Το πεδίο δόξης λαμπρό του νομπελίστα πεζογράφου Πατρίκ Μοντιανό ήταν ανέκαθεν το παρελθόν. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς άλλωστε, αφού ο ίδιος είναι ένας συγγραφέας στοιχειωμένος από το παρελθόν τόσο της Γαλλίας όσο και το προσωπικό του, ο οποίος αφιέρωσε όλη του τη συγγραφική καριέρα στην απόπειρα ανακατάληψης και κατανόησης της απώλειας. Πολλά από τα μυθιστορήματά του έχουν έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία και μοιράζονται μία συγκεκριμένη αισθητική επιλογή: είναι σύντομα, φαινομενικά απλά, λιτά αλλά κομψά και χρησιμοποιούν τη φόρμα του νουάρ με μόνιμο αντικείμενο της αναζήτησης να είναι το φευγαλέο παρελθόν. Λογικό, αφού η οικογενειακή ιστορία του Μοντιανό είναι ένα παράδοξο που προσπάθησε να εξιχνιάσει μέσα από τη γραφή του. Ο πατέρας του ήταν σεφαρδίτης Εβραίος από τη Θεσσαλονίκη αλλά παράλληλα υπάρχουν ισχυρές υποψίες ότι είχε συνεργαστεί με το ναζιστικό καθεστώς στο Παρίσι την περίοδο της Κατοχής. Η αναζήτηση του ποιος είναι και από πού προέρχεται, η ανάγκη κατανόησης των διλημμάτων που προέκυπταν την κατοχή ουσιαστικά αποτελεί την ανάγκη κάθε εβραϊκής καταγωγής ανθρώπου να βρει τα χαμένα κομμάτια του εαυτού του και της οικογένειάς του, η οποία όμως ταυτόχρονα συγκρούεται με μια άλλη ανάγκη, αυτή της λησμονιάς προκειμένου να υπερβεί τα τραύματα του παρελθόντος και να μπορέσει να κοιτάξει στο μέλλον.

Εντάσσεται έτσι σε μια σειρά από συγγραφείς που αποπειράθηκαν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της Κατοχής και της εβραϊκής εξόντωσης συνδυάζοντας μαρτυρίες, ιστορική έρευνα και μυθοπλασία. Όροι όπως «απούσα μνήμη» ή «μεταμνήμη» αποπειρώνται να οριοθετήσουν αυτού του είδους τη γραφή. Η αμνησία του αφηγητή και η προσπάθειά του να την νικήσει επανακτώντας το χαμένο παρελθόν του μετατρέπεται σε μια μεταφορά για τη Γαλλία ως έθνος και την «επιλεκτική» αμνησία που πρέπει να εξορκιστεί προκειμένου να κατακτηθεί σε στέρεες βάσεις το παρόν και το μέλλον. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, δεν θα ήταν άστοχο να συγκρίνει κάποιος τον Μοντιανό με τον αδικοχαμένο Β. Γκ. Ζέμπαλντ. Αν και το ύφος του Γερμανού ήταν διαφορετικό, και οι δύο μοιράζονταν την ίδια μελαγχολική και στοχαστική διάθεση διερεύνησης του φευγαλέου παρελθόντος.

Έτσι και στην άτυπη τριλογία από τρεις νουβέλες που αποτελούν την Πατίνα του χρόνου, η μελαγχολία, η νοσταλγία και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία κυριαρχούν στη γραφή του. Βεβαίως, δεν είναι όλα τα κείμενα του Μοντιανό απαραιτήτως εστιασμένα στην περίοδο της Κατοχής. Αλλά ακόμη και αυτά που δεν είναι, όπως η τρίτη κατά σειρά νουβέλα «Συφοριασμένη άνοιξη», και πάλι έχουν σαν θέμα την απόπειρα αναβίωσης ενός παρελθόντος που έχει χαθεί, έστω κι αν αυτό είναι ένα παλιό Παρίσι που δεν υπάρχει, χαμένα ήθη και έθιμα ή τύποι ανθρώπων που πλέον δεν συναντάμε πια. Στην προκειμένη περίπτωση για παράδειγμα έχουμε να κάνουμε με την απόπειρα του Μοντιανό να ανασυνθέσει τις αναμνήσεις που είχε από τότε που σε νεαρή ηλικία στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα είχε γνωρίσει έναν διάσημο φωτογράφο. Τι ακριβώς ψάχνει εδώ ο Μοντιανό; Τον φωτογράφο που συμβολίζει ένα τύπο ανθρώπου που δείχνει ότι έχει εκλείψει και μια νοοτροπία που έχει χαθεί; Τον ίδιο του τον εαυτό ως νεαρό, με τις τότε ιδέες και τα όποια όνειρα; Ή μήπως την ίδια την χαμένη αθωότητα και το πώς αυτή βρίσκει έκφραση στη μνήμη: σε σοκάκια που έχουν αλλάξει όψη και κτίρια που έχουν κατεδαφιστεί, σε ανθρώπους με ιδέες που τότε έμοιαζαν γεμάτες φρεσκάδα; Ο Μοντιανό συνδυάζει επεισόδια της δικής του ζωής στο παρελθόν που αναδύονται από στοχασμό ή τυχαίους συνειρμούς, με υπαρκτά γεγονότα που έλαβαν χώρα σε αντίστοιχες ιστορικές περιόδους. Ο συσχετισμός δεν είναι απαραίτητα προφανής ούτε και πάντοτε υπαρκτός. Όμως αυτό που τελικά διαμορφώνεται είναι ένα πλέγμα κοινής μνήμης που μοιάζει σαν να αποκτάει σχεδόν απτή υφή.

Και καταλήγω με κάτι που είχα γράψει σε μια άλλη κριτική πριν από μερικά χρόνια: την υποτιμημένη έννοια της ατμόσφαιρας στη λογοτεχνία. Η προσοχή μας πηγαίνει πρωτίστως – και δικαίως – στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, την εξέλιξη της πλοκής, το ύφος, τη γλώσσα, τη δομή, τις ιδέες κλπ. Η ατμόσφαιρα όμως, το σύνολο δηλαδή των λεπτομερειών με τις οποίες ένας συγγραφέας έχει μπολιάσει την αφήγησή του ώστε να καλλιεργήσει ένα κλίμα, να αποδώσει μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να αποτυπώσει τις ασαφείς, φευγαλέες συνιστώσες που εν τέλει συνθέτουν την πολυπρισματική εικόνα αυτού που έχει στο μυαλό του, ενίοτε αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην άτυπη αυτή ιεραρχία των χαρακτηριστικών που απαρτίζουν ένα μυθιστόρημα. Υπό αυτή την έννοια, η αίσθηση ατμόσφαιρας που έχει ο Μοντιανό είναι αξεπέραστη.