Το ολιγοσέλιδο βιβλίο του νεαρού Ιταλού συγγραφέα Βιντσέντζο Λατρόνικο δεν είναι ακριβώς μυθοπλασία. Δεν υπάρχει ίχνος διαλόγου. Εκτός από τους δύο πρωταγωνιστές, το ζευγάρι Τομ και Άννα, δεν υπάρχουν άλλοι χαρακτήρες για τους οποίους να μαθαίνουμε οτιδήποτε ουσιαστικό. Δεν υπάρχουν πραγματικά επεισόδια, δεν υπάρχει ίχνος αφηγηματικής έντασης. Τι μένει λοιπόν; Αν το βιβλίο δεν είναι μία νουβέλα, τότε τι είναι; Είναι λες και ο Λατρόνικο έχει επινοήσει ένα νεαρό ζευγάρι που εκπροσωπεί σε μεγάλο βαθμό τη γενιά του (ή τέλος πάντως το κομμάτι εκείνο της γενιάς του που μοιράζεται παρόμοια κοινωνικά, πολιτισμικά και ταυτοτικά χαρακτηριστικά) και εξετάζοντας την πορεία του σε βάθος κάποιων ετών επιχειρεί να μας παρουσιάσει μια κοινωνιολογική ανατομία των millennials. Και τα καταφέρνει πολύ καλά, επιδεικνύοντας οξυδέρκεια και ακρίβεια. Εν ολίγοις συνεπώς, το βιβλίο είναι ένα είδος σπουδής, ένα είδος κοινωνιολογικής ανάλυσης και ως ένα βαθμό ένα είδος αφηγήματος που κρύβει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις.

Ο Τομ και η Άννα λοιπόν είναι ένα ζευγάρι Ιταλών που βρίσκονται μαζί από μικροί και οι οποίοι μετά το πανεπιστήμιο αποφασίζουν να μετατρέψουν το χόμπι τους σε επάγγελμα. Η ενασχόλησή τους με τα social media και τη διαμόρφωση ψηφιακού περιεχομένου σταδιακά τους οδηγεί στο να γίνουν επαγγελματίες σχεδιαστές ψηφιακού υλικού για επιχειρήσεις. Σύντομα συνειδητοποιούν ότι μπορούν να εργαστούν από το σπίτι τους και έτσι μεταμορφώνονται σε αυτό που αποκαλείται «ψηφιακοί νομάδες». Μετακομίζουν στο Βερολίνο όπου και αφομοιώνουν πλήρως την ανερχόμενα hype αισθητική μίας πόλης που γεννιέται εκ νέου από τις στάχτες της ως ένα δημιουργικό μητροπολιτικό κέντρο με χιλιάδες εκπατρισμένους που συρρέουν εκμεταλλευόμενοι τα – ακόμη χαμηλά – ενοίκια και τις ανεξάντλητες δυνατότητες. Αρχίζουν και υιοθετούν τάσεις εσωτερικής διακόσμησης που γίνονται δημοφιλή στα social και αναπτύσσουν ένα εξαιρετικό γούστο που υπερβαίνει απλά τα όρια της διακόσμησης και αγγίζει συνολικά μία lifestyle αισθητική: έξοδοι σε εγκαίνια γκαλερί και πολυχώρων, παραστάσεις πειραματικού θεάτρου, φαγητό σε μικρά μαγαζιά με βιολογικές και βίγκαν επιλογές, στάση για κομπούχα και κάνα χάπι έκσταση, άπλετος χρόνος για διαρκείς βόλτες αφού εργάζονται από το σπίτι ή από μοδάτα καφέ στον δικό τους χρόνο, εθελοντικές εργασίες όταν αυτό αποδεικνύεται δημοφιλές και της μόδας (όπως π.χ. την περίοδο των μεταναστευτικών ροών προς τη Γερμανία), συνεχή ταξίδια, μια αυτάρεσκη αίσθηση κοσμοπολιτισμού και ελευθερίας. Φαινομενικά η ζωή τους είναι τέλεια, έχουν μετατρέψει το όνειρο σε πραγματικότητα.

 

 

Όμως σταδιακά κάνουν την εμφάνισή τους κάποια υστερόγραφα σε όλη αυτή τη φαινομενική «τελειότητα». Υστερόγραφο πρώτο: όλα αυτά αποκτούν νόημα μόνο αν τα αποθανατίζουν στα social. Οι συνεχείς καλόγουστες αναρτήσεις τους μοιάζουν να τεκμηριώνουν τη ζωή τους και το πώς οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται, λες και αν δεν ποστάρουν στο Instagram όλα αυτά καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος, λες και τα like που λαμβάνουν είναι η μοναδική απόδειξη ότι ζουν τη ζωή που ήθελαν.

Υστερόγραφο δεύτερο: η δική τους γενιά αναγνωρίζουν ότι είναι μια χαμένη γενιά χωρίς ιδανικά, χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους ή μεγάλες κρίσεις που οριοθέτησαν την ύπαρξη και τα κοινωνικά τους πιστεύω. Σε αυτό δεν ευθύνονται οι ίδιοι, αλλά αυτό που έρχεται να γεμίσει αυτό το κενό είναι η επιφανειακότητα ενός ψηφιακού, σύγχρονου τρόπου ζωής: αντί για λίγους και πραγματικούς φίλους έχουμε αναρίθμητους γνωστούς ή «φίλους» στο ίντερνετ. Αντί για βιβλία έχουμε αναρτήσεις, αντί για ουσία έχουμε μόδα.

Τρίτο υστερόγραφο: όλα αυτά σχετίζονται απόλυτα με τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν. Το διαμέρισμά τους είναι πολύ όμορφο και παίρνει πάντα καλές κριτικές όταν το νοικιάζουν στο Airbnb, έχουν σκεφτεί την κάθε λεπτομέρεια, από τα φυτά εσωτερικού χώρου μέχρι τα τηγάνια από χυτοσίδηρο, έτσι ώστε όλα να μοιάζουν βγαλμένα από φωτογραφίες ιστοσελίδων εσωτερικής διακόσμησης. Αλλά αυτό υπερβαίνει απλώς τα αντικείμενα. Οι lifestyle επιλογές τους, πάντοτε ενδιαφέρουσες, μοιάζουν να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες που οι ίδιοι είχαν διαμορφώσει από πρότυπα που ακολουθούσαν, κι αυτό γιατί οι ίδιοι μάλλον δεν ήξεραν τι ήθελαν οι ίδιοι, μονάχα τι νόμιζαν ότι ήθελαν.

Προσοχή: ο Τομ κι η Άννα δεν είναι ανόητοι, κακόβουλοι ή μικροπρεπείς. Είναι σύγχρονοι κοσμοπολίτες με όρεξη να ζήσουν και να ταξιδέψουν, ικανοί και αρκετά γενναίοι ώστε να κυνηγούν έναν τρόπο ζωής μακριά από τα τετριμμένα, τολμώντας να ζήσουν στο Βερολίνο, τη Λισαβόνα, τη Σικελία, αναζητώντας πάντα κάτι που τους διαφεύγει. Όμως εκπροσωπούν σε μεγάλο βαθμό το – αστικό τουλάχιστον – τμήμα αυτής της γενιάς Ευρωπαίων millennial, επιδεικνύουν τη σύγχυση μεταξύ της δικής τους προσωπικότητας και των προτύπων του διαδικτύου, την αναζήτηση ιδανικών χωρίς επιτυχία, την απόρριψη παραδοσιακών τρόπων ζωής (οικογένεια λόγου χάρη, ενδεχομένως μια νύξη και στην υπογεννητικότητα στην Ευρώπη), μία προσήλωση σε αντικείμενα και lifestyle επιλογές προκειμένου να καλύψουν ένα υπαρξιακό κενό.

Ο Λατρόνικο χρησιμοποιεί ακρίβεια στις περιγραφές του, και σε αυτές είναι που βασίζεται το βιβλίο, όσο και στις παρατηρήσεις και τα σχόλιά του, αφού εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με συμβατική αφήγηση. Με την αρχική περιγραφή του διαμερίσματός τους στο Βερολίνο μας φιλοτεχνεί ένα δυνατό πορτρέτο του ζευγαριού που δείχνει αληθοφανές και αντιπροσωπευτικό. Η ακόλουθη ανάλυσή του δεν αφήνει πολλά στη φαντασία αλλά είπαμε: το βιβλίο δεν είναι ένα τυπικό δείγμα μυθοπλασίας.

Ένα τελευταίο σχόλιο που νομίζω ότι είναι σημαντικό: κατά βάθος το βιβλίο του Λατρόνικο είναι μια συνομιλία γύρω από τη σχέση μεταξύ φόρμας και περιεχομένου, μεταξύ στιλ και ουσίας. Η φόρμα είναι πολύ ισχυρή για να την σνομπάρει εύκολα κάποιος, για πολλούς η ίδια η φόρμα νοηματοδοτεί το περιεχόμενο, το ίδιο το ύφος αντικαθιστά την ουσία. Έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι που προσπαθεί να αναδείξει ο Ιταλός συγγραφέας, και είναι κάτι που βρίσκει συναρπαστικό αλλά συνάμα επικίνδυνο. Η έλξη των σύγχρονων ανθρώπων προς την εικόνα, η σαγήνη της αισθητικής και του στιλ φτάνει σε ένα σημείο που αποπροσανατολίζει από τις θεμελιώδεις αξίες της ζωής. Όμως σε μία εκδοτική πρόταση παίζει σημαντικό ρόλο η αισθητική, συνεπώς οφείλω να πω ότι μου άρεσε πολύ το πώς ο εκδοτικός οίκος επέλεξε να ενσωματώσει όλο αυτό το στιλ στο ίδιο του το εξώφυλλο, το οποίο είναι υπέροχα λιτό και συνεκτικό, αντικατοπτρίζοντας άψογα το ίδιο το θέμα του βιβλίου, ενώ και η μετάφραση είναι εξαιρετική. Ο Λατρόνικο αναδεικνύεται σε πολλά υποσχόμενο συγγραφέα και Η Τελειότητα αποτελεί μία πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση που επιχειρεί να συνοψίσει τα αδιέξοδα μιας γενιάς.