Οι ναυαγοί σε ένα σκάφος που βολοδέρνει στα μέσα του ωκεανού είναι ένα λογοτεχνικό μοτίβο με πλούσια παράδοση. Από την Ξεσκέπαστη βάρκα του Στίβεν Κρέιν και τη Ζωή του Πι του Γιαν Μαρτέλ ως την Μπαλάντα του γέρου ναυτικού, το περίφημο ποίημα του Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ και πολλά άλλα ακόμη, η έννοια των ανθρώπων που αγωνίζονται για την επιβίωση ολομόναχοι μέσα στην απέραντη θάλασσα και έτσι έρχονται αντιμέτωποι με ένα προσωπικό ταξίδι αυτογνωσίας, ασκεί διαχρονικά μια ιδιαίτερη γοητεία σε συγγραφείς και αναγνώστες.
Κάπου εδώ μπαίνει και ο Paul Lynch, (της τεράστιας επιτυχίας και του βραβείου Μπούκερ για «Το Τραγούδι του Προφήτη»), ο οποίος επιλέγει να βάλει κι αυτός το λιθαράκι του σε αυτή την πλούσια λογοτεχνική παράδοση. Μόνο που αντί για τη γενέτειρά του Ιρλανδία επιλέγει μια λατινοαμερικάνικη ισπανόφωνη χώρα, πιθανότατα το Μεξικό, σαν σκηνικό για την ιστορία του. Κεντρικοί πρωταγωνιστές είναι ο ψαράς Μπόλιβαρ και ο Χέκτορ, ο νεαρός βοηθός του. Οι δυο τους έχουν βγει στα ανοιχτά εν μέσω μιας άγριας καταιγίδας και παρά τις προτροπές των συναδέλφων τους, με αποτέλεσμα να βρεθούν ολομόναχοι σε ένα ακυβέρνητο σκάφος στα μέσα του Ειρηνικού. Αυτά σαν μια βασική εισαγωγή στο έργο.

Τώρα, το ζήτημα είναι πώς χειρίζεται το γνώριμο αυτό σκηνικό ο Lynch. Καταρχάς, παρά τις παραπάνω λογοτεχνικές αναφορές (τις οποίες ο Lynch ασφαλώς και γνωρίζει και μάλιστα συνειδητά κλείνει το μάτι στον Κόλεριτζ και το περίφημο ποίημά του), η σκηνή της θαλασσοταραχής που οδηγεί στο ναυάγιο μοιάζει περισσότερο με την κινηματογραφική ταινία Perfect Storm παρά με οποιαδήποτε λογοτεχνική επιρροή. Αυτή η κινηματογραφική προσέγγιση, ιδίως στην αρχή, δεν είναι κάτι αρνητικό, απλά το επισημαίνω.
Αυτό που όμως κατά τη γνώμη μου είναι αρνητικό είναι το ότι ο Lynch ουσιαστικά προσπαθεί με νύχια και με δόντια να ξεχειλώσει κάτι που ουσιαστικά είναι ένα διήγημα, και να το κάνει μυθιστόρημα, έστω και σύντομο. Έτσι, το μισό κείμενο τελικά αποτελείται από περιγραφές παραισθήσεων και ονείρων. Κατανοητές και οι παραισθήσεις, είναι μέρος της εμπειρίας των δύο εξαντλημένων ναυαγών, αλλά ο Lynch το παρακάνει επειδή δείχνει να μην έχει με τι άλλο να γεμίσει τις σελίδες. Το αυτομαστίγωμα των δύο αντρών για όσα κακά νιώθουν ότι έχουν κάνει στη ζωή τους αφού οι ενοχές τους κατακλύζουν είναι ένα επίσης εύλογο μέρος της αφήγησης. Όμως οι παραισθήσεις τους που συχνά φοράνε τον μανδύα των φιλοσοφικών επιφοιτήσεων, περισσότερο μοιάζουν με αμπελοφιλοσοφίες παρά περικλείουν κάποιας μορφής ουσία.
Ο Paul Lynch είναι καλός συγγραφέας και κάνει αρκετά πράγματα καλά. Η αίσθηση της κακουχίας αποδίδεται σωστά, οι λεπτομέρειες της βάναυσης αυτής καθημερινότητας ηχούν αληθινές. Όμως το μυθιστόρημα συνολικά δείχνει λιπoβαρές, ή αλλιώς «λίγο». Δεν προσφέρει κάποια νέα οπτική, δεν πρωτοτυπεί, δεν χρησιμοποιεί μια πιο λιτή γλώσσα που θα του ταίριαζε καλύτερα (και πώς να το κάνει, αφού θα κατέληγε με ένα διήγημα). Ο Lynch πράγματι έβαλε κι εκείνος το λιθαράκι του σε αυτή τη λογοτεχνική παράδοση, αλλά δεν είναι παρά μονάχα αυτό, ένα λιθαράκι.
