Στην Ανάβυσσο, κατά τη διάρκεια γυρισμάτων ταινίας αισθησιακού περιεχομένου, ένας εκ των πρωταγωνιστών ακούει στη θάλασσα κάτι να κλαψουρίζει. Πάει να δει, δεν είναι γοργόνα που θέλει να συμμετέχει ή έστω να δει από πιο κοντά, μια χελώνα είναι, μια καρέτα καρέτα που έχει πιαστεί σε ένα σκοινί μιας βάρκας στην προβλήτα. Το παλικάρι βουτάει να την ελευθερώσει, όντως το κάνει, αλλά εκείνη σε μια έκρηξη αχαριστίας τον δαγκώνει στον πισινό και φεύγει προς την ελευθερία που της χάρισε. 

Επιστρέφει πίσω στις άλλες καρέτες. Τι είναι αυτό που έχεις στα δόντια σου; Δε λέω. Έλα, μην είσαι τέτοια, πες. Το αφήνει να πέσει κάτω και τους λέει. Ένα μικρό κομμάτι ανθρώπινου κώλου. Ενδιαφέρον τούς ακούγεται. Ας το δοκιμάσουμε κι αυτό. Αρχίζει να γυρνά από στόμα σε στόμα σαν μπάφος. Πολύ νόστιμη η ανθρώπινη σάρκα, θα συμφωνήσουν όλες πλην μιας ξινής, που τίποτα δεν είναι ποτέ αρκετά της αρεσκείας της. Όντας καρέτες, δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πως για τους ίδιους τους ανθρώπους δεν είναι απλά νόστιμη, είναι τόσο λιμπιστή και ποθητή, ώστε υπάρχει ολόκληρη βιομηχανία, η οποία κινηματογραφεί ανθρώπους να το κάνουν με άλλους ανθρώπους, μια βιομηχανία μάλιστα ύψους γύρω στα εκατό δισεκατομμύρια ετησίως, με τα σχετικά σάιτ να έχουν κάθε μήνα περισσότερους επισκέπτες απ’ ό,τι το Netflix, η Amazon και το Χ μαζί. 

Δεν είναι επίσης σε θέση γνωρίζουν ότι ο άτυχος άντρας που δάγκασε η φίλη τους τυχαίνει να εργάζεται στη συγκεκριμένη βιομηχανία και να βγάζει με τη δική του σάρκα το ψωμί του. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ότι η φίλη τους του απέκοψε ένα μικρό κομμάτι της εργασιακής του ορατότητας, αφήνοντας στη θέση του μια μικρή πληγή, ένα μικρό τραύμα. 

Όσο η σάρκα του περιφέρεται από καρετίσιο στόμα σε καρετίσιο στόμα, το ερώτημα προκύπτει εύλογα. Και τίθεται. Γιατί το έκανες, Κάρεν; Να σε βοηθήσει πήγε ο άνθρωπος, να σε ελευθερώσει. Δεν δαγκώνουμε το χέρι που μας ταΐζει, ούτε τον γλουτό του ελευθερωτή μας. Η καρέτα Κάρεν σπεύδει να δικαιολογηθεί, λέγοντας ότι δεν το έκανε επίτηδες, δεν καταλάβαινε τι έκανε εκείνη την ώρα, είχε πάθει κρίση πανικού, δεν έβλεπε μπροστά της. 

Τα νέα όπως είναι φυσικό μαθαίνονται αμέσως και στα (κρυφά εν πολλοίς από τους ανθρώπους) σόσιαλ του ζωικού βασιλείου, στα οποία υποστηρικτές της κίνησής της ακολουθούν διαφορετική, επιθετική κι όχι αμυντική, επιχειρηματολογία. Υου are the guerilla of animals” της λένε (σε αντίθεση με Αϊτινό ποδοσφαιριστή που αποκλήθηκε κατά λάθος «γορίλας», πιθανότατα επειδή τα ισπανικά του ιδιοκτήτη της ομάδας που τον απέκτησε είναι καλύτερα απ’ τα αγγλικά του). Κάπου πρέπει κι εμείς να αντεπιτεθούμε. Ο σπισισμός έχει ξεφύγει. Δεν είδατε τι γίνεται στο Σπρίνγκφιλντ του Οχάιο από Αϊτινούς μετανάστες; Απαγάγουν κατοικίδια, τρώνε γατιά και σκύλους. Κι όλο αυτό ενώ στο τσακ γλίτωσε ο σκύλος του Ντελόν απ’ τον ίδιο τον νεκρό Ντελόν. Σειρά μας να δώσουμε κι εμείς στο ανθρώπινο είδος ένα συμβολικό δάγκωμα στον κώλο. Και τι πάει να πει την ελευθέρωσε; Αν δεν υπήρχε η ανθρώπινη παρέμβαση, δεν θα υπήρχε η βάρκα, δεν θα υπήρχε το σχοινί, θα κολυμπούσαμε στα θάλασσα με ξέπλεκες κοτσίδες και θα ξαμολιόμασταν στα λιβάδια με λυτά τα καύκαλα. 

Το ζήτημα εξάντλησε τον μικροκύκλο της δικής του σοσιαλζωϊκής επικαιρότητας. Και θα χανόταν για πάντα στη λήθη, αν η Κάρεν, σε μια κίνηση μάλλον τελικά μεταμέλειας, δεν αποφάσιζε να θάψει στη γη το κομμάτι που απέκοψε. Δεν το είπε σε κανέναν κι όλοι το θεώρησαν θαύμα και σημάδι από ψηλά, όταν την επόμενη χρονιά είδαν να φυτρώνει ένα γλουτόδεντρο, που κάρπισε πολλά μικροσκοπικά, ζουμερά κωλομερίνια.