Ζωγραφική και κινηματογράφος. Δύο τρόποι να φτιάχνεις ιστορίες από εικόνες, να γεννάς ατμόσφαιρες, να ξετυλίγεις το νήμα της μνήμης, να δίνεις ρεύμα στη φαντασία. Στο περίπτερο R1 της Γκαλερί Ζουμπουλάκη, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Art Athina 2025, βρεθήκαμε μπροστά στα δύο έργα του Στέφανου Ρόκου. Έργα πολύχρωμα, γεμάτα θραύσματα εικόνων, σαν τα credits που τρέχουν στο τέλος μιας ταινίας, ένας ευχαριστήριος λόγος για όλους τους αθέατους ήρωες πίσω από τις κάμερες. Όπως οι τίτλοι τέλους που αναφέρουν εκατοντάδες ονόματα, οι «Ανατροπές» μοιάζουν με ένα tribute στους αθέατους συντελεστές του σινεμά: σε όλους εκείνους που δουλεύουν πίσω από τις κάμερες, που κρατούν το φως, τον ήχο, την ατμόσφαιρα. Ο Ρόκος τούς ενσωματώνει στη δική του εικαστική γλώσσα, στήνοντας μια ωδή στη συλλογικότητα που απαιτεί κάθε κινηματογραφικό έργο.

Τα έργα «Ανατροπή Ι και ΙΙ: Πολύτιμες στιγμές έμπνευσης και ειρήνης», τα δύο ζωγραφικά νέα έργα του εικαστικού είναι η καρδιά του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που χτύπησε φέτος λίγο νωρίτερα εδώ, στην Αθήνα. Δύο πίνακες με ιδιαιτέρως πυκνή γραφή, στους οποίους συνυπάρχουν αμέτρητα οπτικά ερεθίσματα, μικρόκοσμοι και συναισθήματα, όπως ακριβώς σε μια μεγάλη κινηματογραφική περιπέτεια.

Τα έργα του Ρόκου εγκιβωτίζουν αθέατους κόσμους, που χρειάζεσαι χρόνο για να ανακαλύψεις. Σαν να παρακολουθείς ένα φιλμ καρέ-καρέ: τραπεζώματα και φαγητό, γάτες που περιδιαβαίνουν, πρόσωπα που φλέγονται από την έκσταση, μαχαίρια που κόβουν ή σφάζουν. Κόλαση και παράδεισος, ρόλοι και ιστορίες που ξεδιπλώνονται παράλληλα. Κι ύστερα μια πόρτα, να διχοτομεί την εικόνα στα δύο, από τη μια η αλήθεια και η πραγματικότητα, κι από την άλλη το στημένο σκηνικό, όπως πίσω από τις κάμερες ή μπροστά από τα boomers του ήχου σε ένα κινηματογραφικό στούντιο. Εκεί που το ψεύτικο και το αληθινό μπλέκονται, κι η φλόγα της έμπνευσης γεννιέται μέσα στην αμφισημία.

Στις «Ανατροπές» αναδύονται μορφές που μοιάζουν να έχουν δραπετεύσει από τις σκοτεινές αίθουσες. Ήρωες του Ντέιβιντ Λιντς, όπως ο μυστηριώδης άνδρας του Lost Highway που ερμήνευσε ο Ρόμπερτ Μπλέικ, στέκουν πλάι σε μικρά σκίτσα του Όζι Όζμπορν και του Μπράιαν Ουίλσον των Beach Boys, που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή αφήνοντας πίσω τους τραγούδια και συνόδευσαν με τη μουσική τους τη μαγεία της οθόνης.

Στέφανος Ρόκος
Λεπτομέρειες από το έργο του Στέφανου Ρόκου
Ο Στέφανος Ρόκος μπροστά από το έργο του

Κάπου ανάμεσα, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει την έμπνευση του Στέφανου Ρόκου, εκείνη τη γλυκιά, ζεστή φλόγα. Είναι η δύναμη που συνδέει τα φαινομενικά ανόμοια στοιχεία: τις γάτες και τα τραπεζώματα, τα πρόσωπα που καίγονται από την έκσταση και τις σκηνές βίας, τον παράδεισο και την κόλαση. Μια σπίθα που ενώνει το αληθινό με το σκηνοθετημένο, όπως πίσω από τις κάμερες σε ένα κινηματογραφικό γύρισμα. Ο Ρόκος φτιάχνει ένα κινηματογραφικό παλίμψηστο, όπου η μουσική, η ποπ κουλτούρα και το σινεμά συνομιλούν με την ίδια ένταση πάνω στον καμβά. Είναι η εξομολόγηση ενός καλλιτέχνη που για πάνω από δεκαπέντε χρόνια παρακολουθεί πιστά το φεστιβάλ, ονειρευόμενος κάποτε να εικονοποιήσει ένα κομμάτι του. Και τώρα, σαν ένα κρυφό σενάριο που ωρίμαζε αθόρυβα, βρίσκει τον δρόμο του στον καμβά.

Ο ίδιος μίλησε για τον τρόπο που νιώθει κομμάτι του κινηματογράφου: «Σκέφτομαι μια ιστορία, τη μετατρέπω σε σενάριο, φτιάχνω χαρακτήρες, τους τοποθετώ στο φως, στη σκιά ή κάπου ενδιάμεσα… Στα έργα μου τίποτα δεν κινείται, κι όμως υπάρχει κίνηση». Αυτή η αγάπη του για το σινεμά τον έχει κάνει να κουβαλά μέσα του έτοιμες σκηνές, σαν μικρά σενάρια που περίμεναν τη στιγμή να πάρουν μορφή. Κι όταν πριν από λίγους μήνες το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και ο καλλιτεχνικός του διευθυντής, Ορέστης Ανδρεαδάκης, του άναψαν το φως να δημιουργήσει, η ώρα είχε φτάσει. Ο Στέφανος Ρόκος ήταν ήδη προετοιμασμένος.  Είναι παράδοση του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης να αναθέτει κατά καιρούς την εικαστική του ταυτότητα σε αναγνωρισμένους δημιουργούς, καλλιεργώντας έναν συνεχή διάλογο ανάμεσα στην εικόνα και την κινηματογραφική αφήγηση. Τη σειρά παίρνουν κάθε φορά καλλιτέχνες που αφήνουν το δικό τους στίγμα όπως με τους: Δημήτρη Αναστασίου, Δημήτρη Παπαϊωάννου, Στέλλα Καπεζάνου και Βασίλη Σελιμά.

Υπάρχει πάντα ένα plot twist στα έργα του Ρόκου, μια ανατροπή που κρύβεται μέσα σε καθημερινά αντικείμενα. Εδώ είναι το τηλέφωνο και το αβοκάντο, δύο μικρά props που λειτουργούν σαν σχόλια, σαν αινιγματικοί πρωταγωνιστές, σαν μικροί αποσταθεροποιητές, σχεδόν σαν κωδικοί σε μια ταινία που ο θεατής καλείται να «διαβάσει». Το μυαλό μου όμως τρέχει. Το τηλέφωνο, μέσο επικοινωνίας, είναι σαν το καλώδιο που μεταφέρει την ενέργεια από το set στον θεατή, από την ιδέα στην εικόνα. Το αβοκάντο, πάλι, με την εξωτική του ομορφιά και την πρωτόγονη, μαλακή γεύση που επιδέχεται layers, μοιάζει με μια μεταφορά για τις ίδιες τις ιστορίες που ξετυλίγονται σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Σύμβολο ίσως της τέχνης που μοιάζει να είναι κάπως έτσι: μια γεύση γνώριμη και ξένη μαζί, που σε καλεί να την ξαναδοκιμάσεις. Ο Στέφανος Ρόκος διατηρεί το μυστήριο γύρω από αυτά. Δεν θα πει λέξη για αυτές τις δύο επιλογές.

Αυτά τα έργα έγιναν η αφετηρία για δύο μικρού μήκους animation ταινίες, τα επίσημα σποτ του Φεστιβάλ, που δημιούργησαν ο ίδιος με τον Φωκίωνα Ξένο και σε μουσική του Jim Sclavunos, του θρυλικού μουσικού που συνοδεύει τον Nick Cave and the Bad Seeds από το 1994. Μια συνεργασία που συνδέει τον ελληνικό εικαστικό κόσμο με το παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, και που φέρνει στην κινηματογραφική γιορτή της Θεσσαλονίκης μια απρόσμενη δυναμική.

Αυτό μοιάζει να είναι ένα από τα δυνατά στοιχεία του Ρόκου: ότι καταφέρνει να γεφυρώνει τέχνες, να σε κάνει να ξεχνάς αν βλέπεις πίνακα, ταινία ή όνειρο. Και εκεί, ανάμεσα σε θεατές, συλλέκτες, ανθρώπους της τέχνης και της πόλης, όλα θύμιζαν για λίγο με αίθουσα προβολής. Μόνο που η ταινία έπαιζε μέσα μας.