Καταρχάς τα του καίσαρως τω καίσαρι: για όποιον δεν έχει ξαναδιαβάσει Αντρέι Πλατόνοφ, η γραφή του δεν μοιάζει με οποιουδήποτε άλλου, κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Όποιος λοιπόν αναζητάει πρωτοτυπία σε ένα βιβλίο και νιώθει ότι όλα έχουν εξαντληθεί, δεν έχει παρά να διαβάσει ένα μυθιστόρημα όπως το Τσεβενγκούρ και του εγγυώμαι ότι το βιβλίο θα τον βρει απροετοίμαστο.
Το ερώτημα που έχει περισσότερη σημασία για μένα και το οποίο προσπαθώ να απαντήσω όμως, είναι αν το πρόσημο σε αυτό είναι θετικό ή αρνητικό. Με αυτό θέλω να πω ότι ναι, δεν έχω ξαναδιαβάσει ύφος γραφής σαν του Πλατόνοφ, αλλά δεν είμαι και σίγουρος ότι το ιδιαίτερο αυτό ύφος του αποτελεί καλή γραφή. Θα μου πει τώρα κάποιος, και τι αποτελεί καλή γραφή; Αν κάποιος έχει ένα ιδιαίτερο, αναγνωρίσιμο ύφος που δεν μοιάζει με κανενός, αυτό από μόνο του δεν αποτελεί μια ένδειξη αξίας; Δεν ξέρω, το σίγουρο είναι ότι ο ίδιος δεν το κάνει καθόλου εύκολο. Η γραφή του δεν είναι δύσκολη, το αντίθετο, όμως διαβάζεται πολύ δύσκολα. Κι αυτό γιατί νιώθεις ότι της λείπει η λογική αλληλουχία, ότι έχει χαθεί το αίτιο και το αιτιατό, ότι έχουμε εισέλθει σε ένα σύμπαν άλλοτε σουρεαλιστικό και άλλοτε ωμά ρεαλιστικό, όπου τα κίνητρα των πράξεων είτε δεν υπάρχουν είτε είναι ανεξήγητα, όπου οι διάφοροι χαρακτήρες περιφέρονται σαν σκιές, όπου ο τόπος και ο χρόνος χάνουν κάθε αναφορικότητα, όπου τελικά αυτό που επικρατεί είναι το παράλογο.
Αν μπορώ να βρω λιγοστά κοινά με κάποιους, τότε είναι με τον Κάφκα και τον Μπέκετ, αλλά και πάλι είναι αδόκιμο να βασιστείς και πολύ σε μια τέτοια σύγκριση. Η γλώσσα του Πλατόνοφ είναι επιτηδευμένα αφελής, ο ίδιος άλλωστε υπήρξε αυτοδίδακτος, καθόλου κομψή ή εκλεπτυσμένη, αλλά κρύβει ποιητικές εκφάνσεις συντριπτικής μελαγχολίας. Σαν να μην έφτανε αυτό, το Τσεβενγκούρ δεν έχει κεφάλαια, δεν έχει ενότητες, δεν έχει σαφή χωροχρονική οριοθέτηση, ο αναγνώστης παλεύει απεγνωσμένα να πιαστεί από οπουδήποτε για να διατηρήσει τον προσανατολισμό του. Κάπου είχα διαβάσει ένα Ρώσο συγγραφέα που είχε πει «καλή τύχη σε όποιον μεταφράσει τον Πλατόνοφ», προφανώς εννοώντας ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδοθεί η γραφή του σε άλλη γλώσσα, και άρα ακόμα πιο δύσκολο για εμάς να την κρίνουμε βάσιμα. Πάντως στα ελληνικά η γραφή του συχνά μοιάζει αμήχανη.
Ο Πλατόνοφ θεωρείται από αρκετούς, και καθόλα αξιοσέβαστους ανθρώπους, ως ίσως ο σημαντικότερος Ρώσος συγγραφέας της σοβιετικής περιόδου, ένα είδος προφήτη. (Εγώ δεν το βλέπω, νομίζω ότι οι Μπουλγάκοφ και Πάστερνακ απέχουν πολύ, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω εντρυφήσει στο έργο του Πλατόνοφ). Το σίγουρο είναι ότι όπως και στην περίπτωση των περισσότερων αξιόλογων συγγραφέων της σοβιετικής περιόδου, τα έργα του δεν εκδόθηκαν ποτέ (τουλάχιστον όχι στη Σοβιετική Ένωση). Έτσι και το Τσεβενγκούρ, το πρώτο, μεγαλύτερο σε έκταση και για τους ειδήμονες στον Πλατόνοφ, το σημαντικότερο έργο του. Ο Γκόρκι όταν το διάβασε τον προειδοποίησε περί αυτού και πράγματι, προτού αλέκτωρ λαλήσει τρεις, και παρά το ότι το βιβλίο είχε ήδη τυπωθεί, τελικά δεν εκδόθηκε ποτέ. Το βιβλίο γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε ολόκληρο το 1972 εκτός Σοβιετικής Ένωσης και τελικά μόλις το 1988 εντός αυτής.
Το Τσεβενγκούρ φέρει στον πυρήνα του μία αινιγματική αντίφαση: αφ’ ενός αιτιολογεί με πάθος την ανάγκη μιας επανάστασης και την έλευση ενός νέου συστήματος, δηλαδή ευαγγελίζεται την έλευση του σοσιαλισμού/κουμμουνισμού, και αφ’ ετέρου δείχνει να αποδομεί ριζικά τον ίδιο τον σοσιαλισμό, αναδεικνύοντάς τον σε ένα διάτρητο, εξ’ ίσου παράλογο σύστημα που οδηγεί στην ίδια μιζέρια με την τσαρική περίοδο. Εξ’ ου και η πεσιμιστική, μελαγχολική του διάθεση, αφού αν και αναγνωρίζεται η ανθρώπινη ανάγκη για νέα σύμβολα και ελπίδα αλλαγής, η όποια αλλαγή αποδεικνύεται πάντοτε ανώφελη, παράλογη, μια χίμαιρα.
Η ίδια η λέξη «Τσεβενγκούρ», (την οποία πολλοί έχουν προσπαθήσει να αποκωδικοποιήσουν ετυμολογικά και συμβολικά χωρίς σαφές συμπέρασμα) αναφέρεται σε μια κοινότητα που όσο μαίνεται ο πόλεμος ανάμεσα σε κόκκινους και λευκούς, έχει ήδη εφαρμόσει συλλογικά και αρμονικά τον κομμουνισμό σαν τρόπο διακυβέρνησης. Εκεί καταφθάνει ο Ντβάνοφ, ένας νεαρός διανοούμενος με ιδανικά αλλά και επιφυλάξεις, ο οποίος αναζητάει ένα νόημα για να αφιερωθεί και του οποίου ο βιολογικός πατέρας ήταν ένας φτωχός ψαράς που πνίγηκε επειδή ήταν περίεργος να μάθει αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Ο δρόμος του διασταυρώνεται με τον Κοπένκιν, μια δονκιχωτική φιγούρα – σύμβολο της αιώνιας επανάστασης και του οποίου το απόλυτο είδωλο, ένα είδωλο σχεδόν ερωτικό, είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Ο Πλατόνοφ αναμειγνύει ειρωνεία, σουρεαλισμό, πολιτική φιλοσοφία, σάτιρα, δυστοπική κοσμογονία σε ένα αλλόκοτο σύνολο. Εμένα το μείγμα μου φαίνεται κάπως δυσλειτουργικό, αλλά δεν χωράει αμφιβολία ότι είναι αυθεντικά ιδιόμορφο, καινοτόμο και επαρκώς θρασύ, και με αυτό εννοώ ότι ο Πλατόνοφ αδιαφορεί για τις συμβάσεις. Η γραφή του δείχνει ακατέργαστη, κάπως ερασιτεχνική, αλλά και αυτό έχει τη γοητεία του. Πρέπει να είμαι ειλικρινής, το Τσεβενγκούρ είναι ένα μυθιστόρημα που δεν «κουμπώνει» πάνω μου ως αναγνώστη. Όμως ταυτόχρονα μπορώ να διακρίνω σε αυτό χαρακτηριστικά που το καθιστούν από αινιγματικά ενδιαφέρον ως και συναρπαστικό για κάποιον με διαφορετικές προσλαμβάνουσες.

