Ο Πετρολούκας Χαλκιάς πεθαίνει σε ηλικία 91 ετών κι η σορός του τίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, πριν μεταφερθεί για την κηδεία του στον τόπο καταγωγής του, στο Δελβινάκι Πογωνίου. Το φέρετρο βγαίνει απ’ το παρεκκλήσι και μια σειρά από κλαρίνα συνοδεύουν το παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι «Ένα βράδυ βγήκε ο Χάρος»: «Φάτε, πιέτε και γλεντάτε όλοι βρε παιδιά, όποιος πάει στον κάτω κόσμο δεν ξαναγυρνά». Με αυτό ακριβώς το τραγούδι σε ένα γλέντι τελειώνει το «Πίσω από τις Θημωνιές», η προ τριετίας εξαιρετική ταινία της Ασημίνας Προέδρου

Με ένα, όχι δημοτικό, αλλά παλιό «ελαφρό» τραγούδι, τελειώνει και το «Κιούκα: Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού», του Κωστή Χαραμουντάνη, το οποίο συνεχίζει ακόμα την πορεία του στους κινηματογράφους. Πρόκειται για το «Και η βάρκα γύρισε μόνη» του Τώνη Μαρούδα. Και στις δύο ταινίες τα τραγούδια δεν είναι απλά συνοδευτικά, δεν φτιάχνουν απλώς κλίμα, αλλά έχουν μια κυρίαρχη σημασία σε όσα θέλουν τελικά να πουν οι δημιουργοί τους. Κι επειδή η έμπνευση είναι ένα κύμα υπόγειο, το ίδιο ακριβώς τραγούδι (το «Και η βάρκα γύρισε μόνη») ακουγόταν σε μια ακόμη ελληνική ταινία, στο “Λούλα LeBlanc” που προβλήθηκε πριν πολύ λίγους μήνες. Και επειδή οι συμπτώσεις αν ξεκινήσουν δεν σταματάνε και ταυτόχρονα επειδή αν ένας συνθέτης είναι σπουδαίος, είναι και η παρουσία του πεισματάρα, όσο ξεχασμένος κι αν θεωρούνταν, επαναπροβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στους θερινούς κινηματογράφους «Το Παιδί και το Δελφίνι», στο οποίο ο Τώνης Μαρούδας τραγουδά ντουέτο με την εκθαμβωτικά εκθαμβωτική Σοφία Λόρεν το περίφημο τραγούδι του «Τι ‘ναι αυτό που το λένε αγάπη», το οποίο διαβάζω πως έχει πουλήσει παγκοσμίως πάνω από 2.500.000 δίσκους.

 

«Πίσω από τις Θημωνιές» της Ασημίνας Προέδρου.
«Λούλα LeBlanc» του Στέργιου Πάσχου

 

Σε συνέντευξη που μας έδωσε πριν λίγο καιρό για το «Λούλα LeBlanc», είχαμε ρωτήσει τον δημιουργό της ταινίας Στέργιο Πάσχο: «Πολλά τραγούδια άλλων εποχών στην ταινία. Πώς κι έτσι;». Η απάντησή του: «Το “Έρημος, βαρύς και μόνος” του Αττίκ είναι αριστούργημα, ένα συγκλονιστικό τραγούδι και επίσης φέρει αυτό το πράγμα, όπου οι στίχοι μιλούν για τον αδελφό του που χάθηκε και ταυτόχρονα έχει μια κατάφαση μουσική, ενώ λέει τα πιο σκοτεινά πράγματα. Είναι η ταινία σε τραγούδια όλο αυτό. Ή επίσης το “Και η βάρκα γύρισε μόνη” του Μαρούδα, μιλάει για κάποιον που πνίγηκε. Τι μόνη; Γύρισε χωρίς άνθρωπο. Κι είναι όμως αυτές οι χορωδιακές φωνές του Τρίο Μπελκάντο, αυτή η μουσικούλα που πέφτει πάνω στα πιο σκοτεινά θέματα. Θεωρούνται πιο ελαφρά τα τραγούδια εκείνης της περιόδου κι εκείνου του ύφους, ενώ είναι ένας θησαυρός που δεν έχει ακόμη εκτιμηθεί όπως θα πρεπε, όπως το ρεμπέτικο ας πούμε, που έχει μια άλλη θέση».

Μιλώντας για Αττίκ, υπάρχει βέβαια και η αριστουργηματική σκηνή του κυνηγιού στον «Αστακό» του Γιώργου Λάνθιμου, με τη μουσική υπόκρουση του «Από μέσα πεθαμένος»: «Μήπως τάχα σαν κι εμένα δεν είναι άνθρωποι πολλοί, από μέσα πεθαμένοι κι απ’ όξω ζωντανοί;». Δεν είναι σε όλες τις παραπάνω ταινίες ίδια η χρήση των τραγουδιών, δεν είναι ίδιος ο τρόπος που μεταβολίζεται η παράδοση. Ωστόσο δεν παύει να είναι εκεί, γονιμοποιώντας σκέψεις και συναισθήματα. Επίσης επανέρχεται στα τραγούδια αυτά και στο διάλογό τους με τις ταινίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το μοτίβο της σχέσης ζωής και θανάτου. 

Υπάρχει όμως η γενική σχέση με τον θάνατο ως δομικό υπαρξιακό συστατικό και υπάρχουν και εποχές περίεργες, εποχές που η απειλή ενός παγκοσμίου πολέμου ή ενός πυρηνικού πολέμου επικρέμαται πάνω απ’ τα κεφάλια μας και που, σε κάθε περίπτωση, πέραν των φόβων γενίκευσης, μαίνονται πόλεμοι με αληθινούς νεκρούς κάθε μέρα. Επειδή λοιπόν ούτως ή άλλως μιλήσαμε για τέλη ταινιών και επειδή ούτως ή άλλως μιλήσαμε και για τη σχέση ζωής και θανάτου, ελπίζοντας ότι δεν αλλάζω τελείως θέμα και ελπίζοντας ότι έχω αποφύγει ως τώρα τον σκόπελο των σπόιλερς, θα κάνω από εδώ και πέρα σπόιλερ όχι για μία αλλά για δύο ταινίες. 

 

“Leave the World Behind”

 

Στο τέλος του 2023 προβλήθηκε στο Netflix το “Leave the World Behind” (με μεγάλα πρωταγωνιστικά ονόματα – Τζούλια Ρόμπερτς, Μαχερσάλα Άλι, Ίθαν Χοκ, Κέβιν Μπέικον). Πρόκειται για μια ταινία με διάφορα προβλήματα, η οποία καταλήγει όμως σε ένα καταπληκτικό φινάλε, το οποίο νομίζω αποτυπώνει πολύ χαρακτηριστικά το πνεύμα της εποχής. Μητροπόλεις βομβαρδίζονται, ραδιενέργεια εκλύεται στην ατμόσφαιρα και η έφηβη ηρωίδα πηγαίνει σε ένα υπόγειο καταφύγιο, βάζοντας σε DVD το φινάλε από τα «Φιλαράκια», το οποίο δεν είχε καταφέρει να δει και το είχε σε εκκρεμότητα. Άρνηση; Απώθηση; Αλλά και τι διαφορετικό μπορείς να κάνεις αν ο κόσμος τελειώνει; Φάτε, πιέτε και γλεντάτε όλοι ρε παιδιά, όποιος πάει στον κάτω κόσμο δεν ξαναγυρνά; Είναι η ίδια συνθήκη; Είναι διαφορετική;

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι τουλάχιστον την απάντηση στο τι κάνουμε εκείνη την ώρα, αν ο μη γένοιτο έρθει, την έχει δώσει οριστικά και αμετάκλητα, απ’ το 1998, μια άλλη -υπέροχη όμως αυτή- εσχατολογική ταινία, το “Last Night” («Η Τελευταία Νύχτα του Κόσμου»): Μια καταστροφή που δεν μπορεί να αποφευχθεί έχει σημάνει εδώ και μήνες το τέλος του κόσμου. Βρισκόμαστε στην τελευταία νύχτα του. Δυο άγνωστοι γνωρίζονται κι αποφασίζουν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν την προδιαγεγραμμένη καταστροφή, καθώς θέλουν να ορίσουν εκείνοι το πώς θα φύγουν από τη ζωή. Κάθονται αντίκρυ και σημαδεύει ο ένας με το περίστροφο το μέτωπο του άλλου. Αλλά δεν μπορούν. Απομακρύνουν τα πιστόλια από τα κεφάλια τους και αρχίζουν να φιλιούνται. Η απόλυτη κατάφαση της ζωής τις τελευταίες στιγμές πριν τον θάνατο.

Μια είναι η θεμελιακή ερώτηση της ύπαρξης: Ναι; Και μία η απάντηση: Ναι.