Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ένας εξηνταπεντάρης άντρας από τη Ζανζιβάρη στην ανατολική Αφρική καταφθάνει στην Αγγλία και ζητάει άσυλο. Η αίτησή του γίνεται δεκτή και του προσφέρεται σπίτι σε μια παραθαλάσσια πόλη. Αν και ο ίδιος μιλάει εξαιρετικά αγγλικά, υποκρίνεται πως δεν τα μιλάει γιατί έχει την λανθασμένη εντύπωση ότι αυτό θα βοηθήσει την αίτησή του. Έτσι, η κοινωνική λειτουργός που έχει αναλάβει την υπόθεσή του επικοινωνεί με έναν καθηγητή στο Λονδίνο που μιλάει τα σουαχίλι για να βοηθήσει σε τυχόν μετάφραση. Έλα όμως που τελικά οι δύο άντρες γνωρίζονται, έστω κι αν έχουν να συναντηθούν για πάνω από τριάντα χρόνια, και μάλιστα δεν έχουν ξεχάσει μια υποβόσκουσα έχθρα που είχε καλλιεργηθεί από τις οικογένειές τους.

Αυτό είναι το βασικό πλαίσιο στο Κοντά στη Θάλασσα του Αμπντουλραζάκ Γκουρνά, το οποίο κυκλοφόρησε το 2001 και αποτελεί ένα από τα τρία μυθιστορήματα που ουσιαστικά έχτισαν τη συγγραφική του καριέρα ωθώντας τον μέχρι και στη βράβευσή του με το Νόμπελ το 2021. Ο Γκουρνά, όπως και οι δύο πρωταγωνιστές του, κατάγεται από τη Ζανζιβάρη (που πλέον αποτελεί τμήμα της Τανζανίας) και φέρει μία ιδιαίτερη πολιτισμική παράδοση που είναι αρκετά άγνωστη στον ευρύτερο δυτικό κόσμο. Το αναφέρω επειδή η παράδοση αυτή παίζει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα αλλά και στην ευρύτερη κατανόηση της γραφής του Γκουρνά.

Η Ζανζιβάρη είναι ένα τροπικό νησί στην ανατολική Αφρική του οποίου οι κάτοικοι έχουν ένα ιδιαίτερο μίγμα αραβικής, περσικής, ινδικής και ντόπιας αφρικανικής καταγωγής, όντας βεβαίως Μουσουλμάνοι, και ο λόγος για αυτό το φυλετικό μωσαϊκό είναι ότι αποτελούσε από τον Μεσαίωνα προορισμό εμπορικών διαδρομών από την αραβική χερσόνησο και τον Περσικό κόλπο. Αν προσθέσει σε όλα αυτά κάποιος και το ότι υπήρξε βρετανικό προτεκτοράτο για πολλά χρόνια και άρα έχει εμποτιστεί και από τον πολιτισμό της βρετανικής αυτοκρατορίας, τότε αντιλαμβάνεται κάποιος την ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα της περιοχής.  

 

 

Επιστρέφω λοιπόν στο έργο. Το μυθιστόρημα κινείται θεματικά σε δύο βασικούς άξονες: αφενός είναι μια εξερεύνηση της μνήμης, ένα από τα αγαπημένα διαχρονικά μοτίβα της λογοτεχνίας. Αφετέρου είναι μία ελεγειακή σπουδή στη μοναξιά. Οι δύο αυτοί άξονες είναι αλληλένδετοι ως ένα βαθμό, αφού ο άνθρωπος που έχει αποσυρθεί από την κοινωνικοποίηση και έχει αποτραβηχθεί από φιλοδοξίες και επιθυμίες, συχνά βρίσκει καταφύγιο στη μνήμη του. Μόνο που η μνήμη συχνά αποδεικνύεται μία κινούμενη άμμος, μία αέναα φευγαλέα εντύπωση, εν τέλει μία παγίδα.

Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες στο Κοντά στη Θάλασσα είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο έχουν στρέψει την πλάτη τους στη συμβατική, κοινωνική ζωή, σαν σύγχρονοι αναχωρητές, όντας παγιδευμένοι στις αναμνήσεις τους. Ο Γκουρνά αναφέρει επανειλημμένα το θρυλικό διήγημα του Χέρμαν Μέλβιλ Μπάρτλμπι ο Γραφιάς, στο οποίο ο Μπάρτλμπι αποφασίζει να αρνηθεί την ίδια τη ζωή, απαντώντας σε κάθε απόπειρα συνομιλίας από άλλους με το περίφημο «Θα προτιμούσα όχι». Έτσι, είναι προφανές ότι αυτό λειτουργεί σαν καθρέφτης για τους δύο πρωταγωνιστές αφού ο καθένας τους, με διαφορετικά μεν χαρακτηριστικά και διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, αποτελεί μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή του χαρακτήρα του Μέλβιλ.

Και μέσα σε όλα αυτά, ο Γκουρνά πασπαλίζει το κείμενο με ίχνη από την ανατολίτικη παράδοση των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων, στο πνεύμα του 1001 Νύχτες, επιδεικνύοντας έναν έρωτα με τις διαδοχικές εξιστορήσεις γεγονότων, περνώντας τις όμως μέσα από το αναξιόπιστο φίλτρο της μνήμης.

Το βιβλίο του Γκουρνά λοιπόν είναι ένα ωραίο, ήσυχο, ελεγειακό μυθιστόρημα, προσιτό σε όλους, με έναν ιδιαίτερο ρυθμό που υπνωτίζει τον αναγνώστη. Αν και περιγράφει αρκετά ακραία και βίαια περιστατικά από το ολοκληρωτικό και διεφθαρμένο καθεστώς της Ζανζιβάρης πριν από μισό αιώνα, το ύφος δεν γίνεται ποτέ υστερικό ή εκβιαστικά μελοδραματικό, με τον Γκουρνά να διατηρεί το ίδιο μέτρο, την ίδια ανθρώπινη και συγκρατημένη ενδοσκόπηση, επιτυγχάνοντας μία πειστική εξερεύνηση της μοναξιάς και της μνήμης. Αποτελεί αναμφίβολα μία  εξαιρετική πρόταση για υποψιασμένους αναγνώστες εν όψει των επερχόμενων διακοπών του Πάσχα.