Δεν είναι λογικό; Ο Πολ Όστερ στο τελευταίο του μυθιστόρημα μας αποχαιρετάει φορώντας τη σχεδόν διάφανη μεταμφίεση του πρωταγωνιστή του, Μπαουμγκάρτνερ. Και είναι επίσης λογικό να μας μιλήσει για τη θλίψη της απώλειας αλλά και να κάνει έναν σύντομο και συνεκτικό απολογισμό μιας ζωής. Προφανώς γνώριζε ότι είναι και το τελευταίο του έργο, κι έτσι επέστρεψε στην αγαπημένη του φόρμα: το σύντομο μυθιστόρημα που πάντοτε διαβάζεται αβίαστα και μοιάζει λες και κάνει παρέα στον αναγνώστη, λες και τον παίρνει από το χέρι για να τον ταξιδέψει, άλλοτε κοντά και άλλοτε μακριά, άλλοτε σε εξωτικούς προορισμούς και άλλοτε στο απόλυτα οικείο.

Προφανώς δεν θα περιμένει κάποιος ξαφνικές υφολογικές καινοτομίες ή παρεκβάσεις σε ένα τελευταίο μυθιστόρημα. Άλλωστε ο Όστερ άφησε το στίγμα του από πλευράς ύφους και πειραματισμού με το πρώτο – και κορυφαίο – του μυθοπλαστικό έργο, την περίφημη Τριλογία της Νέας Υόρκης, όπου και εισήγαγε τη μεταμοντέρνα προοπτική στο κορεσμένο πεδίο αυτού που ευρέως αποκαλούμε νουάρ.

Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ο εβδομηντάρης συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου Σάι Μπαουμγκάρτνερ, γόνος Πολωνο-Εβραίων, μεγαλωμένος στο Νιου Τζέρσεϊ με σπουδές και στο Παρίσι (αν εξαιρέσουμε το όνομα και την ακαδημαϊκή καριέρα μιλάμε για το ακριβές βιογραφικό του Πολ Όστερ), βρίσκεται σε μία κατάσταση διαρκούς πένθους και μοναξιάς λόγω του θανάτου της επί σαράντα ετών γυναίκας του σε ένα δυστύχημα πριν από δέκα χρόνια. Αυτή η κατάσταση τον ωθεί στο να επισκεφθεί εκ νέου όχι μονάχα τα γραπτά της γυναίκας του (η οποία είχε υπάρξει μεταφράστρια και ποιήτρια), και μέσω αυτών την ιστορία της σχέσης τους, αλλά τελικά να ταξιδέψει εκ νέου νοσταλγικά στην ίδια του τη ζωή από την παιδική ηλικία ως το σήμερα.

Και τι μένει τελικά από αυτή τη ζωή; Ποιο είναι το απόσταγμα; Πώς διαχειρίζεται κάποιος την απώλεια και εξακολουθεί να στέκεται όρθιος; Έχει νόημα το (όποιο) έργο στο οποίο έχεις αφιερώσει την επαγγελματική σου ζωή; Πολλά τα ερωτήματα και δεν νομίζω ότι ο Όστερ ενδιαφέρεται να δώσει έτοιμες, προκατασκευασμένες απαντήσεις σαν fortune cookie. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να βγάλουμε κάποια σχετικά ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με το βιβλίο.

Το πρώτο από αυτά είναι ότι και εδώ η γνωστή εμμονή του Όστερ με την έννοια του τυχαίου στη ζωή κάνει έντονα την εμφάνισή της. Πάντοτε εντυπωσίαζε τον Όστερ – και μέσω αυτού τον αναγνώστη – το πόσο αυθαίρετα καθόριζαν τη ζωή οι συμπτώσεις. Από την περίφημη Τριλογία της Νέας Υόρκης, μέχρι (προφανώς) τη Μουσική της Τύχης και το πρόσφατο 4321, οι κεντρικοί χαρακτήρες του Όστερ συχνά αποδεικνύονται μαριονέτες στα αόρατα χέρια του ακαθόριστου τυχαίου. Έτσι και εδώ, η σχέση του Μπαουμγκάρτνερ με τη γυναίκα του είναι προϊόν συμπτώσεων, όλα θα μπορούσαν να έχουν κυλήσει διαφορετικά αν μία μονάχα λεπτομέρεια παρέκκλινε από αυτό που τελικά μοιάζει με ψευδαίσθηση ενός ευρύτερου σχεδίου.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι πάντοτε ελλοχεύει μια μεταμυθοπλαστική διάσταση στα έργα του Όστερ, έτσι και εδώ, παρά το ότι είναι ένα έργο αρκετά συμβατικό και φαινομενικά όχι μεταμοντέρνο, η πολυποίκιλη έννοια της αφήγησης και των δυνατοτήτων της είναι παρούσα. Ιδιαίτερα στο κεφάλαιο «Οι λύκοι του Στάνισλαβ», το οποίο εύκολα θα μπορούσε να αποτελεί αυτοτελές διήγημα και δεν είμαι σίγουρος πόσο οργανικά ταιριάζει στο υπόλοιπο μυθιστόρημα, ο Μπαουμγκάρτνερ εξιστορεί ένα ταξίδι του στην πόλη της δυτικής Ουκρανίας από την οποία καταγόταν η οικογένεια της μητέρας του. Το επίδικο αυτής της ιστορίας είναι κατά πόσο μια αφήγηση αποκτάει τη δική της αλήθεια αν βγάζει νόημα και συγκινεί, ασχέτως αν βασίζεται σε πραγματικά και επαληθευμένα γεγονότα. Αυτό αποτελεί και έναν στοχασμό γύρω από την ικανότητα της αφήγησης να γεννάει μια υποκειμενική αλήθεια που υπερβαίνει την αντικειμενική αλήθεια των γεγονότων.

Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω δυο κουβέντες για το τέλος, κάτι που ποτέ δεν κάνω αφού δεν θέλω να στερήσω από τον αναγνώστη τη δυνατότητα να το ανακαλύψει από μόνος του. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το τέλος δείχνει αρκετά αυτόνομο, και επίσης είναι σκανδαλιστικά αινιγματικό, ιδίως αν σκεφτεί κάποιος ότι ο Όστερ γνώριζε ότι ενδεχομένως να ταυτίζεται και με το δικό του τέλος.

 

 

Το τέλος φαινομενικά είναι απλό: ο Μπαουμγκάρτνερ οδηγεί με το αυτοκίνητό του για ώρες προκειμένου να ξεχαστεί όταν αυτό βγαίνει εκτός πορείας και χτυπάει. Το ατύχημα δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρό για τον ίδιο, αλλά σημαίνει ότι το αυτοκίνητό του έχει μείνει εντελώς στη μέση του πουθενά, κι έτσι εκείνος αναγκάζεται να συνεχίσει περπατώντας ώσπου να βρει ένα σπίτι για να χτυπήσει το κουδούνι και να ζητήσει βοήθεια. Τι κείμενο τελειώνει ως εξής: «Και έτσι, με τον άνεμο στο πρόσωπό του και το αίμα να τρέχει ακόμα από την πληγή στο μέτωπό του, ο ήρωάς μας ξεκινάει προς αναζήτηση βοήθειας και, όταν φτάνει στο πρώτο σπίτι και χτυπάει την πόρτα, το τελευταίο κεφάλαιο στην ιστορία του Σ. Τ. Μπαουμγκάρτνερ αρχίζει». Είναι ένα αισιόδοξο τέλος που αφήνει ένα καινούριο κεφάλαιο να διαφαίνεται στο μέλλον του, ηλικιωμένου πια, πρωταγωνιστή του. Όμως υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση για την οποία ο Όστερ έχει δώσει ερμηνευτικά κλειδιά λίγο νωρίτερα.

Το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Μπαουμγκάρτνερ ήταν η ανάπτυξη μιας θεωρίας του για την δυαδικότητα ψυχής-σώματος. Προκειμένου να την εξηγήσει, ο Μπαουμγκάρτνερ είχε χρησιμοποιήσει ως μεταφορά ένα όχημα: ο οδηγός είναι η ψυχή και το αυτοκίνητο το σώμα, και κατά την διάρκεια αυτής της διαδρομής τα δύο ενώνονται και ταυτίζονται. Αν εφαρμόσουμε αυτή την αναλογία στον επίλογο του βιβλίου, τότε το αυτοκίνητο – σώμα έχει καταρρεύσει και ο οδηγός – ψυχή ξεκινάει ένα νέο ταξίδι, ένα καινούριο κεφάλαιο. Είναι αυτή μια χαραμάδα αισιοδοξίας που αφήνει ο Όστερ; Ή είναι μια κίνηση πίστης, για την ακρίβεια ένα θαρραλέο βήμα στα τυφλά της πίστης α λα Κίρκεγκαρντ, το οποίο αφήνει ανοιχτή την ελπίδα για μια μεταφυσική πνευματικότητα, για την αθανασία της ψυχής που υπερβαίνει τα υλικά της δεσμά; Εγώ έτσι θέλω να το διαβάζω, σαν μία ταιριαστή κατακλείδα στη ζωή και τη σκέψη ενός ανθρώπου που καταστάλαξε και επέλεξε να ατενίσει θαρραλέα την αιωνιότητα. Δεν ξέρω αν είναι πεποίθηση ή ελπίδα, βεβαιότητα ή ψευδαίσθηση, αλλά είπαμε: μερικές φορές η αφήγηση δημιουργεί τη δική της υποκειμενική αλήθεια που υπερβαίνει τα γεγονότα. Τι πιο ταιριαστό για έναν σπουδαίο αφηγητή;