όουεν Κούπερ που κάνει ό,τι κάνει χωρίς cut, θα είναι λίγο. Και ακόμα και σεναριακά η σειρά δεν μιλά με ακλόνητες βεβαιότητες· περισσότερο αβεβαιότητες και διερωτήσεις που καταλήγουν σε σπαραγμούς έχει να προσφέρει, προσπαθώντας να συνθέσει ένα παζλ, με όποια κομμάτια θεωρεί ότι βοηθούν κάπως στη συμπλήρωση μιας εικόνας, που πρώτη η ίδια λέει ότι της διαφεύγει. 

Ακόμα κι έτσι όμως, δεν ξέρω αν πρόκειται για απόπειρα φωτογράφισης μιας πραγματικότητας – λαβυρίνθου ή τελικά για ηθικοπλαστική προβολή ηλικιακών και μικροαστικών φόβων. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για συνδυασμό και των δύο: πάντα οι μεγαλύτεροι τρομάζουν από τον κόσμο που προχωρά, αλλάζει, τους ξεπερνά και τους αφήνει πίσω, πάντα ο κάθε καινούργιος κόσμος κρύβει μαζί με τα καλά του και τα δικά του πολύ σκοτεινά σημεία.