Συνάντηση μετά από πολλά χρόνια παλιών συμμαθητών. Όχι συνολικό reunion τάξης, έξι πρώην έφηβοι, νυν μεσήλικοι. Αντροπαρέα. Σκέφτομαι εκ των υστέρων πόσο λίγο χρόνο απασχόλησαν, στις αρκετές ώρες που περάσαμε σε μια ταβέρνα, τα προσωπικά – οικογενειακά του καθενός. Αυτό είναι γεγονός. Περνώ στην υπόθεση, στην εικασία, σε κάτι που δεν έχω τρόπο να το ξέρω, σε κάτι που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αναπαραγωγή σεξιστικού στερεοτύπου. Υποθέτω λοιπόν ότι σε αντίστοιχη συνάντηση παλιών συμμαθητριών τα προσωπικά – οικογενειακά θα κυριαρχούσαν στη συζήτηση.
Τι εξηγεί αυτή τη διαφορά: η κοινωνική κατασκευή του φύλου μας; Κάτι ανάμεικτο; Κι έχει άραγε τόση σημασία; Άλλωστε, είπαμε, δεν ξέρω καν αν ισχύει ότι θα συνέβαινε έτσι. Θα συνεχίσω όμως πάνω στη συγκεκριμένη εικασία, κι αν τυχόν στηρίζεται σε λάθος βάση, το κακό έχει ήδη γίνει, οπότε δεν πειράζει αν προσπαθήσω να την ερμηνεύσω εξίσου λανθασμένα και στερεοτυπικά.
Εμάς τους άντρες, εμάς που ήμασταν κάποτε αγόρια, φαίνεται ότι το βλέμμα μας θα στρέφεται πάντα πρωτίστως προς τα έξω, προς τον έξω κόσμο. Είτε πολιτική είναι αυτή, είτε η γενικότερη κατάσταση της χώρας, είτε μπάλα και μπάσκετ, είτε αστεία για φαγητά και παλιούς καθηγητές, θα κάτσουμε σε ένα τραπέζι και αυτονόητα θα μιλάμε για τον έξω κόσμο. Όχι για τον μέσα μας. Κι αν είναι να μιλήσουμε για κιλά, ηλικίες, σεξ, πάλι με αστεία θα τα προσεγγίσουμε. Με χαβαλέ κι όχι με απευθείας επαφή με το συναίσθημα. Ο έξω κόσμος ήταν πάντα το προνομιακό μας πεδίο. Μας κληροδοτήθηκε η ενασχόληση μαζί του. Δικός μας ήταν, δικός μας παραμένει.
Αντίθετα, ακόμα κι αν οι γυναίκες, από τις γενιές των δικών μας γονιών αν όχι κι ακόμα πιο πριν, είχαν πάψει να είναι κλεισμένες σε ένα σπίτι και περιορισμένες σε ρόλο νοικοκυράς και μητέρας, ακόμα κι αν δούλευαν και τους ανήκε εξίσου ο κόσμος, ακόμα κι αν διέπρεπαν επαγγελματικά, τον έξω κόσμο δεν ξέρω κατά πόσο τον ένιωσαν ως εξίσου δικό τους. Δικός τους ήταν και είναι ο εσωτερικός κόσμος. Η προσωπική ζωή. Όσα μας ριζώνουν. Όσα είναι η ουσία μας. Δεν αναφέρομαι ντε και καλά σε παιδιά και οικογένειες. Αλλά και το πώς είσαι με την καθημερινότητά σου, με τη δουλειά σου, πώς είσαι με τον εαυτό σου, πώς νιώθεις με τη σχέση σου ή με τη μοναξιά σου ή με τη μοναξιά στη σχέση σου. Πώς είσαι. Πώς νιώθεις. Η ζωή, μια κατάσταση που τα κορίτσια κι οι γυναίκες έπαιρναν ανέκαθεν στα σοβαρά.
Κι ύστερα εμείς: η ζωή, μια κατάσταση που παίρναμε ανέκαθεν μεταξύ σοβαρού και αστείου, στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στο σοβαρό και το αστείο όπου κατοικεί το παιχνίδι. Εμάς τους άντρες, εμάς που ήμασταν κάποτε αγόρια, θα μας συναρπάζει πάντα η μπούρδα. Δεν το λέω υποτιμητικά. Το λέω με άπειρη στοργή προς την μπούρδα. Το λέω γιατί ξέρω ως τα κύτταρά μου ότι η ζωή που δεν βρίσκει αγαλλίαση, εκτόνωση και νόημα στην μπούρδα, στον χαβαλέ για τον χαβαλέ, στον αθλητικό πανηγυρισμό για τον αθλητικό πανηγυρισμό, στο μικροπολιτικό πάθος για το μικροπολιτικό πάθος, είναι μια ζωή καταθλιπτική.
Δεν υπήρξαμε ποτέ το σοβαρό φύλο, υπήρξαμε πάντοτε το ασόβαρο. Είτε η πατριαρχία φταίει είτε οτιδήποτε άλλο, γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και θα πεθάνουμε γελοίοι. Ευτυχώς. Κι ίσως η φυσικότητα με την οποία νιώθουμε άνετα μέσα στη γελοιότητα να έχει υπάρξει το μεγαλύτερο αλλά και το πιο άδικο προνόμιό μας.
