Είναι γνωστή η τεράστια λογοτεχνική παράδοση της Ιρλανδίας. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό είναι η κυρίαρχη θέση της στο διήγημα, ένα πεδίο στο οποίο υπολείπεται μονάχα των Ηνωμένων Πολιτειών, κάτι αξιοσημείωτο αν αναλογιστεί κάποιος τον πληθυσμό της. Η πιο προβεβλημένη από τους σύγχρονους Ιρλανδούς διηγηματογράφους είναι σαφώς η Κλερ Κίγκαν, η οποία πλέον απολαμβάνει παγκόσμιας αναγνώρισης, ιδιαίτερα λόγω της κινηματογραφικής μεταφοράς πρόσφατων έργων της και η οποία ακολουθεί στα βήματα των τεράστιων διηγηματογράφων που προηγήθηκαν.
Η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Κίγκαν που εκδόθηκε πριν από είκοσι πέντε χρόνια φέρει τον τίτλο Ανταρκτική (από το ομώνυμο πρώτο διήγημα της συλλογής) αν και παραπέμπει στο ακριβώς αντίθετο του πάγου και της ψυχρότητας: τα περισσότερα από τα διηγήματα εξερευνούν τα όρια της επιθυμίας, τα οποία είναι συχνά αδιόρατα και πέραν των οποίων ελλοχεύει πάντα κάποιος κίνδυνος.
Στο ομώνυμο διήγημα η απόφαση μιας παντρεμένης γυναίκας να δοκιμάσει το μεθυστικό άρωμα της απιστίας καταλήγει σε έναν εφιάλτη. Στο «Λογύδριο α λα Τζίντζερ Ρότζερς» η συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητας μίας ανήλικης έφηβης την οδηγεί στην αποπλάνηση ενός ενήλικα υπαλλήλου στην οικογενειακή φάρμα με τραγικές συνέπειες. Στο «Αγάπη μες στα αγριόχορτα» μία μοναχική γυναίκα που ζει σαν ερημίτης σε ένα αγρόκτημα κάνει το βήμα να ερωτευτεί έναν παντρεμένο γιατρό και να πιστέψει σε ένα ρομαντικό μέλλον για να διαπιστώσει ότι τίποτα δεν εξελίσσεται όπως το φανταζόταν.
Τα διηγήματα της συλλογής χωρίζονται θεματικά σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη – η οποία καταλαμβάνει και τη μερίδα του λέοντος – αποτελείται από τα «Ιρλανδικά» διηγήματα, δηλαδή εκείνα που εκτυλίσσονται στην Ιρλανδία, συνήθως σε μια φάρμα ή έστω σε επαρχιακές κωμοπόλεις και εστιάζουν σε πολυμελείς Καθολικές οικογένειες (η Κίγκαν μεγάλωσε σε φάρμα και άρα προφανώς αντλεί από την εμπειρία της) και χαρακτηρίζονται από θηλυκή οπτική γωνία. Αυτά είναι και τα καλύτερα, παρά το ότι υπολείπονται από πλευράς ποικιλομορφίας και αναδεικνύουν το ταλέντο της Κίγκαν σε όλο του το μεγαλείο.
Η δεύτερη κατηγορία είναι τα διηγήματα που λαμβάνουν χώρα κυρίως στις ΗΠΑ (η Κίγκαν εδώ αντλεί από τα χρόνια που πέρασε ως φοιτήτρια στη Νέα Ορλεάνη) και θεματικά πλησιάζουν πιο πολύ ψυχολογικά θρίλερ, τα οποία όμως παρά το ότι είναι ενδιαφέροντα, δείχνουν και λιγότερο αληθοφανή καθώς φέρουν τη σφραγίδα επιρροών παρά της δικής της προσωπικής φωνής. Αν και ορισμένα εξ’ αυτών αποτελούν ψυχαγωγική άσκηση ύφους, είναι κατά βάση υποδεέστερα και δείχνουν τη νεαρή ηλικία και σχετική ανωριμότητα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα που ψάχνει να βρει το στίγμα του.
Το ότι η Κίγκαν όμως είναι γεννημένη διηγηματογράφος εν τέλει αποδεικνύεται από την εξαιρετική χρήση της προοπτικής, από τον πλάγιο τρόπο με τον οποίο φωτίζει το θέμα της και με τον οποίο καθιστά το οικείο ως φρέσκο και πρωτότυπο, το συνηθισμένο σε σπαρακτικό, θυμίζοντας ενίοτε τον μεγάλο συμπατριώτη της διηγηματογράφο Γουίλιαμ Τρέβορ. Καλύτερο παράδειγμα αυτού είναι το «Άντρες και γυναίκες», όπου με την αθώα ματιά του παιδιού η Κίγκαν αναδεικνύει τα αδιέξοδα στον γάμο μιας οικογένειας επαρχιωτών, τις καταπιεσμένες επιθυμίες τους και τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Σαν πρώτη συλλογή συνεπώς, είναι πράγματι ενδεικτική του ταλέντου της, ταλέντο ενός μάστορα της τόσο δύσκολης και απαιτητικής μικρής φόρμας, μιας φόρμας που θα έπρεπε να διαβάζουμε πιο συχνά στη χώρα μας.

