«Αδειάζει, γεμίζει, το φως» είναι η έκθεση με τον πιο ποιητικό τίτλο που συναντάμε στο κέντρο της Αθήνας, μία ανάσα από το ανάκτορο της Βουλής, στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη. Η έκθεση αυτή έχει πάρει παράταση και μπορούν όλοι ακόμα να περιηγηθούν στον διαπεραστικό αισθητηριακό κόσμο του φωτός μέσα από έργα δεκαεπτά Ελλήνων καλλιτεχνών από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα. Ο τίτλος της έκθεσης σε περίοπτη θέση συνοδεύει τα Σινιάλα του Takis κι αμέσως μετά μπορούμε να μπούμε στα φωτεινά -ψυχοθεραπευτικά- τετράγωνα του Στήβεν Αντωνάκου στο έργο του Remembrance, 1987-89 και να χαθούμε σε χρώματα, τόνους και χρόνους.

Η έκθεση αυτή έχει φως, έχει πολύ νέον, λάμπες φθορίου αλλά και διαφορετικά μέσα εξετάζοντας τη σχέση υλικότητας και φωτός μέσα από έργα και νεότερων και διακεκριμένων καλλιτεχνών. Το εντυπωσιακό και επιτυχημένο της έκθεσης είναι ότι όλες οι δημιουργίες που καταλαμβάνουν τους τρεις ορόφους του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη συνδέονται με έναν τρόπο τόσο φυσικό, μέσα από διαφορετικές υλικότητες και ακολουθώντας τις εντάσεις φωτός και σκιάς του κάθε έργου, με το ένα να διαδέχεται το άλλο σε μία πολύ ανοιχτή συνύπαρξη μεταξύ τους, ενώ δεν έχεις καταλάβει πότε οδηγήθηκες στο «τέλος» της έκθεσης «Αδειάζει, γεμίζει, το φως».

 

Έργα του Takis από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως. Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Όλα τα έργα της έρχονται σε έναν ανοιχτό διάλογο κατ’ επέκταση και οι γενιές των καλλιτεχνών. Κάπως έτσι ο κατακόκκινος Ακροβάτης του Λάππα, η τρομερή Χρύσα με τα “Cityscape Times Square #10″ του 1987 και ο εντυπωσιακός κυλινδρικός κίονας του Μπουτέα και όσα φωτίζει μέσα του συναντώνται και συνδέονται με τα φωτογραφικά έργα της Πηνελόπης Γερασίμου, τα μαρμάρινα γλυπτά της Νικομάχης Καρακωστάνογλου, τα μπλε ανάγλυφα έργα του Δημήτρη Εφέογλου, τα χρυσά της Μαρίας Χασάπη, τα κιγκλιδώματα από νέον και πλέξιγκλας της Άννας Λάσκαρη και άλλες ακόμα συνδέσεις ιστορικών και σύγχρονων έργων.

Η έκθεση «Αδειάζει, γεμίζει, το φως» είναι ιδέα της Μαρίνας Μήλιου Θεοχαράκη, επιμελήτριας σύγχρονης τέχνης και συμβούλου του Δ.Σ., σε συν-επιμέλεια του διευθυντή εικαστικού προγράμματος του Ιδρύματος Θεοχαράκη, Τάκη Μαυρωτά, και του επιμελητή του ελληνικού περιπτέρου της φετινής Μπιενάλε της Βενετίας, Πάνου Γιαννικόπουλου. Η βαθιά γνώση του Τάκη Μαυρωτά – πολλές φορές και βιωμένη αφού με κάποιους καλλιτέχνες είχε στενή σχέση- έρχεται σε ενδιαφέροντα διάλογο με τη σύγχρονη ματιά του Πάνου Γιαννικόπουλου παρουσιάζοντας μία εντυπωσιακή έκθεση με απρόσμενες προσεγγίσεις.

 

Έργα των Γιώργου Κόντη και Γιάννη Μπουτέα από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως, Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Οι επιμελητές Tάκης Μαυρωτάς και Πάνος Γιαννικόπουλος μιλούν στο ελc για τη συνεργασία τους στην επιμέλεια, τα ορόσημα έργα και τα αγαπημένα τους σημεία στην έκθεση «Αδειάζει, γεμίζει, το φως»: 

Tάκης Μαυρωτάς: Όταν σας περιέγραψε την ιδέα αυτής της έκθεσης η Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη: ποια ήταν τα πρώτα πράγματα που εκφράσατε ότι θέλουν προσοχή ή χρειάζεται οπωσδήποτε να αποφευχθούν.

Εύστοχα η Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη πριν από πολλούς μήνες μου ζήτησε να συνεπιμεληθώ μια έκθεση με τον δραστήριο και εμπνευσμένο συνάδελφό μου, Πάνο Γιαννικόπουλο. Η τωρινή έκθεση αποτελεί καρπό της γόνιμης συνεργασίας μας δίνοντας, όπως οφείλουμε, τον πρώτο λόγο σ’ εκείνους τους άξιους καλλιτέχνες που συνέβαλαν άμεσα στην εδραίωση και την εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης. Έτσι, μου δόθηκε η ευκαιρία να τιμήσω, για άλλη μια φορά, το έργο των κορυφαίων καλλιτεχνών Τάκη, Χρύσας, Αντωνάκου, Λάππα και Μπουτέα, που εδώ και δεκαετίες μελετάω και είχα τη χαρά να επιμεληθώ ατομικές εκθέσεις τους ή να παρουσιάσω τη δουλειά τους σε θεματικές εκθέσεις, όπως ενδεικτικά στις «Κίονες και Πεσσοί» και «Η κληρονομιά του Απόλλωνα» στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, με την άμεση συμπαράσταση της Ελένης Αρβελέρ και «35 εικαστικοί καλλιτέχνες για τη Δημοκρατία», με αφορμή τα 35 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στο Ζάππειο Μέγαρο το 2009. Και οι πέντε καλλιτέχνες που αναφέρομαι, σε όλη τους τη ζωή υπηρέτησαν με ανιδιοτέλεια δύο ύψιστα ιδανικά, την τέχνη και τη δημοκρατία. Η τέχνη εκφράζει το μέσο για την ανάταση της σκέψης και τη συμμετοχή στην αισθητική συγκίνηση, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ενώ η δημοκρατία αποτελεί το βέλτιστο περιβάλλον για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου και της κοινωνίας.

 

Από αριστερά προς τα δεξιά: Πάνος Γιαννικόπουλος (επιμελητής του ελληνικού περιπτέρου της Μπιενάλε της Βενετίας 2024), Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη (επιμελήτρια σύγχρονης τέχνης και συμβούλου του Δ.Σ.), Τάκης Μαυρωτάς, Διευθυντής εικαστικού προγράμματος του Ιδρύματος Θεοχαράκη

 

«Αδειάζει, γεμίζει, το φως», μιλήστε μου αρχικά για τον ποιητικό τίτλο της έκθεσης.

Πάνος Γιαννικόπουλος: Η έκθεση διερευνά τη χρήση του φωτός στην ελληνική τέχνη από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα. Εστιάζει στο φως ως υλικότητα—μέσω της αξιοποίησης neon και λαμπών φθορίου, που αποδεσμεύονται από τον χώρο της σήμανσης και της διαφήμισης και αποκτούν νέα σημασία—στο φως (φυσικό και τεχνητό) και τις αναφορές του στην ιστορία της τέχνης, καθώς και στον τρόπο που διαπερνά την καλλιτεχνική παραγωγή έως σήμερα. Εξετάζει τον συμβολισμό του φωτός, τη σχέση του με την ενσώματη εμπειρία, το οπτικό πεδίο και τις υπόλοιπες αισθήσεις. Συζητώντας με τον Τάκη Μαυρωτά, θυμηθήκαμε ένα ποίημα της σημαντικής εικαστικού Αθηνάς Ιωάννου:

“It empties, it fills, the light
Is dear the horizon
A precious talisman, the memory.”

Αυτή η λεκτική οικειοποίηση/αναπλαισίωση ξεκλείδωσε σκέψεις που διαπερνούσαν ήδη την έρευνά μας: η σχέση του κενού με το πλήρες, του φυσικού με το τεχνητό, του φωτός με την ενσώματη μνήμη. Η ιδέα του ορίζοντα μέσω της κρυπτικής αναφοράς του ποιήματος, επανέρχεται στην έκθεση ως αυτή η φαινομενική γραμμή, που ανοίγει τη συζήτηση για την άνιση σχέση του ορατού με το «πραγματικό». Μάς οδηγεί επίσης στη συζήτηση περί προσανατολισμού και σημείων αναφοράς. Έτσι, ο τίτλος λειτουργεί ως ανοιχτός διάλογος με το περιεχόμενο, ενεργοποιώντας τους θεωρητικούς άξονες της έκθεσης.

 

Έργα του Γιώργου Λάππα από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως. Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Στήβεν Αντωνάκος, Remembrance, 1987-1989 (απόσπασμα) Χωρίς τίτλο (για τον αδελφό μου Μπιλ), 1989 Νέον και φύλλο αλουμινίου επάνω σε ξύλο 91,44 x 91,44 x 10,16 εκ. Χωρίς τίτλο (για τον αδελφό μου Τόνυ), 1989 Νέον και φύλλο χρυσού επάνω σε ξύλο 91,44 x 91,44 x 10,16 εκ. Αγορά με χρηματοδότηση από το Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου και μερική δωρεά του καλλιτέχνη, 2002, αρ. εισ. 163/02. Συλλογή Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Ποια είναι τα ορόσημα έργα αυτής της έκθεσης για εσάς;

Tάκης Μαυρωτάς: Μπορώ να σταθώ στα έργα που εγώ πρότεινα και επέλεξα, όπως για παράδειγμα το μνημειακό έργο της Χρύσας Cityscape Times Square #10 του 1987. Η ίδια, δουλεύοντας με το φως του νέον, οραματίστηκε μια αλήθεια ανάμεσα στα όρια του ηθικού και του πραγματικού κόσμου. Η σύλληψη της δημιουργίας της είναι αναπόσπαστα δεμένη με την αίσθηση της ύλης. Το νέον τη βοηθά να εκφράσει απρόσμενες εικόνες και να ενδυναμώσει τη νοηματική υπόσταση του κάθε της γλυπτού. Η επιθυμία της να καθιστά αισθητή την έννοια του χρόνου στην ανθρώπινη σκέψη υλοποιείται με το φως του νέον. Σε αρκετά έργα το φως λειτουργεί με παύσεις: φως – σκοτάδι, παραπέμποντάς μας στη ζωή και τον θάνατο, ενώ σε άλλα ακτινοβολεί τη σταθερή μονοχρωματική ή πολύχρωμη λάμψη του. Οι χρωματικές εναλλαγές του φωτός εντείνουν τον ρυθμό της κίνησης παραπέμποντάς μας στους φωτεινούς σηματοδότες των δρόμων ή στις πολύχρωμες φωτεινές διαφημίσεις των πόλεων.

Επίσης, ορόσημο αποτελούν τα γλυπτά Unlimited signals, του γλύπτη Τάκη, που με το πρωτοποριακό του έργο, στερεώνει τη φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης και, παράλληλα, επιβεβαιώνει τον στοχασμό του ότι δεν μπορούμε ποτέ να δούμε τον εαυτό μας με τα μάτια του άλλου. Απόλυτος, τις περισσότερες φορές, υποστήριζε την έννοια της ολότητας, έτσι που η ποιητική διάσταση του έργου του άλλοτε να συγκρούεται και άλλοτε να συμφιλιώνεται με τη φιλοσοφική σκέψη, την οραματική ορμή για την αισθητική ολοκλήρωση της πλαστικής του έκφρασης. Η τεχνολογία, με την οποία άμεσα συναλλάσσεται, είναι η ορθολογική και σχεδιασμένη του προσπάθεια να ελέγξει τον φυσικό χώρο και να εντάξει μέσα στον οραματικό του κόσμο αντικείμενα της καθημερινότητας. Έτσι, η βαθιά εννοιολογική διάσταση, όπως στη μνημειακή του εγκατάσταση στο Παρίσι, στη Défense το 1988, με τα 49 επιβλητικά πανύψηλα Σινιάλα από 3,5 μ. μέχρι 9,5 μ. ύψος και τους πολύχρωμους φωτεινούς αντικατοπτρισμούς τους, στη επιφάνεια της αβαθούς τεχνητής λίμνης που, αναντίρρητα, αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής τέχνης, στοιχειώνει το έργο του μεγάλου πρωταγωνιστή της μαγνητικής και κινητικής γλυπτικής.

 

Έργα των Δέσποινα Χαριτωνίδη, Μαρία Χασάπη και Chryssa από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως, Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της επιμέλειάς σας στην έκθεση «Αδειάζει, γεμίζει, το φως».

Πάνος Γιαννικόπουλος: Στην επιμέλεια της έκθεσης «Αδειάζει, γεμίζει, το φως», επιδιώξαμε να μην ακολουθήσουμε μια χρονολογική ή αυστηρά θεματική αφήγηση, αλλά να διαμορφώσουμε έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ διαφορετικών καλλιτεχνικών πρακτικών και προσεγγίσεων του φωτός. Η έκθεση αναπτύσσεται μέσα από συσχετισμούς έργων που, αν και ανήκουν σε καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες από διαφορετικές γενιές και με χρήση διαφορετικών μέσων, διερευνούν το φως, τα μέσα διάχυσής του, τη συγκρότηση της υλικότητας, το οπτικό πεδίο, την αισθητηριακή εμπειρία, πάντα μέσα στο κοινωνικό πεδίο.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της επιμέλειας ήταν η έμφαση στη διαλεκτική σχέση μεταξύ ιστορικών και σύγχρονων έργων, αποφεύγοντας την αυστηρή κατηγοριοποίηση. Θέλαμε να δούμε μαζί έργα που δύσκολα τα συναντάει κάποιος στον ίδιο χώρο, να ξεφύγουμε από εύκολες συνδέσεις και να δημιουργήσουμε μαζί με τους καλλιτέχνες ένα πολυεπίπεδο σύστημα που ενεργοποιείται και μέσω εντάσεων. Παράλληλα, δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στον χώρο ως ενεργό στοιχείο της εμπειρίας της έκθεσης. Τα έργα δεν στέκονται απομονωμένα αλλά συνομιλούν μεταξύ τους με πυκνώσεις και παύσεις, δημιουργώντας ρυθμούς φωτός και σκιάς, έντασης και ησυχίας, σταθερής παρουσίας και διάχυσης. Η επιμέλεια, λοιπόν, ενθαρρύνει τη συνύπαρξη ετερογενών προσεγγίσεων αναδεικνύοντας τη δυναμική των σχέσεων τους.

 

Ευτύχης Πατσουράκης, Light Notes, 2003-πάρον, Post it σε γυαλί, Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της γκαλερί Sylvia Kouvalli, Λονδίνο/Πειραιά, Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Δημήτρης Εφέογλου, Χωρίς τίτλο, 2021, από τη σειρά One Last Look, oil-stick, λάδι, ακρυλικό, χαρτί και αλουμίνιο, 240 x 150 εκ. Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της γκαλερί Ζουμπουλάκη. Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Οι επισκέπτες της έκθεσης τι μαθαίνουν για το φως στην ιστορία της τέχνης μέσα από τη διαλεκτική των έργων;

Tάκης Μαυρωτάς: Ο ήλιος, από την αρχαιότητα έως σήμερα, συνεπαίρνει τους δημιουργούς ενώ από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1960, το νέον φως έμελλε να γίνει το εκφραστικό πλαστικό μέσον πολλών καλλιτεχνών σε Αμερική και Ευρώπη, οι οποίοι στερέωσαν με το δικό τους ύφος την πρόοδο της τέχνης, όπως οι James Rosenquist, Robert Walls, Victor Vasarely, Lucio Fontana, James Turrell, Robert Irwin, Doug Wheeler και Dan Flavin μεταξύ άλλων. Είναι σημαντικό στην παρούσα έκθεση να σταθείς μπροστά στα έργα του Γιώργου Λάππα και να αισθανθείς την εύθραυστη ισορροπία του περίφημου φωτεινού του γλυπτού με τίτλο Ακροβάτης, 2008, που θαρρείς ότι σου ψιθυρίζει τα λόγια του Ελύτη: «Η απουσία της φαντασίας μεταβάλλει τον άνθρωπο σε ανάπηρο της πραγματικότητας».

Οι καλλιτέχνες είναι εκείνοι που μας δίδαξαν ότι η ομορφιά και η ζωή αποτελούν μια μορφή φαντασίας και με τα έργα τους στέλνουν πολλαπλά μηνύματα σε όσους αναζητούν την αισθητική πληρότητα και την εσωτερική πνευματικότητα της δημιουργίας, όπως ο Γιάννης Μπουτέας με το εκπληκτικό του έργο Ενεργειακές Εικόνες-Διαστρωματώσεις, του 2004-2013, που οι ίδιοι πλαστικοί προβληματισμοί διακρίνονται και στους υπέροχους κίονες, που με ιδιαίτερη ευαισθησία πριν χρόνια παρουσίασε στην έκθεση «Κίονες και Πεσσοί», δίπλα στα έργα των Uecker, Finotti, Molinari, Iotoff, Αντωνάκου και Μόραλη, μεταξύ των άλλων.

Ποια είναι τα αγαπημένα σας σημεία στην έκθεση τώρα που πλέον την έχετε ζήσει με τον κόσμο και την ανταπόκρισή του;

Πάνος Γιαννικόπουλος: Μου αρέσει ιδιαίτερα το νοητικό παιχνίδι που αναπτύσσεται ανάμεσα στους ορόφους της έκθεσης—οι φορμαλιστικές συμπλεύσεις που προκύπτουν παρά τις δεκαετίες που χωρίζουν τη δημιουργία ορισμένων έργων, οι αντιθέσεις αλλά και οι απρόσμενες ομοιότητες στη στάση των καλλιτεχνών. Αυτές οι σχέσεις υφαίνουν μια πορεία που διατηρεί το ενδιαφέρον, και κάθε επιστροφή στην έκθεση αποκαλύπτει νέες πτυχές, σημεία που ίσως δεν είχαμε σκεφτεί εξαρχής.

Πολλοί επισκέπτες και επισκέπτριες στέκονται στις ρυθμικές επαναλήψεις της σχέσης υλικότητας και φωτός που φλερτάρει με το υπερβατικό και το απόκοσμο, αλλά και με την έννοια της αξίας. Η αναφορά στον τρόπο απόδοσης του φωτός στη βυζαντινή αγιογραφία και την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική είναι ένα στοιχείο που επανέρχεται και σε μοντέρνα ή σύγχρονα έργα. Αυτή η σύνδεση γίνεται αισθητή στον διάλογο μεταξύ των έργων του Στήβεν Αντωνάκου, του Γιώργου Κόντη, της Μαρίας Χασάπη και του Δημήτρη Εφέογλου. Παράλληλα, ο Ευτύχης Πατσουράκης, σε μια νέα παραγωγή, δημιουργεί μια εγκατάσταση που προσομοιάζει με βιτρώ στα παράθυρα της έκθεσης—από το πιο απλό υλικό: post-it notes. Ένα υλικό που φέρει νοηματοδοτήσεις συνδεδεμένες με την ενθύμιση, την καθημερινότητα, και κυρίως την εργασία. Το έργο του σχολιάζει τον εργασιακό χρόνο σε σχέση με την παύση, τις συλλογικές μας συνδέσεις, και το πώς το υπερβατικό συναντά τη χειροπιαστή εμπειρία.

Επιπλέον, πολλοί θεατές εστιάζουν στη σχέση ανάμεσα στο ορατό και σε αυτό που χάνεται στη σκιά—ένα δυναμικό στοιχείο που ενεργοποιεί η έκθεση. Από τα φώτα των νυχτερινών κλαμπ και τις αισθησιακές νύξεις ή τα σώματα που αναδύονται μέσα από το σκοτάδι στο έργο της Πηνελόπης Γερασίμου, την ενεργοποίηση του ανεπαίσθητου που μπορεί να γίνει όμως αιχμηρό στον Παύλο Νικολακόπουλο, έως την ένταση ανάμεσα στο φως και τη σκιά στο έργο της Ευγενίας Αποστόλου, η έκθεση δημιουργεί έναν πολυεπίπεδο διάλογο για την αντίληψη, την υλικότητα και το διαφεύγον.

 

Έργα της Πηνελόπης Γερασίμου από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως, Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Πώς ήταν η συνεργασία στην έκθεση με τον Πάνο Γιαννικόπουλο; Ποια είναι τα ενδιαφέροντα στοιχεία που κρατάτε;

Τάκης Μαυρωτάς: Εποικοδομητική και ενδιαφέρουσα. Πάντα χαίρομαι, μέσα από τη συναναστροφή μου με νέους ανθρώπους, να βλέπω την τέχνη με τη δική τους ματιά και να αποκτώ μια άλλη οπτική πάνω σε θέματα που ίσως να ήταν ήδη παγιωμένα μέσα μου. Το ίδιο αισθάνομαι, τα τελευταία χρόνια, και για τη Μαρίνα Μήλιου Θεοχαράκη, που με την εκθεσιακή της δράση τα τελευταία χρόνια στο Ίδρυμα Θεοχαράκη και τις εκθέσεις του Raw, προσεγγίζει με αγάπη τους νέους δημιουργούς και το έργο τους.

Πώς ήταν και η δική σας συνεργασία στην έκθεση με τον Τάκη Μαυρωτά;

Πάνος Γιαννικόπουλος: Η συνεργασία με τον Τάκη Μαυρωτά στην έκθεση ήταν εξαιρετικά γόνιμη, καθώς βασίστηκε σε έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από τη σχέση του φωτός με την υλικότητα, την ιστορική του σημασία και τις σύγχρονες αποτυπώσεις του. Η εμπειρία και η οξυδέρκειά του στη σύνδεση έργων διαφορετικών χρονικών περιόδων συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των νοηματικών αξόνων της έκθεσης.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που κρατάω από αυτή τη συνεργασία είναι το πώς διαφορετικές οπτικές και αναφορές μπορούν να συνυπάρξουν και να δημιουργήσουν κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον. Συχνά έχουμε την τάση να διαχωρίζουμε περιόδους ή να χαράσσουμε όρια εκεί όπου δεν υπάρχουν. Αυτή η διαδικασία μου έδωσε την ευκαιρία να μετακινηθώ κι εγώ, να δω τα πράγματα αλλιώς, να αμφισβητήσω δεδομένες αφηγήσεις μου. Και όλα αυτά σε ένα απόλυτα συναδελφικό και συνεργατικό πλαίσιο φροντίδας και αλληλοκατανόησης. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις όπου, παρά τις φαινομενικά διαφορετικές οπτικές, τα πράγματα συμβαίνουν και συνδέονται αβίαστα και το αποτέλεσμα ξεπερνά τις αρχικές προσδοκίες. Είμαι ευγνώμων για την ιδέα της Μαρίνας Μήλιου Θεοχαράκη που μας συνέδεσε.

Επιπλέον, η στενή σχέση του Μαυρωτά με καλλιτέχνες όπως η Χρύσα και ο Λάππας, όσο ήταν εν ζωή, πρόσφερε μια βαθύτερη σύνδεση με το ίδιο το έργο τους, φωτίζοντας πτυχές που συχνά μένουν στο περιθώριο. Αυτή η γνώση, βιωμένη και άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορία, πρόσθεσε μια άλλη διάσταση στην προσέγγισή μας.

 

Έργα των Ευγενία Αποστόλου, Νικομάχη Καρακωστάνογλου και Δέσποινα Χαριτωνίδη από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως. Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη

 

Στις ξεναγήσεις σας τι είναι αυτό που οπωσδήποτε θέλετε να γίνει ξεκάθαρο για την έκθεση;

Τάκης Μαυρωτάς: Η αλήθεια και το περιεχόμενο των έργων της. Επιτρέψτε μου να σταθώ στο εκπληκτικό περιβάλλον του Στήβεν Αντωνάκου Remembrance, 1987-89, με το μυστηριακό του φως να μας καθηλώνει και να ανασταίνει τη μνήμη από τους αγαπημένους του αδελφούς Bill, Tony, Peter και Κανέλλα, που τους αφιερώνει στον καθέναν από ένα ξεχωριστό του έργο. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του ΕΜΣΤ, που είχαμε τη χαρά να δανειστούμε για την ολοκλήρωση αυτής της έκθεσης, που αντιστρατεύεται το βαθύ σκοτάδι, επικαλούμενη συνεχώς το φως ως ελπίδα ζωής και ανάτασης.

Από την πολυετή εμπειρία σας κ. Μαυρωτά, τι είναι αυτό που ελπίζετε ή θα θέλατε για τη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα και τους καλλιτέχνες της;

Τάκης Μαυρωτάς: Μεγαλύτερη υπευθυνότητα. Ο 21ος αιώνας εύχομαι να είναι ο αιώνας δικαίωσης του έργου των σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών. Έχουμε πολλούς και σημαντικούς καλλιτέχνες, που τους αξίζει μια θέση στη διεθνή εικαστική πραγματικότητα.

Εσείς τι είναι αυτό που ελπίζετε και θα θέλατε για τη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα και τους καλλιτέχνες της;

Πάνος Γιαννικόπουλος: Η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να εδραιωθεί ως ένας χώρος κριτικού διαλόγου και πειραματισμού με διεθνή παρουσία. Παρά τις προκλήσεις, οι καλλιτέχνες και οι επιμελητές καλλιεργούν πρωτοβουλίες που διευρύνουν το τοπικό πεδίο και ενισχύουν τη διασύνδεσή του με διεθνείς συζητήσεις. Η θεμελίωση πιο σταθερών δομών υποστήριξης και η ένταξη της σύγχρονης τέχνης με νέες παραγωγές και παρουσιάσεις έργων με σωστούς όρους στο πρόγραμμα μουσείων και ιδρυμάτων  θα μπορούσε να ενισχύσει αυτή τη δυναμική, διασφαλίζοντας τη συνέχεια και την εξέλιξη του πεδίου. Μια συνεκτική πολιτιστική στρατηγική μπορεί να συμβάλει στη σταθερότητα των επαγγελματιών του χώρου και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες κινητικότητας. Η θεσμική ενίσχυση των νεότερων καλλιτεχνών, των ανεξάρτητων πρωτοβουλιών, των επιμελητικών προγραμμάτων και των εκδοτικών εγχειρημάτων θα μπορούσε να διευρύνει τον θεωρητικό διάλογο και να ενισχύσει την καταγραφή της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Η αυξανόμενη αναγνώριση της σύγχρονης τέχνης από θεσμούς που στο παρελθόν δεν είχαν αυτή τη στόχευση, αποτελεί ένα πολύ ενθαρρυντικό βήμα. Σε αυτή την κατεύθυνση, η ελληνική σκηνή θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη θεσμική σταθερότητα και περισσότερες ευκαιρίες ισότιμης συμμετοχής στο διεθνές πολιτιστικό πεδίο.

 

Έργα των Άννα Λάσκαρη και Νικομάχη Καρακωστάνογλου από την έκθεση Αδειάζει, γεμίζει, το φως. Photo credit: Αλεξάνδρα Μασμανίδη.

 

Info έκθεσης:

Αδειάζει, γεμίζει, το φως | Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Κυριακή 10:00-18:00, Πέμπτη 10:00-20:00 | Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη