Παρακολούθησα στις 11 του Ιούλη τις Βάκχες του Βούλγαρου σκηνοθέτη Javor Gardev, με τους Tiger Lillies στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, και μου έχει μείνει μια αίσθηση ότι παρακολούθησα κάτι βαλκανο-κέλτικο· κάτι που δεν βακχήστηκε ποτέ ολοκληρωτικά, κάτι που μου στέρησε τον Χορό. Όμως, ό,τι κι αν λέω εγώ, παρακολούθησα μια παράσταση που φάνηκε να αρέσει στο κοινό. Το ένιωσα αυτό, ακόμη κι αν για μένα ήταν κάτι αρκετά βασικό – αυτό που λέμε “basic” στην «ελληνική» μας αργκό.
Λευκά κιγκλιδώματα, σιδερένια, κυριαρχούσαν στην ορχήστρα της Επιδαύρου και μια σιδερένια σκηνική κατασκευή, λευκή κι αυτή, στην κορυφή της οποίας ήταν τοποθετημένο το συγκρότημα The Tiger Lillies. Πάνω από τη θυμέλη, ένα καπάκι-βάση για να την προστατεύει, λες και περίμενε κάποιο λιοντάρι του τσίρκου να βγει πάνω της και να πατήσει. Η σκηνογραφική προσέγγιση του Nikola Toromanov θύμιζε κάτι σαν είσοδο συναυλίας, κάτι σαν ποδοσφαιρικό γήπεδο, κάτι σαν σιδερένια κιγκλιδωματο-καναπεδάκια του ΙΚΕΑ. Χρηστικά θα πω εγώ, κι όχι καταχρηστικά, γιατί κάπως διαχώριζαν τις Μαινάδες από τους τσαντισμένους βασιλιάδες. Στην περίπτωσή μας, τον έξαλλο -έξαλλο όμως- Πενθέα του Μιχαήλ Ταμπακάκη, που δεν δεχόταν τη λατρεία του Διονύσου. Αυτά δεν άρεσαν καθόλου στον βασιλιά της Θήβας, μα ούτε κι εμένα με κέρδισαν. Τα κοστούμια μου θύμισαν και λίγο από διαγωνισμό Eurovision: κέρατα στο κεφάλι, βοστρύχους στην κόμη αλά Πριγκίπισσα Λέια των Star Wars και, φυσικά, μαύρα τομάρια με τρίχες.

Οι Βάκχες του Ευριπίδη αποτελούν το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του, που οι μελετητές το κατατάσσουν ως την κορυφαία στιγμή της δραματουργίας του. Γράφτηκαν γύρω στο 407 π.Χ., όταν ο ξενερωμένος από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την πολιτική κατάσταση της Αθήνας Ευριπίδης την εγκαταλείπει, αποδεχόμενος την πρόσκληση του βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου να εγκατασταθεί εκεί. Μακριά από την Αθήνα, εκεί στη Μακεδονία, ο Ευριπίδης, μεγάλος πια, ανάμεσα στα πυκνά δάση, τα ημιάγρια, τα γεμάτα μυστικισμό και αρχέγονες λατρείες, έρχεται σ’ επαφή με τον οργιαστικό διονυσιασμό. Το έργο του, οι Βάκχες, δεν παραστάθηκε όσο εκείνος ήταν εν ζωή, αλλά μετά τον θάνατό του, το 405 π.Χ., από τον γιο ή ανιψιό του Ευριπίδη, ονομαζόμενο κι αυτόν Ευριπίδη, αποσπώντας το πρώτο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια. Μια ειρωνική, θα έλεγα, δικαίωση για έναν δημιουργό που αμφισβητήθηκε πολύ από τους συμπατριώτες του Αθηναίους. Εδώ θέλω να σταθώ σε κάτι που είναι ανατριχιαστικό και αποδεικνύει πόσο επίκαιρα τελικά είναι μερικά έργα και πόσο τραγικές και επαναλαμβανόμενες είναι οι ζωές όλων μας σ’ αυτόν τον πλανήτη Γη που μας έλαχε να ζούμε. Η εποχή που έγραψε το έργο ο Ευριπίδης δεν ήταν τυχαία. Η Αθήνα και η δημοκρατία βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε εξαντλήσει οικονομικά, πολιτικά και ηθικά την πόλη. Οι βεβαιότητες της κλασικής δημοκρατίας είχαν κλονιστεί και μαζί της η εμπιστοσύνη στη λογική. Σε αυτό το κλίμα δοκιμασίας και αβεβαιότητας, εκείνος έγραψε μια τραγωδία που προειδοποιεί: όταν ο άνθρωπος πιστέψει ότι η λογική αρκεί για να εξηγήσει τα πάντα, κινδυνεύει να αγνοήσει τις πιο βαθιές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της ύπαρξής του. Είναι ένα άκρως φιλοσοφικό και τραγικό έργο στην ουσία του, θαρρώ, γι’ αυτό και ο Χορός κυριαρχεί τόσο πολύ, το πιο σημαντικό «συστατικό» στο αρχαίο δράμα εκφράζοντας τη φωνή του λαού.
Η υπόθεση του έργου είναι ότι μόνο δεινά έρχονται όταν ένας βασιλιάς τα βάζει με έναν θεό. Στο κέντρο της τραγωδίας είναι ο Διόνυσος, ο νεότερος από τους θεούς του Ολύμπου. Επιστρέφει λοιπόν στη Θήβα, την πόλη που γεννήθηκε από την ένωση του Δία με τη μάνα του Σεμέλη, όχι όμως για να γιορτάσει, αλλά για ν’ απαιτήσει την αναγνώριση της θεϊκής του υπόστασης, που έχει ήδη κατακτήσει στην Ασία. Φυσικά, ο Πενθέας, ο βασιλιάς της Θήβας, αρνείται να τον αποδεχτεί. Βρίσκει αυτές τις Βακχείες, τις διονυσιακές τελετές, πολύ επικίνδυνες, ανήθικες και τοξικές απειλές για την κοινωνική τάξη. Ο Πενθέας εκπροσωπεί τον ορθολογισμό, τον έλεγχο, την κρατική εξουσία και μια πεποίθηση ότι κάθε τι ανεξήγητο, κάθε τι διαφορετικό πρέπει να κατασταλεί και να χαρακτηριστεί ως τοξικό, επειδή απλά είναι διαφορετικό ή αρνείται να συμφωνεί με το εκάστοτε πολιτικό αφήγημα που θέλει να επιβάλει η κάθε εξουσία. Ο Διόνυσος, μεταμορφωμένος ως κοινός θνητός, παίζει με την ψυχολογία του Πενθέα και τον παγιδεύει. «Ντύσου γυναικεία, μπες μέσα στον ανήθικο χορό των γυναικών που κάνουν κρυφά και μυστικιστικά εκεί στον Κιθαιρώνα, πάθε και λίγη έκσταση να καταλάβεις τι εστί διονυσιακή λατρεία και τα λέμε μετά». Πάει, αλλά επιστρέφει κομματιασμένος, ξεσκισμένος από τις Μαινάδες και την ίδια του τη μάνα, την Αγαύη, οι οποίες είχαν τυφλωθεί από τη θεϊκή μανία και τη μέθεξη και τον είδαν ως λιοντάρι.


Κορυφαία στιγμή του έργου είναι όταν η μάνα συνειδητοποιεί ότι δεν βαστά κεφάλι λιονταριού, μα του παιδιού της. Αυτό που κάνει τις Βάκχες να ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες τραγωδίες δεν είναι τόσο η πλοκή τους, αλλά η φιλοσοφική τους πολυπλοκότητα. Ο Ευριπίδης δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση· δεν είναι ούτε με τον Διόνυσο ούτε με τον Πενθέα. Αντιθέτως, τους παρουσιάζει ως τα δύο άκρα, τις δύο ακραίες μορφές αντίληψης του κόσμου, που συγκρούονται μέχρις εσχάτων. Ο Πενθέας εκπροσωπεί τη λογική, την τάξη, τον νόμο κι, όπως σας είπα πιο πάνω, την πολιτική εξουσία που μας πνίγει. Ο Διόνυσος, από την άλλη, συμβολίζει τη φύση, το ένστικτο, το πάθος, τη μέθη, την τέχνη, τη μουσική και τον χορό. Εδώ όμως δεν έρχεται ως αγαθοποιός θεός, αλλά ως σκληρός, εκδικητικός και αμείλικτος απέναντι σε όποιον αμφισβητεί τη θεϊκή του υπόσταση. Κάτι εντελώς αντίθετο από το πώς παρουσιάζεται ο Χριστός. Κι όμως, ο Ευριπίδης δεν παρουσιάζει τον Διόνυσο ως τύραννο, αλλά τον κάνει να λειτουργεί ως μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν έχει μόνο λογική. Ο άνθρωπος έχει συνειδητό, ασυνείδητο, εγώ και υπερεγώ, επιθυμία, έκσταση, φόβο, έρωτα και μια διαρκή ανάγκη για υπέρβαση. Αυτή η τραγωδία χτυπάει καμπανάκια προειδοποίησης ότι, όταν κατασταλούν ολοκληρωτικά αυτές οι ποιότητες ή δυνάμεις του ανθρώπου, επιστρέφουν με ένταση ακόμη μεγαλύτερη και καταστρέφουν, προκαλούν δεινά. Ο Χορός είναι το πιο σημαντικό μέρος αυτής της τραγωδίας. Είναι ουσιαστικός και δεν αντιλήφθηκα, γιατί έπρεπε οι Tiger Lillies να λειτουργήσουν ως «ραψωδοί» και γιατί ο Χορός να αποτελείται από τόσο λίγες, σε σχέση με το σκηνικό και τη χρήση του χώρου, γυναίκες -12 τον αριθμό.
Βλέπω μια έξυπνη σκηνοθετική ματιά από τον Βούλγαρο σκηνοθέτη, καθώς έκανε χρήση όλου του κοίλου. Οι Μαινάδες ανέβαιναν και κατέβαιναν τα σκαλιά και βρίσκονταν ανάμεσά μας. Αυτό θα λειτουργούσε πάρα πολύ ανατριχιαστικά αν είχαμε διπλάσιο αριθμό μελών του Χορού, διάσπαρτο στον χώρο. Το βρετανικό συγκρότημα Tiger Lillies, εκεί ψηλά, έπαιζε τα όργανά του και τραγουδούσε ο Martyn Jacques τις συνθέσεις τους, δίνοντας στις Βάκχες και μία «καμπαρέ» αίσθηση. Από την άλλη, στα δικά μου μάτια, ήταν σαν ένα μιούζικαλ. Το κοινό όμως γούσταρε. Και σας διαβεβαιώ ότι γούσταρε τόσο, που ήθελε κάθε φορά που τελείωνε το τραγούδι τους οι Tiger Lillies να χειροκροτούν. Συνέβη, ευτυχώς, μόνο τρεις φορές. Θα μου πείτε: γιατί είναι κακό να χειροκροτείς; Αν πήγαινα να παρακολουθήσω μια συναυλία των Tiger Lillies, κανένα πρόβλημα. Μα πήγα να δω τις Βάκχες, δίχως χειροκροτήματα μετά από κάθε χορικό να μου χαλάνε τη ροή.


Ο σκηνοθέτης Javor Gardev, στο σημείωμά του, διερωτάται: «Είναι δυνατόν, έστω και μόνο στο πλαίσιο μιας παράστασης, ο Διόνυσος να νικήσει ολοκληρωτικά και άνευ όρων τον Απόλλωνα;» Όπως ο ίδιος το αφήνει αναπάντητο, έτσι κι η σκηνοθεσία του δεν το απαντά. Και γιατί θα πρέπει να ηττηθεί ο Απόλλωνας, σκέφτομαι εγώ, που διονυσιακή έκσταση δεν είδα στην παράσταση αυτή καθόλου; Άκουγα τραγούδια λες κι ήμουν σε κάποια μεσαιωνική αυλή βασιλιά που είχε τροβαδούρους. Είπαμε όμως απ’ ότι αντιλήφθηκα στο κοινό άρεσε. Αλλά αυτό πρέπει να μας είναι αρκετό;
Τα τραγούδια των Tiger Lillies ήταν μελωδικά και είχαν και μηνύματα. Τραγούδια που, μαζί με τους ήχους που έβγαζαν οι Μαινάδες, έδεναν και δημιουργούσαν μια κάποια ατμόσφαιρα. Τα χορικά, όταν όλες οι γυναίκες του Χορού μιλούσαν ταυτόχρονα, δεν τα καταλάβαινα πολύ. Ευτυχώς υπήρχαν υπέρτιτλοι στα αγγλικά και τα ελληνικά και έτσι μπορούσε το μάτι μου να ακούσει καθαρά τι μου έλεγαν. Το άλλο παράδοξο που συνάντησα, διαβάζοντας τους ελληνικούς υπέρτιτλους, ήταν η φράση «Ευοί ευάν Διόνυσε». Αυτή η γλώσσα, η ελληνική, είναι τόσο δύσκολη να μεταφραστεί. Ακόμα και η λέξη «ύβρις», ίσως μοναχά ο Σαίξπηρ να έχει καταφέρει κάπως ελαφρά να τη «σαιξπηροποιήσει». Είναι δύσκολη γλώσσα η δική μας, το κατανοώ, και ειδικά στο αρχαίο δράμα το να γνωρίζεις ελληνικά είναι ουσιαστικό. Όμως η μετάφραση κι αυτή ήταν βασική. Και μην το λάβετε ως κακό αυτό το «βασικό» που λέω, γιατί αυτό το “basic” θα μου επέτρεπε να πάρω μαζί μου στην παράσταση από έναν έφηβο έως έναν ενήλικα που δεν έχει ξαναδεί Βάκχες και να του πω: «Έλα να το δούμε, κι αν σου αρέσει, θα πάμε να δούμε και άλλη τραγωδία μετά». Η παράσταση αυτή είναι μια «τίμια» εισαγωγή στο αρχαίο δράμα, κι ας μην την εξυμνώ, διαβάζοντάς με.
Η μόνη στιγμή βακχείας που ένιωσα ήταν όταν οι Μαινάδες διέλυαν τα σιδερένια κιγκλιδώματα, ισοπεδώνοντας το εμπόδιο ανάμεσα στον βασιλιά — την εξουσία — και τους θεατές — την κοινωνία. Ο Διόνυσος, Leonid Yovchev, ήταν μοναδικός και καθόλου υπερβολικός. Μάλιστα, στο τέλος, που η παράσταση τελειώνει μ’ ένα τραγούδι που μας ρωτούσε “Were you ever happy?”, με τον Χορό να επαναλαμβάνει το “happy”, άκουγα χειροκροτήματα από τα άνω διαζώματα. Κοιτάω προς τα πίσω και είδα τον Διόνυσο εκεί πάνω να τους παρακινεί να χειροκροτήσουν. Και ναι, ακόμα κι εγώ, ο ξενερωμένος από την έλλειψη βακχείας, άρχισα στον ρυθμό να τραγουδώ τη λέξη “happy”.

Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ως Κάδμος, ο παππούς του εκτός εαυτού Πενθέα, και ο Samuel Finzi ως ο τυφλός μάντης Τειρεσίας, ενώ στην αρχή, με τους τονισμούς τους, ήταν σαν να ήθελαν να μας κάνουν να γελάσουμε, στο τέλος της παράστασης φάνηκε η αρχοντιά τους. Ο Τειρεσίας, με μεστή φωνή, να μας μιλά για το τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι τα βάζουν με τους θεούς. Και ο Κάδμος, πετρωμένος μπροστά στο τέλος της γενιάς του, να ενημερώνει την κόρη του Αγαύη ότι αυτό που βαστά είναι το κεφάλι του γιου της κι όχι ένα κεφάλι λιονταριού.
Η Αγαύη – Λουκία Μιχαλοπούλου, ευτυχώς που την έχω δει και σε άλλες παραστάσεις και γνωρίζω ότι είναι καλή ηθοποιός, γιατί αλλιώς θα είχα δυστυχώς μια εντελώς διαφορετική εντύπωση. Ενδεχομένως ήταν και η σκηνοθετική καθοδήγηση, αλλά έχοντας -στην υπόθεση- κομματιάσει το ίδιο το παιδί σου, δεν είναι ότι θα ήθελα να δω υπερβολές, ούτε χτυπήματα στο στήθος και σπαρακτικές κραυγές αλλά είναι σημαντικό να δεις μια μάνα που, έστω και βασίλισσα, καταρρέει όταν αντικρίζει την αλήθεια. Οι σπασμοί του σώματος και τα γουρλωμένα μάτια δεν ήταν αρκετά για να με συγκινήσουν.
Πιστεύω ότι σας έκανα ξεκάθαρο πως από έναν Βαλκάνιο σκηνοθέτη περίμενα κάτι ακόμα πιο δυνατό, μιας και έχουμε κάποια κοινά εμείς οι δύο λαοί, εκτός από μια νίκη στον διαγωνισμό της Eurovision μετά την είσοδό μας στο ευρώ. Φέτος μπήκαν και οι Βούλγαροι στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και πιθανόν να δουν την ίδια «γλύκα» ως χώρα όπως είδαμε εμείς. Να μην τους αρέσει αυτός ο «νεωτερισμός», ο «βακχικός» του ευρώ, και να αναζητήσουν το «απολλώνιο» λεβ τους. Η ισοτιμία είναι 1 ευρώ προς 2 βουλγάρικα λεβ. Όπως και το σκορ της παράστασης που παρακολούθησα: Βακχεία: 0, Χορός: 2, Μουσική: 7, Υποκριτική: 8. Και το δωδεκάρι μου πάει στον Διόνυσο. Καλή επιτυχία στην περιοδεία εύχομαι. Θα γεμίσει θέατρα και θα περάσει ωραία το κοινό, όπως συνεπήρε πολλούς από το κοινό της Επιδαύρου. Και, όπως σας είπα, μην φοβηθείτε να πάρετε μαζί σας και τα έφηβα παιδιά σας. Είναι μια πολύ καλή βασική εισαγωγή στο αρχαίο δράμα.

Αφού σας τα είπα όλα, θα σας πω κι αυτό κλείνοντας. Η σκηνοθεσία, πάντως, είχε και τις δόσεις χιούμορ της. Σε ένα τραγούδι τους, μάλιστα, οι Tiger Lillies μοιράστηκαν και τον πόνο τους για τη μοναρχία και τον βασιλιά. Το σημείο όμως που με έκανε να γελάσω ήταν όταν, δύο φορές, ο Πενθέας πάτησε πάνω στη θυμέλη, τον βωμό του Διονύσου -που υπήρχε σε όλα τα αρχαία θέατρα, ο Χορός αντιδρούσε μ’ έναν ήχο σαν να έβλεπε μια ύβρη να συντελείται μπροστά στα μάτια του. Στο τέλος, ο Διόνυσος της παράστασης ξεκαπακώνει τη βάση που προστάτευε τη θυμέλη και, δυστυχώς, τη φιλάει. Δυστυχώς λέω, γιατί μου θύμισε εντελώς συνειρμικά εκείνον που κάποτε φίλησε ομοίωμα του Παρθενώνα. Αλλά πού να το γνωρίζει αυτό ο Leonid Yovchev; Εκείνος το έπραξε από σεβασμό προς την ιερότητα του χώρου στον οποίο του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει και βγήκε ασπροπρόσωπος.
Οι Βάκχες δεν είναι ένα έργο για τους θεούς της αρχαιότητας. Είναι ένα έργο για τον σημερινό άνθρωπο. Τον άνθρωπο που πιστεύει ότι μπορεί τα πάντα να εξηγήσει, να οργανώσει, να ελέγξει. Για μια κοινωνία που φοβάται το ανορθολογικό, την τέχνη που αναστατώνει, την ποικιλότητα και κάθε τι που ξεφεύγει από τις συμβάσεις. Ο Ευριπίδης, στο τελευταίο του έργο, δεν υμνεί ούτε την παράνοια ούτε τη λογική. Υπενθυμίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και ύπαρξης. Όταν η λογική μετατρέπεται σε αλαζονεία και η εξουσία αρνείται να αναγνωρίσει τις ανθρώπινες ανάγκες της κοινωνίας, κεφάλια βασιλιάδων πέφτουν. Γι’ αυτό οι Βάκχες εξακολουθούν να μας συγκλονίζουν και να έχουμε αξιώσεις από τις παραστάσεις τους. Γιατί πίσω από τον μύθο του Διονύσου και του Πενθέα δεν βλέπουμε την αρχαία Θήβα. Βλέπουμε τον εαυτό μας, που καμιά φορά είναι ο χειρότερος εχθρός μας.

